Τρίτη, 23 Ιουλίου 2013

Με τον ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟ στην εξορία (Μαρτυρία)

Σ' ένα φορτηγό

Αύγουστος 1948. Είμαι όρθιος, εγώ και καμιά τριανταριά άτομα, στην καρότσα ενός φορτηγού. Απ' την Ασφάλεια μας φορτώσανε, και πού μας πάνε ακριβώς δεν ξέρουμε. Το σίγουρο είναι η εξορία, το πώς και πότε, θα δείξει. Κρατιέμαι απ' το παραπέτο που 'χει μια ξύλινη προέκταση καγκελωτή ως απάνω. Δίπλα μου στηρίζεται ένας άντρας που η εμφάνισή του είναι σε κραυγαλέα αντίθεση με τη δική μου και των υπόλοιπων. Τον λοξοκοιτάζω διακριτικά, τον παρατηρώ. Κοστούμι ταξιδιωτικό πιε-ντε-πουλ σε μοβ απόχρωση, λευκό πουκάμισο, γραβάτα. Φρεσκοξυρισμένος, καλοχτενισμένος, με την κολώνια του, παρακαλώ. Ολοι καταλήξαμε στην Ασφάλεια από διάφορα κρατητήρια και βρεθήκαμε εδώ βρώμικοι, αξύριστοι, κακομοιριασμένοι. Τώρα πώς τα κατάφερε αυτός νά 'ναι φιγουρίνι, δεν μπορούσα να φανταστώ. Οταν γνωριστήκαμε, κατάλαβα: είχε ακμαίο το ηθικό.
Τό 'νιωσε πως τον περιεργάζομαι, και μου σκάει ένα χαμόγελο:
- Συγγνώμη, τι δουλιά κάνετε; με ρωτά.
- Είμαι ζωγράφος.
- Δηλαδή;
- Να, τελείωσα τη Σχολή Καλών Τεχνών κι ως τώρα δούλευα σκιτσογράφος στην εφημερίδα «Ελεύθερη Ελλάδα».
- Χαίρομαι που συναντώ έναν καλλιτέχνη.
- Εσείς; ρωτώ με τη σειρά μου.
- Είμαι ο Γιάννης Ρίτσος.
- Α!
- Είμαι ο ποιητής!
- Τι να πω... σας ξέρω... σας έχω ακουστά, και χαίρομαι, χαίρομαι πολύ...
Αν και ζωγράφος, ενδιαφερόμουνα αρκετά για τη λογοτεχνία. Διάβαζα, από την Κατοχή ακόμα, τα «Νεοελληνικά Γράμματα» του Δημήτρη Φωτιάδη κι από 'κει ήξερα για τον Ρίτσο και τα έργα του, αλλά μ' αυτή την τόσο απρόσμενη συνάντηση μού ήρθε ξαφνικό.

Στο Τμήμα Μεταγωγών Πειραιά

Εδώ, το καμιόνι μάς ξεφόρτωσε. Ενα παλιό χτίριο διακοσμημένο με σωλήνες αποχέτευσης, όλο δύσοσμες διαρροές. Σπρωχτήκαμε σ' ένα χώρο που ήτανε κιόλας πήχτρα από κόσμο. Οι πιο πολλοί όρθιοι, άλλοι καθιστοί κατάχαμα, μερικοί ξαπλωτοί με μαζεμένα αναγκαστικά τα πόδια. Μισοσκόταδο, μπόχα ανθρωπίλας, έλλειψη οξυγόνου. Στη γωνιά ένα πιθάρι μικρό με ξύλινο καπάκι: η «βούτα», για τις «ανάγκες» μας. Δηλαδή μεσαιωνική φυλακή. Κάποιος λέει ανέκδοτα, τριγυρισμένος από κρατούμενους. Πλησιάζουμε. Είναι κατάδικος σε θάνατο, μαθαίνουμε. Λεβέντης, μελαχροινός, με ξέστηθο πουκάμισο και σταυρουδάκι στο μαλλιαρό στήθος. 

Ο Ρίτσος ανοίγει στα γρήγορα τη βαλίτσα του, βγάζει ένα μπλοκ κι αρχίζει να τον σκιτσάρει. Εμένα ούτε που μου πέρασε απ' το μυαλό ότι μέσα σε τούτο το άντρο της κόλασης μπορούσε να γίνει ζωγραφική. Καθίσαμε σε μια γωνιά. Κοιτάζω το σκίτσο. Μπορεί να μην έχει «σωστό» σχέδιο, όμως δίνει δυνατά, σχεδόν εξπρεσιονιστικά, τη μορφή.
«Γιάννης Ρίτσος». Σχέδιο του Γ. Στεφανίδη στην εξορία (1949), το οποίο περιλαμβάνεται στο λεύκωμά του «Ζωγραφική στην εξορία» (έκδοση «Σύγχρονη Εποχή», 1988)
- Πώς μπόρεσες με αυτές τις συνθήκες, του λέω.
- Αυτός ο άνθρωπος με συντάραξε με την απάθειά του. Επρεπε να το κάνω τώρα, αμέσως, αλλιώς θα το έχανα.
Αρχίζω να γνωρίζω τον Ρίτσο.

Απ' το μεταγωγών του Πειραιά μέχρι το λιμάνι η απόσταση είναι μικρή. Μας φορτώσανε στο «Κως», ένα πλοίο σαράβαλο, πιο πολύ φορτηγό παρά επιβατηγό. Στριμωχτήκαμε όλοι στην πρύμη, ανάμεσα σε βαρέλια και κασόνια. Με το που βγήκαμε στον Σαρωνικό, βλέπουμε τους χωροφυλάκους να μας δένουνε δυο-δυο με χειροπέδες. Αγαναχτήσαμε, βάλαμε τις φωνές, κι ο Ρίτσος μαζί:
- Πάτε να μας πνίξετε, όπως με τη «Χειμάρα!» 1
Κι ο πλοίαρχος από ψηλά:
- Σκασμός, τομάρια, ε, τομάρια! Οποιος ξαναμιλήσει, θα τόνε δέσω στο άλμπουρο! ακούσατε, τομάρια; (Δεν είχε ποικιλία από βρισιές).
Δυστυχώς για μένα, δεν πρόλαβα να... δεθώ με τον Ρίτσο, δέθηκε ένας καθηγητής, πανεπιστημιακός, που ήταν πιο κοντά του. Εγώ δέθηκα με τον Νικηφόρο, έναν καλόκαρδο σύντροφο που ήταν μαζί μας απ' το τμήμα μεταγωγών, κι οι χειροπέδες γίνανε δεσμοί φιλίας. Ημαστε σαν σιαμαίοι, αναγκαστικά μαζί στον ύπνο, στο φαΐ, στο αποχωρητήριο... Και τον τραβολογούσα κι αυτόν για να βρίσκομαι όσο γίνεται πιο κοντά στον Ρίτσο, που δεν του έλειπε η παρέα. Βασίλευε ο ήλιος στον Μαλιακό, όταν - δεν ξέρω πώς ήρθε η κουβέντα - άρχισε να μας αναλύει την προέλευση και τα είδη της τραγωδίας. Αναφέρθηκε στη διονυσιακή καταγωγή της, στο θρησκευτικό χαρακτήρα που είχε αρχικά, στον Θέσπη. 

Εκανε διαχωρισμό σε πρωτογενή και δευτερογενή τραγωδία. Η πρωτογενής, είναι τραγωδία καταστάσεων δραματικών, είπε, που κορυφώνονται με συγκρούσεις στην εξέλιξη του έργου προς την κάθαρση-λύτρωση. Είναι λιγοπρόσωπη, έχει όμως χορικά, χρησιμοποιεί μάσκες, κοθόρνους, κι είναι η αρχαία τραγωδία. Η άλλη μορφή, η δευτερογενής, είναι το δράμα, που όμως έχει πλοκή, είναι πολυπρόσωπη. Κι έφερε σαν παράδειγμα τις τραγωδίες του Σαίξπηρ. Τον φώτιζε το ηλιοβασίλεμα κι είχε αποπνευματωθεί εντελώς. Κάποιος, δείχνοντας τον ουρανό που είχε γίνει καταπόρφυρος, βρήκε την ευκαιρία ν' απαγγείλει:
«Η γαϊδουροκεφαλή». Ακουαρέλα του Γ. Στεφανίδη. Για το «εύρημα» αυτό, στο Κοντοπούλη της Λήμνου, ο Γ. Ρίτσος αφιέρωσε στίχους του στα «Ημερολόγια Εξορίας (1948-1950)»
«Ω! της αυγής κροκάτη γάζα,
γαρούφαλα του δειλινού,
λάμπετε, σβήνετε μακριά μας,
χωρίς να μπείτε στην καρδιά μας!»
Κάπως έτσι συνεχίζεται το ταξίδι, όσο προχωρά η νύχτα, ώσπου αρχίζει ν' ακούγεται ο θόρυβος απ' τις χειροπέδες όταν τα «ζευγάρια» προσπαθούνε να βολευτούν για τον ύπνο. Μια βροχή που έπιασε, μας βρήκε απροετοίμαστους. Κάπου βρέθηκε, μες στο σκοτάδι, ένας παλιομουσαμάς. Σκεπαστήκαμε οι μισοί, οι υπόλοιποι έμειναν απ' έξω.


Του Γιάννη ΣΤΕΦΑΝΙΔΗ
(Αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης, ζωγράφος-χαράκτης και συγγραφέας)
Ριζοσπάστης, Κυριακή 2 Μάη 2004

Δεν υπάρχουν σχόλια: