Κυριακή, 21 Ιουλίου 2013

Mladen Issaev – ΟΙ ΠΑΠΠΟΥΔΕΣ ΜΟΥ


    Βάλιας Σεμερτζίδης,  Χορός

Οι πανάρχαιοι παππούδες μου πλάνητες ήσαν και τσοπάνοι,
στα μαλλιαρά τους δέρματα, σαν τις αρκούδες τυλιγμένοι·
του Δούναβι τα σταροχώραφα χαμηλά αντιφεγγίζαν
χρυσά, και τα βουνά στον νότο με τους άσπρους παγετώνες.

Οι πανάρχαιοι παππούδες μου, τεράστιοι, ωραίοι και δυνατοί ΄σαν,
άλλοτε αγροίκοι και τρυφεροί άλλοτε ― σκλάβοι, ειδωλολάτρες,
με τις γυναίκες τους τις εύρωστες φλογερά ερωτευμένοι
και φλογερά τη ζωή, σα γυναίκα πολλά εύρωστη, αγαπούσαν.

Η νύχτα όπου τους πρόφταινε, πλάγιαζαν δίπλα, στα κοπάδια,
κι ώρες πολλές θωρούσανε ψηλά στον ουρανό τ’ αστέρια,
και τα πεφτάστρα, γοργό φως που χάραζε το πέσιμό τους,
κ’ ήσαν περίσσια τρυφεροί ποιητές, χωρίς καν να το ξέρουν.

Κι όταν ανεμική κακή τους κλάδους έσπαζε στα δέντρα
κι άγριος φυσούσε ο σίφουνας, θεριά, περίσσια εξοργισμένα, οι
πανάρχαιοι παππούδες μου ορθώνονταν στους ορίζοντες μέσα,
ενάντια στην ανεμική, ξέστηθοι, μαλλιαροί, τεράστιοι.

Κι όταν ορδή εχθρική τα χώματά τους θα καταπατούσε,
πάνω στα βουνά, αυτοί, πρωταγροίκητες μάχες πάντα δίναν,
― τα θαυμαστά τους κατορθώματα τα πλέξανε τραγούδια,
που για τη λεύτερη ψυχή μιλούνε ακόμη των χαϊντούκων.

Οι πανάρχαιοι παππούδες μου, χρόνια και χρόνια πάνε τώρα,
βαθιά κοιμήθηκαν, βαθιά θαμμένοι κάτω από το χώμα.
Του Δούναβι τα σταροχώραφα, όμως, χρυσαντιφεγγίζουν
ακόμη, ακόμη τα βουνά στιλβώνουνε κυανά τα χιόνια.

Έγγονος γνήσιος των παππούδων μου, τη δροσιάν ανασαίνω
της γης, θωρώ τ’ αστέρια πάνω μου να σκύβουνε, και το αίμα ορ-
μητικό, νεανικό, κυλά μέσα στ’ αυλάκια του κορμιού μου,
ενώ, πλατιά και φωτεινή, τραγουδά αδιάκοπα η ψυχή μου.

Mladen Issaev

«Δεν ξέρω πολλά πράγματα από τον Mladen Issaev (1907―), τον φίλο του Vaptzarov, μολονότι δεν έχει γράψει και λίγα. Ό,τι όμως ξέρω δικό του, μου φέρνει στον νου τον λόγο του Κομφούκιου: Αν δε μπορής να υπηρετήσης τον άνθρωπο, που είναι δίπλα σου, πώς θα υπηρετήσεις τον Θεό, που δεν ξέρεις καν που βρίσκεται; Πραγματικά, είναι ένας ποιητής γεμάτος από μιαν αγάπη που κλιμακώνεται από τον πιο κοντινό του, τη γυναίκα του ή την κόρη του, να πούμε, ως τους πιο μακρινούς προγόνους της ράτσας του, και, τελικά, τον Άνθρωπο, ― γεμάτος αγάπη για τα ζώα και για τα πράγματα και, τελικά, για την ίδια τη ζωή, ως υπέρτατο αγαθό κ’ υψίστη αξία. Στο εξαίρετο ποίημά του «Οι παππούδες μου», συνδυάζει έξοχα τη λυρική διάθεση με τον επικό τόνο, κι ο λόγος του ενεργεί μαγικά: μέσα μας ξυπνά την αστοχημένη ανάμνηση της μετανάστευσης των λαών, ― η αναφορά του ποιητή στους πρωτοβουλγάρους προγόνους του δε στενεύει τον ωραίο πίνακα· η εικόνα δε χάνει τίποτα από το κύρος της, ώστε ο Γερμανός να βλέπει τους Γότθους προγόνους του κι ο Έλληνας  τους δικούς του». ΑΡΗΣ ΔΙΚΤΑΙΟΣ

Ποίημα και κείμενο από το βιβλίο: «ΑΡΗ ΔΙΚΤΑΙΟΥ, ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΕΩΣ», εκδόσεις ΔΩΔΩΝΗ, Αθήνα 1971.

Δεν υπάρχουν σχόλια: