Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2012

ΠΟΙΗΜΑΤΑ για την ΕΞΕΓΕΡΣΗ του ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ (2)




Το δεύτερο μέρος του αφιερώματος με ποιήματα που έγραψαν διάφοροι ποιητές για την εξέγερση του Πολυτεχνείου και αποτελείται από τα 26 ποιήματα της ενότητας «Ποιήματα και πεζά για την εξέγερση του Πολυτεχνείου – 17 Νοέμβρη 1973», που δημοσίευσε ο Νίκος Σαραντάκος στις σελίδες του. Το αφιέρωμα θα ολοκληρωθεί στις 17 Νοέμβρη.


ΣΤΕΛΙΟΣ ΓΕΡΑΝΗΣ - «Το στρατόπεδο ετέθη πάλι υπό έλεγχον»

Άρχισαν να κλονίζονται τα θεμέλια.

Ένας βραχνός λοχίας μας γκρεμίζει στη Νύχτα
με σιδερένιους λοστούς. Ανοιξιάτικα όνειρα
τουφεκίζονται στον αυλόγυρο του Πολυτεχνείου.
Ο στρατοπεδάρχης καπνίζει νευρικά το τσιμπούκι του
καθαρίζει την υγρασία στα τζάμια
και μετράει τους σκοτωμένους απ' το παράθυρο.
Ύστερα σηκώνεται πλένει τα χέρια του
ρίχνει μια φευγαλέα ματιά στον καθρέφτη
λέει ένα σκληρό «αυτός είμαι»
και ξαπλώνει στο κρεβάτι να κοιμηθεί.
Μα πριν αδειάσει το γυάλινο μάτι του στο ποτήρι
σηκώνει με αργές κινήσεις το τηλέφωνο
και καλεί το Επιτελείο: «Στρατηγέ μου,
η εκστρατεία εστέφθη υπό πλήρους επιτυχίας
Το στρατόπεδο ετέθη πάλι υπό έλεγχον
Καληνύχτα σας».

Πρώτη δημοσίευση στον τόμο Αντιφασιστικά '67-'74 του Κ. Βαλέτα, εκδ. Γραμμή, 1984.

(Το πήρα από την ανθολογία του Ηλία Γκρη «Το μελάνι φωνάζει – Η 17η Νοεμβρίου 1973 στη λογοτεχνία» των εκδόσεων Μεταίχμιο.)



ΦΩΤΟΣ ΓΙΟΦΥΛΛΗΣ - «Εδώ Πολυτεχνείο»

Στον άγιο ήχο της φωνής: «Εδώ Πολυτεχνείο!...»
στο κάλεσμα της νιότης μας, που φέρνει προς το φως
άστραψε σ’ όλες τις ψυχές τ’ άφταστο μεγαλείο
της Λευτεριάς και ξέσπασε κάθε καημός κρυφός!

Τ’ ατράνταχτα τα στήθια σας, παιδιά, γινήκαν κάστρα,
και πάλεψαν σκληρά κι ορθά με τανκς και με πιστόλια
σαν η ψυχή σας έφερνε στον ουρανό και στ’ άστρα
το θρίαμβο της Λευτεριάς, μες σε βροχή από βόλια.

Στα παλληκάρια που’ πεσαν στην άνιση την πάλη
δόξα τούς πρέπει και τιμή μες σε χιλιάδες χρόνια!
Μα και σε σας που ζήσατε, για να χαρείτε πάλι
ολάκαιρη την Λευτεριά, την πάμφωτη κι αιώνια!...

                                                            Ραφήνα, Τρύγος 1974

Από τον τόμο Αντιφασιστικά ’67-’74, εκδ. Γραμμή, 1984

(Το πήρα από την ανθολογία του Ηλία Γκρη «Το μελάνι φωνάζει – Η 17η Νοεμβρίου 1973 στη λογοτεχνία» των εκδόσεων Μεταίχμιο.)



ΗΛΙΑΣ ΓΚΡΗΣ - Το ερπετό που ξυπνάει

                                    17 Νοέμβρη 1989

Θητεύσαμε παιδιά στη νύχτα με ένα σταφύλι θυμού ατρύγητο.
Τι αμό­λυντη περηφάνια είχαν τα λόγια μας φωτίζοντας το θαύμα πού· θαύμα δεν έγινε.

Είναι από τότε που η μνήμη ερπετό ξυπνάει και τρώει απ' τη θλίψη και
ύστερα λουφάζει σε τάφο συλημένο, γιατί πάντα θα ανθίζει η στοργή
για τα ναυάγια που επιστρέφουν παράδοξα όπως σκιές του φονιά μέσα
στα όνειρα.

Και είναι από τότε που βγάζουν στο σφυρί τα κουρέλια εκείνου του
πάναγνου έρωτα· του πάναγνου έρωτα. Και όσοι τάχθηκαν πρώτοι,
εξαρ­γύρωσαν την κραυγή μας ερήμην.

Από κείνη τη νύχτα, ό,τι και αν πω, φωνάζει σαν αίμα.

Από τη συλλογή Η Έφεσος των Αλόγων, εκδ. Δελφίνι, 1993.

(Το πήρα από την ανθολογία του Ηλία Γκρη «Το μελάνι φωνάζει – Η 17η Νοεμβρίου 1973 στη λογοτεχνία» των εκδόσεων Μεταίχμιο.»)



ΑΝΕΣΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ - Διομήδης Κομνηνός

                                            Δεκαεφτά χρονών. Εθελοντής τραυματιο-
                                            φορέας, γαζώθηκε από σφαίρες τη Νύχτα
                                            της Μεγάλης Σφαγής, 17 Νοέμβρη του ’73,
                                            στο Πολυτεχνείο.
                                                                                    Οι εφημερίδες


Στερημένος την αγιότητα ενσαρκωμένη, απτή,
εγκάθειρκτος της λογικής, αρνιόμουν να πιστέψω
επίμονα, πως τα οστά μοσχοβολούν και λάμπουν
των αγίων. Ώσμε προχτές που κίνησα κι εγώ
να προσκυνήσω το πουκάμισό σου ματωμένο
κι από τα βόλια τρυπημένο των φονιάδων.
                                                                         Καθώς
πλησίαζα βουρκωμένος, τρέμοντας απ’ την ταραχή,
βλέπω ν’ ανέρχεται τεράστιο το πουκάμισο σου
και να καλύπτει όλο το χώρο με φεγγοβολή
γλυκιά, κι από ψηλά, με λεπτό άρωμα, να ευωδιάζει.

Καρδιά των καρδιών, που θα ’λεγε κι ο Νικηφόρος,
έφηβε ωραίε, λαμπρέ, του ελληνικού φωτός,
που τους ενόχλησες πολύ να κουβαλάς τους λαβωμένους
κι άπονα σε σκοτώσαν οι φασίστες.

 (Προσφορά της Μ.Μ.)


Οι σημειώσεις στο τέλος των ποιημάτων είναι του Νίκου Σαραντάκου

1 σχόλιο:

ΕΥΡΥΤΑΝΑΣ ΙΧΝΗΛΑΤΗΣ είπε...

Τα πιο όμορφα ποιήματα τα έγραψαν οι ίδιες οι εξεγέρσεις.
Να είσαι καλά φίλε για την πολύτιμη ανάρτηση.