Σάββατο, 29 Ιουνίου 2013

«…τα δάχτυλα των κτιστών» - Γ. ΡΙΤΣΟΣ



"Εργάτες", του Ηλία Προκοπίου

[…]Θυμάσαι, αλήθεια, τον παλιό κιθαρωδό; Τα δάχτυλά του
διάφανα, φωτεινά, μακριά, (μοιάζαν με τα δικά μου)
άγγιζαν τις χορδές, έφευγαν με τους ήχους,
όλα τα εγγίζαν κ’ έμεναν εκείνα ανέγγιχτα,
προσβλητικά, φρικιαστικά, σα να ΄γδυναν  εύκολα
μιαν υπεροπτική γυναίκα και την παρατούσαν έτσι
γυμνή, γονατισμένη, με τα μαλλιά της
χυμένα μαύρο ποτάμι στο χώμα. Ολότελα αντίθετα
τα δάχτυλα των κτιστών, όταν έχτιζαν
τη δεξιά πτέρυγα του σπιτιού ή αργότερα
όταν έχτιζαν τον τάφο του πατέρα ή της μητέρας ― είχαν μια δύναμη
τα δάχτυλά τους· ό,τι έπιαναν γινόταν δικό τους,
χτίζονταν οι ίδιοι με την πέτρα, ή μάλλον
ό,τι έχτιζαν χτιζόταν πάνω τους και μεγάλωνε ο όγκος τους ―
καθένας τους μια ολόκληρη πολιτεία οχυρωμένη
με τα κάστρα της ― ελεύθερη κι απόρθητη, λέω. Όταν σκολούσαν
και πλένονταν λιοκαμένοι, ανεπιτήδευτοι, άγριοι,
στο συντριβάνι του κήπου, αφουγκραζόμουν τα μαύρα μαλλιά τους
να στάζουν στο μάρμαρο, σα να κατάβρεχαν κάπου,
με το γέρμα μιας θερινής ημέρας, τους ζεστούς δρόμους
ενός απέραντου χώρου μιας εμποροπανήγυρης
με χιλιάδες άλογα, βόδια, σταμνιά, βιολιά, καλάθια,
χάρτινες σημαιούλες, λατέρνες, σταφύλια, λεμονάδες και ατσίγγανους…

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

Απόσπασμα από το ποίημα «Κάτω απ’ τον ίσκιο του βουνού».


Γιάννης Ρίτσος: ΤΕΤΑΡΤΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ, εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ

Πέμπτη, 27 Ιουνίου 2013

ΜΕΛΠΩ ΑΞΙΩΤΗ - Το τραγούδι του Δνείπερου




Το ποίημα «Το τραγούδι του Δνείπερου» πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ελεύθερα Γράμματα» (τεύχος 26-27, 9 Νοέμβρη 1945) και ανθολογήθηκε στον τόμο «Τραγούδια της Αντίστασης», με επιμέλεια της Φούλας Χατζηδάκη, που κυκλοφόρησε τον Οκτώβρη του 1951 από το εκδοτικό «Νέα Ελλάδα».

Άκου Δνείπερ τι θα πούμε.
Σου σκάψανε τα σωθικά τα παλληκάρια των Σοβιέτ.
Τα ψάρια σου σαστίσανε
οι λεύκες σου σκορπίσανε
τα σπουργιτάκια απολιθώθηκαν
μέσα στις καλαμιές σου και κοιτάζανε
και τα μικρά τους μάτια απόρησαν
και τα νερά σου εκόχλασαν
κι αρπάξανε τους γερανιούς
κύματα αφρίζανε βουνά
αψηλά τείχη τα μαντρώσανε
χρόνια βάστηξε ο μόχτος τους
ώσπου οι καρδιές λαχτάρησαν
όλοι οι άνθρωποι ζευγαρώθηκαν μες στη χαρά της γέννησης
δούλεψαν χέρια και ψυχές
τα μάτια είδαν θάματα που δεν είχανε δει ποτές,
κι εγίνηκε το Ντνιεπροστρόι.
20 χρόνια έδωκες φως.
Ώσπου σε βρήκε ο πόλεμος.

Τότε Δνείπερ ήρθε η ώρα.
Αίμα γίνανε οι αφροί σου.
Αίμα στάζανε οι όχτες σου
αίμα σούρωνε η κοίτη σου
πασαλείφτηκαν αίματα η γης, κι ο ουρανός σου.

Μιαν ώρα δεν κοιμήθηκες.
Μιαν ώρα δεν απόκαμες να κουβαλείς ψοφίμια
ψόφια άλογα, ψόφια κορμιά,
χέρια, ποδάρια, κεφαλές, σπασμένα σίδερα, κανόνια,
σημαίες όλων των λογιών καρφώθηκαν στις όχτες σου,
μα εσύ θυμόσουν μόνο μια: την Κόκκινη Σημαία.

Δόξα στις αντάρτισσες όχτες σου, στα ματωμένα σου νερά,
στην αφρισμένη κοίτη σου, στην πύρινή σου θέληση,
που βάστηξαν τον όλεθρο, που ξέσκισαν το σατανά,
που βόηθησαν τον άνθρωπο
να ξαγναντέψουν οι λαοί ξανά
την Κόκκινη Σημαία.

Κι έτσι Δνείπερ ήρθε η ώρα.
Άνοιξε τα φτερά σου πνίξε.
Πνίξε τους τελευταίους πνίξε
τους τελευταίους του δαίμονα
τον τελευταίο τους τρελλό
τον τελευταίο φασουλή
την τελευταία παρδαλή οχιά
που είναι ντυμένη άνθρωπος.

Δνείπερ, την ώρα τούτη που σου γράφομε
ένας ντουνιάς και κόσμος βαστά την ψυχή του
εσένα συλλογίζεται μες στα βαθιά του όνειρα,
Δνείπερ, κι αναρωτά:
―Θα τον περάσουνε οι σύντροφοι το Δνείπερο;
―Δε θα περάσουνε το Δνείπερο…
―Θα τον περάσομε το Δνείπερο!

Και τον πέρασαν το Δείπνερο!
Απάνω σε βαρέλια
απάνω σε κανόνια, απάνω σε ξυλάρμενα,
ένας ένας, δυο δυο, χιλιάδες, πολλοί,
με την ψυχή στο στόμα
αγκαλιά τα ντουφέκια, αγκαλιά τα κανόνια
αγκαλιά τις ελπίδες τους μισώντας αγαπώντας
κουβαλούσαν την πίστη τους
πίσω πήγαιναν οι ελπίδες,
πιο πίσω ακόμα οι αγωνίες, ο θάνατος, οι αγέρηδες,
και προχωρούσαν, πολεμούσαν
κόβονταν πόδια, κεφαλές, και δεν εγύριζαν να δούνε γύρω τους
και πολεμούσαν, προχωρούσαν
κι ανεμίζανε τα μαλλιά τους
και εφούσκωναν τα στήθια τους
και είχαν φτερά και πέταγαν
και κόβονταν η ανάσα τους
και τραγουδούσαν και λαχτάριζαν
και πολεμούσαν, πολεμούσαν…

Άκου Δνείπερ τώρα. Σου μιλούμε.
Σε χαιρετούνε οι φυλακές.
Σε χαιρετούνε οι νεκροί.
Σε χαιρετούνε οι ζωντανοί.
Σε χαιρετάει η εργατιά.
Σε χαιρετούνε τα παιδιά.
Σε χαιρετά όλη η ζωή,
σήμερα, αύριο, και στους αιώνες.
Δνείπερ, ποτάμι των Σοβιέτ,
εμείς οι άνθρωποι
σε χαιρετούμε.
Κι όσα δεν πρόλαβες
θα τα τελειώσομε,
μια νύχτα που θα λάμπει
ένας μεγάλος ήλιος.

ΜΕΛΠΩ ΑΞΙΩΤΗ


[Μέλπω Αξιώτη: ΠΟΙΗΜΑΤΑ  (Φιλολογική επιμέλεια ΜΑΙΡΗ ΜΙΚΕ). Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ, Αθήνα 2001]

Τρίτη, 25 Ιουνίου 2013

Ανοιχτό παράθυρο


Μακρόνησος

Απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο μπαίνουν οι φωτεινές αχτίδες σου
κι ένας αναποφάσιστος αέρας
φέρνει αγκαλιές γεμάτες νυχτολούλουδα και ναφθαλίνη·
τις ακουμπάει στο ξέστρωτο κρεβάτι και
στην άκρη του ακατάστατου γραφείου μου,
δίπλα σε σωρούς λερωμένα σεντόνια, 
ανάμεσα σε χαρτιά σκισμένα και χυμένα μελάνια.
Ύστερα φεύγει  -από τον ίδιο δρόμο-
τραβώντας πίσω του την  κουρτίνα που τον ακολουθεί
μα δεν έχει τη δύναμη να παραδοθεί.
Κι ύστερα η ίδια διαδρομή του αέρα.
Κι ύστερα πάλι.

Πέρασε  μέσα φεγγάρι μου.
Δεν έχω τίποτα να σου προσφέρω
παρά μόνο παλιές φωτογραφίες,
γεμάτες ανέμελα χαμόγελα και πολύχρωμα ρούχα.
Μπορείς να τις κρατήσεις αν θες.
Αν πάλι προτιμάς τις  καινούργιες,
φώτισε, σε παρακαλώ, τις σκοτεινές γωνιές τους
και πάνω στ’ ασπρόμαυρα σφιγμένα χαρακτηριστικά των προσώπων,
σκόρπισε με  τη χρυσή σκόνη σου άστρα
και χρυσαφένια χαμόγελα.

Κάθησε, όπου βρεις.
Συχώρα μου την ακαταστασία μα δεν περίμενα επισκέψεις.
Έχει χρόνια ν’ ανοίξει αυτή η πόρτα.
Οι μεντεσέδες της σκούριασαν.
Κιτρίνισε το λακαριστό λευκό της.
Οι χαραμάδες της πλήθυναν·
χάσκουν σαν αφυδατωμένοι γέρικοι κόλποι
προσμένοντας να βρέξει η ζωή.

Μόνο αυτό το παράθυρο μου απόμεινε πια.
Το κρέμασα σαν πολύτιμο κάδρο σ’ αυτόν τον τοίχο
και το κρατώ συνέχεια ανοιχτό,
παρατηρώντας την εναλλαγή των εποχών
στις ίδιες πάντα συντεταγμένες,
ανάμεσα στα ίδια μπαλκόνια των πολυκατοικιών,
πάνω απ’ τις πλάκες των ίδιων πεζοδρομίων.
Πάνω στις πλάτες των ίδιων περαστικών.

Απορίας άξιον πόσο γρήγορα αλλάζουν οι εποχές
μέσα στους ίδιους πάντα πολυχρησιμοποιημένους μήνες.
Όπως ανακυκλώνεται το νερό στο φωτισμένο
σιντριβάνι της πλατείας.
Ή, η άμμος στην έρημο της καθημερινότητάς μας.
Ή, καλύτερα, όπως οι άνθρωποι  ανακυκλώνουν τα όνειρα,
μήπως καταφέρουν και ζεστάνουν τις κρύες νύχτες τους
που αργούν να ξημερώσουν.

Ένας μεθυσμένος κάνει βόλτες γύρω από το ίδιο τετράγωνο
βάζοντας κάθε φορά ένα κλειδί σε μια πόρτα
που ποτέ δεν του ανήκε.

Απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο της φυλακής μου
μπαίνουν οι φωτεινές αχτίδες σου,
φεγγάρι μου,
σαν το πικρό χαμόγελο μιας ζωής που γερνάει μέσα στο σκοτάδι.

Ιούνης 2013

Θ.Κ.Ν.

Δευτέρα, 24 Ιουνίου 2013

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ - Όταν αποχαιρέτησα




Όταν αποχαιρέτησα τους φίλους
Σ’ αυτή τη γη ξεχάστηκεν η μέρα
Κι οι νύχτες εναλλάσσονταν με νύχτες.

Πώς να μιλήσω; Το πλήθος δάμαζε
Τους δημεγέρτες και τους πλάνους. Με στιλέτα
Καρφώναν τα δικά μου λόγια. Πώς να μιλήσω
Όταν στηνόνταν μυστικές αγχόνες
Σε κάθε πόρτα ενεδρεύοντας τον ύπνο
Και τόσα πού να στοιβαχτούνε γεγονότα
Τόσες μορφές να ξαναγίνουν αριθμοί
Πώς να εξηγήσω πιο απλά τι ήταν ο Ηλίας
Η Κλαίρη, ο Ραούλ, η οδός Αιγύπτου
Η 3η Μαΐου, το τραμ 8, η «Αλκινόη»
Το σπίτι του Γιώργου, το αναρρωτήριο.
Θα σου μιλήσω πάλι ακόμα με σημάδια
Με σκοτεινές παραβολές με παραμύθια
Γιατί τα σύμβολα είναι πιο πολλά απ’ τις λέξεις
Ξεχείλισαν οι περιπέτειες οι ιδιωτικές
Το άψογο πρόσωπο της Ιστορίας θολώνει
Αρχίζει μια καινούρια μέρα που κανείς δεν τη βλέπει
Και δεν την υποψιάζεται ακόμα
Όμως έχει τρυπώσει μες στις ραφές της καρδιάς
Στα καφενεία και στα χρηματιστήρια
Στις βροχερές ώρες, στ’ άδεια πάρκα, στα μουσεία
Μέσα στα σπουδαστήρια και στα μαγαζιά
Αλλάζει τη σύνθεση της ατμοσφαίρας
Τη γεύση του φιλιού, την πολυτέλεια της αμαρτίας
Το χυμισμό του κυττάρου, την ορμή της μπόρας.
Έχει στηθεί η σκηνή μα δε φωτίζουν οι προβολείς
Κι όλα τα πρόσωπα είν’ εδώ —αντάξια του δράματος—
Γενεές γενεών υποκριτές: η θλιβερά ερωμένη
Ο άνθρωπος με το χαμόγελο, ο επίορκος
Τα κουδουνάκια του τρελού, κάθε κατώτερη ράτσα
Άρχοντες και πληβείοι και αυτοτιμωρούμενοι.

Πώς τόσα πρόσωπα να γίνουν αριθμοί
Και τόσα γεγονότα απλά βιβλία
Χωρίς την επινόηση νέας διάταξης στοιχείων
Χωρίς τη νέα μύηση που θα σαρώσει την αυλαία
Σκίζοντας βίαια στα δυο το σάπιο μήλο
Να επιστρέψουν τ’ άγια στους σκύλους, τα βρέφη στις μήτρες

Κι όρθια η Πράξη σαν αλεξικέραυνο.

                                          9η Θερμιδώρ 1955

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ


(Η Συνέχεια 2) - Τα ποιήματα 1941-1971, εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 2000.

Ο Μανόλης Αναγνωστάκης γεννήθηκε το 1925 και έφυγε από τη ζωή στις 23 του Ιούνη 2005.

Κυριακή, 23 Ιουνίου 2013

Κάτω απ’ το φως του φεγγαριού



Winslow Homer
 Τρία τραγούδια κάτω απ’ το φως του φεγγαριού.
("κλικ" στους τίτλους των τραγουδιών για να τα ακούσετε.)
Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης 
                  Ερμηνεύει ο Αντώνης Καλογιάννης                  

Έχεις μάτια το φεγγάρι
κι είναι η νύχτα σπιτικό σου
μα από αυτά που μου ’χεις πάρει
τίποτα δεν ειν’ δικό σου.

Έχεις δάκρυα την αγάπη
με φωτιά και με μαχαίρι
κι έχεις για κρασί φαρμάκι
και το χωρισμό στο χέρι.


Στίχοι: Νότης Περγιάλης-Γιώργος Εμιρζάς
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
Ερμηνεύει η Φλέρυ Νταντωνάκη

Τρεις μέρες  χώρισα από σένα
τρεις νύχτες μένω μοναχή,
σαν τα βουνά που στέκουν τώρα δακρυσμένα
όταν τα βρέχουν οι ουρανοί.

Διώξε τη λύπη, παλικάρι
πάμε μια βόλτα στο φεγγάρι.

Πώς να βγω και να περπατήσω
τα λόγια του να θυμηθώ;
με το φεγγάρι πώς, αχ πώς, να τραγουδήσω
με το φεγγάρι πώς να παρηγορηθώ;


Στίχοι – Μουσική - Ερμηνεία:  Μάρκος Βαμβακάρης

Χιλιάδες χρόνια στα ψηλά, συντρόφους έχεις τ’ άστρα,
απόφευγέ τηνε τη γη γιατί ΄ναι ξελογιάστρα,
ποτέ μη θες φεγγάρι μου ανθρώπους να γνωρίσεις,
γιατί τα βάσανα της γης και συ θα τ’ αποκτήσεις.

Ανθρώπου μάτι μη σε δει, φεγγάρι μου να ζήσεις,
γιατί αν είσαι λαμπερό, χωρίς να θες θα σβήσεις,
κάτσε στην ησυχία σου και μεσ’ στη μοναξιά σου,
όλοι της γης ζηλεύουνε να δούνε τα καλά σου.

Παρτίδες με τους άνθρωπους στο λέγω μην ανοίξεις,
γιατί σκληρά θα πληγωθείς και θα μετανοήσεις,
οι άνθρωποι είναι κακοί στη γήινη τη σφαίρα
κι από τη γη δεν πρόκειται να δεις μιαν άσπρη μέρα.

Πίκρες, καημούς και βάσανα θα έχεις,  πρώτοι φίλοι,
ποτέ δε θα γελάσουνε τα δυο γλυκά σου χείλη
κι αν είσαι τόσο πλούσιο μην έχεις εμπιστοσύνη,
οι άνθρωποι δε γνωρίζουνε ποτέ τους καλοσύνη.

Σάββατο, 22 Ιουνίου 2013

Μπέρτολτ Μπρεχτ - ΣΤΟΥΣ ΟΠΑΔΟΥΣ ΤΗΣ ΙΣΗΣ ΑΠΟΣΤΑΣΗΣ




Για να μη χάσει το ψωμί του
Στους καιρούς που αυξαίνει η καταπίεση
Κάποιος αποφασίζει να μη λέει πια την αλήθεια
Για της κυβέρνησης τα εγκλήματα για τη διατήρηση της
εκμετάλλευσης, μα
Ούτε και να διαδίδει τις ψευτιές της κυβέρνησης, δηλαδή
Τίποτα βέβαια να μην αποκαλύπτει, μα
Και τίποτα να μην ωραιοποιεί. Όποιος έτσι προχωρά
Φαίνεται μόνο να επιβεβαιώνει γι’ άλλη μια φορά πως είναι αποφασισμένος
Και στους καιρούς που η καταπίεση αυξαίνει
Να μη χάσει την αξιοπρέπειά του,  μα στην πραγματικότητα
Δεν είναι παρά μοναχά αποφασισμένος
Να μη χάσει το ψωμί του. Ναι, αυτουνού η απόφασή του
Να μη λέει καμμιά αναλήθεια τον εξυπηρετεί σ’ αυτό ακριβώς, από δω και πέρα
Την αλήθεια ν’ αποσιωπά. Αυτό μπορεί βέβαια να κρατήσει
Μοναχά λίγο καιρό. Μα και στη διάρκεια
του καιρού αυτού
Που περιπλανιούνται στα δημόσια αξιώματα και στις
συντάξεις των εφημερίδων
Στα επιστημονικά εργαστήρια και στων εργοστασίων τις αυλές σαν άνθρωποι
Που από το στόμα τους δε βγαίνει αναλήθεια
Αρχίζει κιόλας η βλαβεράδα τους. Όποιου τα βλέφαρα
δεν τρεμουλιάζουνε
Στη θωριά αιματηρών εγκλημάτων, τους προσδίνει ακριβώς
Την όψη του φυσικού. Χαρακτηρίζει
Τα φοβερά ανοσιουργήματα σαν κάτι τόσο ανάξιο προσοχής όσο είναι η βροχή
Αλλά και τόσο αδύνατο να εμποδιστεί όσο η βροχή.
Κι έτσι υποστηρίζει κιόλας με τη σιωπή του
Τους εγκληματίες, μα σύντομα
Θα παρατηρήσει πως για να μη χάσει το ψωμί του
Δεν πρέπει μόνο την αλήθεια ν’ αποσιωπά, μα
Και να λέει ψέμματα. Όχι με δυσμένεια
Υποδέχονται οι καταπιεστές αυτόν, που είναι έτοιμος
Να μη χάσει το ψωμί του.
Γιατί δεν τριγυρνά σαν κάποιος που τον έχουνε δωροδοκήσει
Μια και σ’ αυτόνε τίποτα κανείς δεν έχει δώσει
Ούτε και τίποτα από κανένα έχει δεχτεί.
Σαν ο εγκωμιαστής
Όπως σηκώνεται από το τραπέζι αυτών που έχουν την εξουσία
Το στόμα του σκουπίζει
Και ξεδιακρίνονται ανάμεσα στα δόντια του
Τα υπολείμματα απ’ το γεύμα, ακούει κανείς
Τα εγκώμιά του με αμφιβολία.
Μα τα εγκώμια εκείνου
Που χτες ακόμα έβγαζε λόγους εναντίον τους και στο επινίκειο γλέντι δεν ήτανε προσκαλεσμένος
Έχουνε μεγαλύτερη αξία. Γιατί αυτός βέβαια
Είναι ο φίλος των καταπιεσμένων. Τον γνωρίζουν.
Αυτά που λέει ισχύουνε
Κι αυτά που δε λέει, όχι.
Και τώρα αυτός μας λέει πως δεν υπάρχει
Καταπίεση.
Στην καλύτερη περίπτωση στέλνει ο φονιάς
Τον αδερφό του δολοφονημένου
Που τον έχει εξαγοράσει, να πιστοποιήσει
Πως του σκότωσε τον αδερφό
Ένα κεραμίδι που έπεσε από τη σκεπή. Και βέβαια το απλό ψέμμα
Δεν βοηθάει άλλο πια αυτόν που δε θέλει να χάσει
Το ψωμί του. Γιατί τώρα στο είδος του
Γίνανε πολλοί. Σύντομα
Μπλέκεται στον ανελέητο ανταγωνισμό όλων αυτών
Που δε θέλουν να χάσουν το ψωμί τους· δε φτάνει πια
η θέληση ψέμματα να λέει.
Η ικανότητα γίνεται αναγκαία και η εμπάθεια δυναμώνει.
Η πεθυμιά να μη χάσει το ψωμί του μπερδεύεται
Με την πεθυμιά, με ιδιαίτερη τέχνη
στις πιο άσχετες αερολογίες
Να προσδίνει νόημα, το ανείπωτο
Να καταφέρνει να το πει.
Κι έτσι έρχονται τα πράμματα, που αυτός να χρειάζεται
Να σέρνει περισσότερα υμνολόγια στους καταπιεστές από κάθε άλλο, μια και
Ζει κάτω από τη σκιά πως κάποτε παλιότερα
Την καταπίεση είχε καταγγείλει. Κι έτσι
Οι γνώστες της αλήθειας γίνονται οι πιο άγριοι ψεύτες.
Κι όλα αυτά κρατάνε μοναχά
Μέχρι να καταφτάσει κάποιος να τους ζητήσει λόγο
Για την προηγούμενη τιμιότητα, για την αλλοτινή αξιοπρέπειά τους, και τότε
Χάνουν το ψωμί τους.

ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ

(μεταδόθηκε απ’ το Ραδιοσταθμό της Μόσχας το 1935)

Μετάφραση από τα γερμανικά Νάντια – Όλγα Βαλαβάνη

Από το βιβλίο «ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ – ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΛΗ ΤΩΝ ΤΑΞΕΩΝ», εκδόσεις ΟΔΗΓΗΤΗΣ, Αθήνα, Γενάρης 1984.

Πέμπτη, 20 Ιουνίου 2013

ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ – Ένα ποίημα του Νίκου Καββαδία αφιερωμένο στη Μέλπω Αξιώτη



Χαρακτικό της Βάσως Κατράκη

Ένα όχι πολύ γνωστό ποίημα του Νίκου Καββαδία  -δεν συμπεριλαμβάνεται στις πολυδιαβασμένες συλλογές του Μαραμπού (1933), Πούσι (1947) και Τραβέρσο (1975)- αφιερωμένο από τον ποιητή στη Μέλπω Αξιώτη. Πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ελεύθερα Γράμματα» (τεύχος 14 - 10 Αυγούστου 1945), και συμπεριλήφθηκε στην ανθολογία «Τραγούδια της Αντίστασης» που επιμελήθηκε η Φούλα Χατζηδάκη και κυκλοφόρησε τον Οκτώβρη του 1951 από το «Εκδοτικό Νέα Ελλάδα». Βρίσκεται στο βιβλίο «ΜΕΛΠΩ ΑΞΙΩΤΗ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ» (φιλολογική επιμέλεια ΜΑΙΡΗ ΜΙΚΕ), που κυκλοφόρησε το 2001 από τις εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ.              


 ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ  
                                                 
                                                Στη Μέλπω Αξιώτη


Στο παιδικό μας βλέμμα πνίγονται οι στεριές.
Πρώτη σου αγάπη τα λιμάνια σβυούν κι’ εκείνα.
Θάλασσα τρώει τό βράχο απ’ όλες τίς μεριές.
Μάτια λοξά καί τ’αγαπάς: Κόκκινη Κίνα.

Γιομάτα παν τα Ιταλικά στην Ερυθρά.
Πουλιά σε αντικατοπτρισμό – Μαύρη Μανία.
Δόρατα μέσα στη νυχτιά παίζουν νωθρά.
Λάμπει αρραβώνα στο δεξί σου: Αβησσυνία.

Σε κρεμεζί, Νύφη λεβέντρα Ιβηρική.
Ανάβουνε του Barriochino τα φανάρια.
Σπανιόλοι μου θαλασσοβάτες και Γραικοί.
Γκρέκο και Λόρκα – Ισπανία και Πασσιονάρια.

Κύμα θανάτου ξαπολυούνται οι Γερμανοί.
Τ’ άρματα ζώνεσαι μ’ αρχαία κραυγή πολέμου.
Κυνήγι παίζουνε μαχαίρι και σκοινί,
οι κρεμασμένοι στα δεντρά, μπαίγνιο του ανέμου.

Κι’ απέ Δεκέμβρη στην Αθήνα και Φωτιά.
Τούτο της Γης το θαλασσόδαρτο αγκωνάρι.
Λικνίζει κάτου από το Δρύ και την Ιτιά
το Διάκο, τον Κολοκοτρώνη και τον Άρη.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

Τρίτη, 18 Ιουνίου 2013

Γιώργος Κοζίας - Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΟΥ ΠΛΗΘΟΥΣ



Φωτογραφία: Μπάμπης Καραλής, εδώ.

 Κόσμος πηγαινοέρχεται. Άλλοι επιστρέφουν.
Οι ξεχασμένοι ετοιμάζονται να ταξιδέψουν.
Περιπλανιέται ο άνθρωπος του πλήθους
του Edgar Allan Poe, κάνοντας πότε-πότε
τράκα ένα τσιγαράκι.

Οι αστοί  -πεντάρα τσακιστή δεν δίνουν-
απολαμβάνουν βολεμένοι ψάρια καπνιστά
και τα χρυσά αυγά τους.

Ξένος κόσμος αφιλόξενος, ο μέγας Λήθαργος.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΖΙΑΣ


(Από την τελευταία του συλλογή «41ος Παράλληλος», εκδόσεις Στιγμή, 2012.)


O Γιώργος Κοζίας γεννήθηκε στην Πάτρα το 1958. Πρωτοδημοσίευσε ποίηση στα περιοδικά "Το Δέντρο" και "Ευθύνη", το 1983. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές "Ζωολογικός κήπος", 1989, "Ο μάρτυρας που δεν υπήρξε", 1995, "Πεδίον ρίψεων", 2001, με σχέδια της Εύης Τσακνιά, "Κόσμος χωρίς ταξιδιώτες", 2007, με σχέδια της Εύης Τσακνιά και "41ος Παράλληλος", επίσης με σχέδια της Εύης Τσακνιά, όλα από τις εκδόσεις "Στιγμή". Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί και ανθολογηθεί στα γαλλικά και τα ισπανικά. Ποίησή του έχει μελοποιηθεί από τον Θάνο Μικρούτσικο.

Δευτέρα, 17 Ιουνίου 2013

ΜΠΑΜΠΗΣ ΖΑΦΕΙΡΑΤΟΣ - Ωδή στον Άρη




Ωδή στον Άρη

                          Μνήμη Παντελή Πασχαλίδη, 1953-2001

Διακόσιες τριάντα μέρες
σπάζοντας δόντια απ’ την τσατσάρα μου
κι η πόλη που σε αρνήθηκε χορτάριασε στις πλάτες σου
και στους κρυψώνες των βουνών.

Διακόσιες τριάντα μέρες
κι η πόλη που βράχνιασε να σε φωνάζει
με αναφορές και προσκλητήρια παίρνει δίωρες άδειες
με την καρδιά της να χτυπάει
ανάμεσα πλατείας Λαού και Δημαρχείου.

Άκου καμάρι μου.
Ετούτη η πόλη θα τρομάζει από τον αχό του αλόγου σου.

Μη δίνεις το λοιπόν καπίκι για την πάρτη της.

Οι στρατώνες θα φοβούνται μήπως περάσεις έφοδο
και τα Α2 των βάσεων θα σε έχουν καταχωρημένο
στα σιδερένια τους ντουλάπια.

Βέβαια το ξέρω πως βαρέθηκες από τις δικές μου εξόδους
με τις φτηνοταινίες και τα μπουρδέλα.
Το ξέρω πως παραμονεύω σαν γέρος μπανιστηριτζής
μέσα στο δάσος της γενειάδας σου
πως ο Θανάσης Διάκος έχει πετρώσει με κομμένο το σπαθί
πως στον απάνω μαχαλά τρέχουνε τα παιδιά χωρίς σφεντόνες
πως στο ταχυδρομείο πάνε στα κρυφά
μήπως και δούνε τον Θανάση Κλάρα πίσω απ’ τις θυρίδες.

Αλλά μη νοιάζεσαι την πόλη που σε αρνήθηκε
γιατί οι άνθρωποι έχουνε μνήμη άγρια.
Και κλείνονται στα σπίτια τους
ώσπου να μπουν στα όνειρά τους.

229, 228, 227…
Μετρώ τις μέρες μου
στήνω τα μπλόκα μου στους μήνες
με τα φαρδιά οδοφράγματα των ώμων σου
και τους πολλαπλασιασμούς σου με τα φυσεκλίκια.

                                    ***
Την επομένη, φτάνοντας με το τρένο των εννιάμισι
σου έλεγα πως στα φυλάκια του Γοργοπόταμου
διηγούνται ιστορίες με αντάρτες
πως τα γεφύρια ακούνε κάτω από τα σκέλια τους
τα ουρλιαχτά της πέστροφας.

Η Οίτη κατεβάζοντας ελάφια στο χακί σου το πηλήκιο
κι η ζώνη του ορίζοντα μύριζε μπαρουτόσκονη.

Κι η πόλη που σε αρνήθηκε
γυρίζει ανάστροφα μη λάχει και σε δει μες στα στενά της.

ΜΠΑΜΠΗΣ ΖΑΦΕΙΡΑΤΟΣ

(Από τη συλλογή «Άσματα Για Τους Ταξιδιώτες Των Τρένων», 1974-76)


Άδεντρες Πλατείες

Ο Μπάμπης Ζαφειράτος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1949. Το 1977 παρουσιάζει ποιήματά του στο Καλλιτεχνικό Πνευματικό Κέντρο ΩΡΑ. Δημοσιεύει στα Νέα και στα περιοδικά Τραμ και Τομές. Μέλος της Θεατρικής Ομάδας Χολαργού (1980-1989), γράφει επιθεωρήσεις και το σπονδυλωτό έργο Είδωλα. Συνσκηνοθετεί, σκηνογραφεί και παίζει. Στίχους του μελοποιεί ο Πάνος Τσαπάρας, για τον δίσκο Homo Socialis και για προσωπικό δίσκο του Δημήτρη Ψαριανού (1986). Συνυπογράφει το σενάριο και διαβάζει κείμενά του στη μικρού μήκους ταινία Κασκαντέρ (1991) του πρόωρα χαμένου συγγραφέα Παντελή Πασχαλίδη, και μαζί μεταφράζουν Μπομπ Ντύλαν για αφιέρωμα της ΝΕΤ. Ιδέες του εικονογραφεί ο Ανδρέας Ζαφειράτος (Φεστιβάλ Κόμικς Βαβέλ, 1997, 1998, 1999). Οικονομικός αναλυτής σε πετρελαϊκή εταιρεία (1977-2009), γράφει και εκδίδει το συνδικαλιστικό (και όχι μόνο) έντυπο Παλμός. Επιμελήθηκε βιβλία των εκδόσεων Δίαυλος και κατασκεύασε τρεις ιστοσελίδες, με δουλειά του και με τα έργα του Α.Ζ. από το 1990 ως το 2004. Οι Άδεντρες Πλατείες καλύπτουν τριάντα τρία χρόνια και αναπτύσσονται σε εννιά (9) ενότητες. Είναι μια διαδρομή από την έρημη εποχή της χούντας, με την έκρηξη της Νομικής και του Πολυτεχνείου (Τα Πουλιά, 1972, Από Τη Ζωή Των Αγαλμάτων, 1973-74) μέχρι τα ρημαγμένα τοπία του καιρού μας (Ο Θάνατος Κοιτάζει Με Τα Μάτια Μας, 2001-05). Από τις άγονες μέρες του στρατού (Άσματα Για Τους Ταξιδιώτες Των Τρένων, 1974-76) ως τις ακατοίκητες νύχτες του μετέπειτα βίου μας (Σε Κοινή Θέα, 1978-80, Οι Λέξεις, 1982). Στις ενδιάμεσες στάσεις (Μικρή Εβδομάδα, 1977, Με Δυο Φεγγάρια, 1983-85, Τυφλός Προσκυνητής, 1985-87), 34 ερωτικά μικρά ποιήματα και χαϊκού φωτίζουν τις "αθέατες ρωγμές μας" και τα "κρυφά της νιότης μας σημάδια" που μας κρατάνε ζωντανούς. Η ποίηση του Ζαφειράτου (ο οποίος ανήκει ουσιαστικά στη γενιά του ''70) λιτή, χαμηλόφωνη και τρυφερή είναι στο σύνολό της βαθιά ερωτική, ακόμα και στα με σαφές πολιτικό περιεχόμενο ποιήματα. Είτε όταν στους πρώτους στίχους της συλλογής αναζητά την "ερμητικά κλεισμένη στη σιωπή" ελευθερία, είτε όταν λίγο μετά κουβεντιάζει με τον καπετάνιο Άρη, είτε όταν "στο τέλος μένει" στη μονότονη καθημερινότητα, με τα "χέρια της / να οσμίζονται / τα δάκρυα του λαγού / πίσω απ'' τους θάμνους". Είτε ακόμα και όταν, τριάντα χρόνια αργότερα, σε μια αθέατη ζωή με το θάνατο θέαμα, βλέπει το φεγγάρι του Ιράκ να χαϊδεύει με παράπονο "το σχήμα της ερήμου". Κι εμείς, σαν την Ξυλόσομπα στο ομότιτλο ποίημα, "Ό,τι γλυτώσει απ'' τη φωτιά / το καίμε μέσα μας / τις χιονισμένες ώρες ενός χρόνου". O Μανόλης Αναγνωστάκης έλεγε: "Δεν μπορεί να είναι κανείς ερωτικός ποιητής ξεχνώντας το πολιτικό πλαίσιο εκείνης της εποχής". Της κάθε εποχής, θα συμπληρώναμε. Προσθέτοντας ακόμα ότι δεν μπορεί να μην συμβαίνει και το αντίθετο. Και τότε, οι Άδεντρες Πλατείες της ζωής μας, όπως στο λιτό εξώφυλλο με την εικόνα του Ανδρέα Ζαφειράτου, ίσως βλαστήσουν. ΔΕΙΓΜΑ ΓΡΑΦΗΣ: ΣΚΙΕΣ. Στα κοιλώματα της νύχτας / κουλουριασμένες σε χαρτόκουτα / -δωμάτια που περίσσεψαν / απ'' τις συσκευασμένες μας ανέσεις. / Στα φανάρια των δρόμων / -πράσινο της απόγνωσης / και της ελπίδας κόκκινο. / Στους προσφυγικούς καταυλισμούς / -πίσω απ'' τη λάμψη ενός βεγγαλικού. / Θρηνούν αδάκρυτες. / Ανοίγουνε ολημερίς / στον ύπνο μας λαγούμια. / Αλήθεια, πόσο γρήγορα γεμίζουμε / τους αφιλόξενους διαδρόμους της Ευρώπης. ΞΥΛΟΣΟΜΠΑ. Γυμνά τοπία / όλως διόλου απρόσιτα / στη χειμωνιάτικη ομίχλη. / Οι επαρχιακοί σταθμοί / αλλάζουν ουρανό / βαθιά χωμένοι μες στη λάσπη. / Ό,τι σωθεί απ'' την πλημμύρα / ξοδεύεται στους τέσσερεις ανέμους. / Ό,τι γλυτώσει απ'' τη φωτιά / το καίμε μέσα μας / τις χιονισμένες ώρες ενός χρόνου.

Θα συναντήσετε τον Μπάμπη Ζαφειράτο  στο ιστολόγιο Μποτίλια Στον Άνεμο

Σάββατο, 15 Ιουνίου 2013

«Στον τόπο μου ενώ ζω είμαι τέλεια ξένος…» Φρανσουά Βιγιόν - Μπαλάντα του ποιητικού διαγωνισμού του Μπλουά

Francisco Goya


Πλάι στην βρύση πεθαίνω διψασμένος
καίω σα φωτιά και τρεμοτουρτουρώ
στον τόπο μου ενώ ζω είμαι τέλεια ξένος
κοντά στη στιά τα δόντια κουρταλώ.
Σα σκούληκας γυμνός στολή φορώ
γελώντας κλαίω χωρίς ελπίδα πια
κουράγιο παίρνω απ’ την απελπισιά
χαίρουμαι, κι όμως δεν έχω χαρές
θεριό είμαι δίχως δύναμη καμιά
καλόδεχτος, διωγμένος με κλοτσιές.

Στ’ αβέβαιο πάντα βρίσκω τ’ ορισμένως
το ξάστερο το βλέπω σκοτεινό
διστάζω για ό,τι πλέρια είμαι πεισμένος
για κάθε ξαφνικό φιλοσοφώ.
Κερδίζω, και χαμένος θε να βγω
όταν, όταν χαράζει, λέω «Καλή νυχτιά!»
Ξαπλώνω, λέω: «θα φάω καμιά βροντιά!»
Είμαι πλούσιος κι όλο έχω αδεκαριές
μαγκούφης, καρτερώ κληρονομιά
καλόδεχτος, διωγμένος με κλοτσιές.

Έγνοιες δεν έχω κι είμαι ιδεασμένος
πλούτια να βρω, μα δεν τα επιθυμώ.
Απ’ όσους με παινάνε προσβαλμένος,
και κοροϊδεύω ό,τι είναι σοβαρό.
Φίλο έχω όποιον με πείσει πως γλυκό
κελάδημα ειν’ της κάργιας η σκουξιά
για όποιον με βλάφτει λέω πως μ’ αγαπά
το ίδιο μου είναι κι οι αλήθειες κι οι ψευτιές
τα ξέρω όλα, δε νιώθω τόσο δα
καλόδεχτος, διωγμένος με κλοτσιές.

Πρίγκιπα μου μακρόθυμε, καμιά
γνώση δεν έχω και μυαλό σταλιά,
μα υπακούω στους νόμους. Τι άλλο θες;
Πώς; Τους μιστούς να πάρω, είπες, ξανά;
Καλόδεχτος, διωγμένος με κλοτσιές.

Francois Villon

Μουσική-ερμηνεία: Θάνος Μικρούτσικος

Παρασκευή, 14 Ιουνίου 2013

ΗΛΙΑΣ ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ – Το μέγα μήνυμα

Φωτογραφία: Κώστας Μπαλάφας

Ο Ηλίας Σιμόπουλος γεννήθηκε το 1913 στο Καστανοχώρι Αρκαδίας. Από μικρός εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Άμα έβγαλε το γυμνάσιο, σπούδασε νομικά. Από τα γυμνασιακά του χρόνια άρχισε να δημοσιεύει πιιήματα σε περιοδικά με το ψευδώνυμο Παύλος Ροδής. Στα 1933-1935 καταπιάστηκε με τη σκηνοθεσία και ήταν σκηνοθέτης στο «Εργατικό θέατρο» της «Ενωτικής Γενικής Συνομοσπονδίας των Εργατών Ελλάδος». Το 1946 έβγαλε την πρώτη του ποιητική συλλογή «Χαιρετισμός στον πρώτο ήλιο», το 1958 την «Αρκαδική Ραψωδία» και στα 1959 την «Έκτη εντολή». Η ποιητική αυτή συλλογή του μεταφράστηκε στα γαλλικά. (Γιάννης Κορδάτος, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας από το 1453 ως το 1961, τόμος δεύτερος. Εκδόσεις Επικαιρότητα, Αθήνα 1983).

Το μέγα μήνυμα

Γνωρίζω τα ματωμένα σου βήματα
στον απάτητο δρόμο.
Ξέρω τις αγρύπνιες σου στις αξημέρωτες νύχτες
της ανέλπιδης αναμονής.
Θυμάμαι
την ομορφιά σου, που δεν τη λέκιασε δάκρυ
τη μορφή σου
γιομάτη θυσία, εγκαρτέρηση και αξιοπρέπεια.
Και σ’ έχω πάντα μέσα μου
και σ’ αναπνέω.
Την ιστορία σου
την πήραν οι άνθρωποι, τα πουλιά και οι άνεμοι,
την έκαναν τραγούδι
και την τραγουδούν
όλα τα στόματα.
Την ιστορία σου
την πήρε η φήμη στ’ άσπρα της φτερά
και την ακούμπησε πα στο κατώφλι της αιωνιότητας.
Εσύ ποτέ δε θα πεθάνεις.
Τον τόπο που σε γέννησε τον λεν
Ε λ λ ά δ α.

ΗΛΙΑΣ ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ

«Χαιρετισμός στον πρώτο ήλιο», 1946.