Σάββατο, 25 Μαΐου 2013

"ΣΤ' ΑΠΟΣΚΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ": παρουσίαση του βιβλίου της Γεωργίας Σ. Σκοπούλη στην Εταιρεία Ηπειρωτικών Μελετών – Γιάννενα, 28 Μάη 2013.



63 Ηπειρώτες 68-103 ετών αφηγούνται τη ζωή τους
«Στ΄ απόσκια της ιστορίας ονόμασα το βιβλίο τούτο. Σκληρά ακούγονται τα λόγια όπως σκληρή και η ζωή τους. Κανείς ποτέ δεν θα τους ρωτήσει το πώς και το γιατί. Και θα την γράψουν την ιστορία οι ειδικοί, με τους αριθμούς και τις πράξεις τις ληξιαρχικές. Μπορούν οι στατιστικές και τα γεγονότα τα ξερά ν’ αγγίξουν την ψυχή; Κι αν ιστορία είναι η ίδια η ζωή, ετούτοι έγραψαν ιστορία. Τη δική τους και του τόπου τους. Με πόνο και με αίμα. Την ιστορία που έτσι ποτέ δεν την είδαμε στα βιβλία τα σχολικά· ούτε και στις εγκυκλοπαίδειες τις μεγάλες.
Εξήντα τρεις αγρότες, κτηνοτρόφοι και χτιστάδες της Ηπείρου. Εκατόν τρία χρονών ο μεγαλύτερος, εξήντα οχτώ ο μικρότερος. Τους ζήτησα να μου πουν τη ζωή τους όπως τη θυμούνταν. Τα έγραψα όπως μου τα είπαν. Παιδιά των πολέμων οι περισσότεροι με την ψυχή σημαδεμένη. Και βγαίνει πόνος. Πόνος βουβός. Αναπολούν το παρελθόν και το ξορκίζουν...» (Η συγγραφέας  για το βιβλίο της).

ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ:

Άστα! Δεν τα παίρνει ένα βιβλίο... Γράψε τ’ αναγκαία μόνο.
Ήμασταν και οι δυο βομβαρδισμένοι· σαν νύφη και γαμπρός ξένα ρούχα είχαμαν.
Τώρα τα λέω στα εγγόνια και τους φαίνεται σαν μύθος! Δεν το πιστεύουν.
Νομίζω ότι η γυναίκα πρέπει να έχει την πρώτη θέση.
Εκείνο που με έκανε επαναστάτη ήταν το μοιρολόι της βάβως μου.
Εκεί είδα Ελασίτες να παραδίδουν τα όπλα και να κλαίνε· και ένας είπε: Ε ρε Κώστα! αν χρειαστούν αυτά τα όπλα πού θα τα βρούμε;
Τα παιδιά ήταν φτηνά τότε.
Δυο ώρες στο σχολειό, πέντε στα γίδια.
Όταν πήγαμε στο Γράμμο, δεν έβλεπες ήλιο πουθενά. Όταν εγκαταλείψαμε, δεν υπήρχε ίσκιος να καθίσεις.
Όταν πήγαμε στη Γερμανία, δεν τους βλέπαμε σαν εχθρούς. Ήταν όμως άπονοι.
Στην Ελλάδα... είναι μεγάλη δουλειά το κομματικό.
Είχαμαν από το σόι εφτά στο Ζέρβα κι ένας-δυο στο ΕΑΜ.
Τόσα χρόνια μόνος! Πώς πέρασα να λές! Να πλένω, να μαγειρεύω, σαν γυναίκα ...
Έφτακα δεκαοχτώ χρονών για να τη δώ. Σάμπως μπορούσες; Τότες ήταν ζόρικα! Τα ερωτεύματα δεν επιτρέπονταν.
Πολιτικό άσυλο με τ’ όνειρο της επιστροφής.
Αυτά που είδαν τα μάτια μου στην Αυστραλία δεν θα τα έβλεπα ποτέ!
Έ ορέ παιδί! άμα ομοιάσεις εμένα, να πεθάνεις τώρα.
Είχα κάνει όρκο. Λούστροι να γίνουν στην Αθήνα! Αρκεί να φύγουν.
Ξέρω τα χειρότερα! Είμαι πλούσιος.

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Οι εκδόσεις Το Ροδακιό σας προσκαλούν στην παρουσίαση του βιβλίου της Γεωργίας Σ. Σκοπούλη  Στ’ Απόσκια της Ιστορίας την Τρίτη 28 Μαΐου 2013 ώρα 8μμ στην Εταιρεία Ηπειρωτικών Μελετών, Παρασκευοπούλου 4 ΓΙΑΝΝΕΝΑ.

Το βιβλίο θα παρουσιάσει ο Καθηγητής Κοινωνικής Λαογραφίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων Βασίλης Νιτσιάκος.

Θα διαβάσει ο ηθοποιός Βασίλης Σιάφης.

Ο Δημήτρης Ξαξίρης θα παίξει φλογέρα.

Συντονίζει η φιλόλογος Βούλα Σκαμνέλου.

Υπό την αιγίδα του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Ιωαννιτών στα πλαίσια του εορτασμού 100 Χρόνια Ελεύθερα Γιάννενα. 



ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΡΟΛΟΓΟ ΤΟΥ ΜΙΧΑΛΗ ΜΕΡΑΚΛΗ, Ομότιμου Καθηγητή Λαογραφίας:

Η κυρία Σκοπούλη, μετά τον τόμο με τις αφηγήσεις γυναικών της Ηπείρου, έρχεται να συμπληρώσει την προσφορά της στην πολιτική και πολιτισμική ιστορία της πατρίδας της με αυτοβιογραφικές αφηγήσεις ανδρών. Οι ιστορίες αυτές καλύπτουν ολόκληρο τον περασμένο αιώνα, ενώ πολλές φορές η αναφορά και στους γονείς και στους παππούδες με τα συν αυτοίς μάς πηγαίνει και στο 19ο αιώνα.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΦΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΑΓΟΡΗ, 103 ΧΡΟΝΩΝ:

Εγώ όλα τα θυμάμαι. Εγώ γεννήθηκα εδώ, στο χωριό, το 1905. Αγρότες οι γονείς μου. Εγώ ήμουν ένα παιδί φτωχό. Μόλις έγινα τριών χρονών ο πατέρας πήγε στη Ρουμανία. Έμεινα με τη μάνα και με μια αδερφή στη σαρμανίτσα. Η μάνα με μεγάλωσε, να δουλεύει στον κόσμο εργατίνα, να θερίζει, να σκαλίζει.

Πήγα μέχρι την Τετάρτη Δημοτικού. Τότε είχαμαν Τούρκους εδώ. Δεν είχα να πάρω τα βιβλία, πλάκες, μολύβια, τετράδια, κοντύλια· δεν είχε η μάνα να πληρώσει.

Έφυγα, πήγα τσομπάνος σ’ ένα μπάρμπα μου και φύλαγα τα γίδια. Μούδινε δέκα δραχμές μεριάτικο. Έκατσα καναδυό χρόνια. Έφυγα και πήγα σε μια αδερφή της μάνας. Είχε τρία- τέσσερα κορίτσια και με είχαν συνοδειά. Αυτές δεν είχαν αδερφό. Φύλαγα τα γίδια, έκανα χωράφι με τα βόδια, είχαν μεγάλη περιουσία.

Από δεκαπέντε χρονών και πάνω κατάλαβα τον κόσμο. Ενώ ήμουν οπισθοδρομικός γιατί με τα ζώα ζούσα, αρχίνισα να πηγαίνω στην εκκλησία, στα πανηγύρια, στους γάμους, γνωρίστηκα με παιδιά, κόσμο...  Επειδή ήμουν καλό παιδί με έβγαλαν επίτροπο στην εκκλησία. Δεκαοχτώ χρόνια χρημάτισα με τον παπά, ήμουν τόσο έμπιστος! Και στα οικονομικά, γιατί πριν τα τρώγανε... Πήγα στρατιώτης μετά, για ενάμιση χρόνο. Γνωρίστηκα καλά με κόσμο. Περισσότερο έκανα στα Γιάννενα, λίγο Φιλιάτες και ξαναγύρισα. Λοιπόν, απολύθηκα και δεν είχα τι να κάνω. Αναγκάστηκα να γράψω ένα γράμμα στην Αθήνα σ’ έναν ξάδερφο. Έχω μια δουλούλα, έλα πάνω, μου είπε. Πήγα σε κάποιον που μ’ έστειλε. Δεν γνώριζα κανέναν. Περίμενε να ρθεί τ’ αφεντικό, μού είπαν. Μου φέρνουν μια μπύρα να πιω. Φούσκωσε το ποτήρι μέχρι πάνω! Ήπια και με πείραξε λίγο- τι να μη με πειράξει; εγώ ήμουν μαθημένος με το ξινόγαλο!


Η ΓΕΩΡΓΙΑ Σ. ΣΚΟΠΟΥΛΗ γεννήθηκε το 1950 στην Πεδινή Ιωαννίνων, όπου και ζει από το 1989. Ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία για περισσότερα από είκοσι χρόνια. Τούτο είναι το τέταρτο βιβλίο της. Τα προηγούμενα ήταν: Μα, πρέπει να έχεις κάτι να πεις, Δωδώνη 2003. Αυτές που γίναν ένα με τη γη, Δωδώνη 2007, 2007, 2008, Ο Γιατρός, Δωδώνη 2009. Το blog της εδώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: