Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2013

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ - Τριλογία του θυμού




Ο Καλόγεροι

Εμαστ᾿ ο νεργοι κα ο χαροι,
κα τς ζως εμαστ᾿ μες ο καταλαλητάδες,
γι ν πατμε κα ν σβήνουμε εμαστε
τ ραα κα τ᾿ ληθινά, τ᾿ νθια κα τς λαμπάδες.
Τν λιο κα τ λιόχαρα χτρευόμαστε,
κα τς γάπες τς καρδις κα το παιδιο τ γέλια,
μ νεκροσάβανο σκεπάζουμε
τ Λόγο τν τετράψυχο στ γαλην Βαγγέλια.
Εμαστ᾿ κούφιος χος παράταιρος
στν κεραυνν τ ταίριασμα κα στν κελαιδημάτων,
χαλάσματα κα σκιάχτρα κάνουμε
τος θείους ναος κα τ λευκ κορμι τν γαλμάτων.
Μ ν ραγις τ σύντριψε τ σίδερα,
«Ζωή!» Τεχνίτης κραξε, Σοφέ, λαλάζεις «Νίκη!»
φύγαμε τότε κα τρυπώσαμε
μέσ᾿ στν ρήμων τς μονις κα γίναμεν ο λύκοι.
Κα τώρα κάθε πο παντήσουμε
τν πατία τν τρομην δέα τν στρομάτα,
τ σφάζουμε, τ χιλιοκομματιάζουμε,
κα - λύσσα! - τ κομμάτια της τ ρίχνουμε στ στράτα.


βέργα το Ζωΐλου

Στν πλάση, π τς θάλασσας τ μάνητα
ς τν τριγμ το σαρακιο, κι π᾿ τ βουν ς τ χνούδι,
κα μέσα στ βουβ κα μέσ᾿ στ᾿ σίγητα,
στ πάντα δυσκολόβρετο κοιμται να τραγούδι.
Κα τ τραγούδι τ ξυπννε ο μηροι,
σάρκα το δίνουν, ψυχή, φς, τ κάνουν πλάσμα κα στρο,
κ᾿ στερα σες, κιθάρες δρόμο δόστε του!
Μ τ τραγούδι ψώνεται τς Πολιτείας τ κάστρο,
μέσ᾿ στ τραγούδι Νόμος πρωτοβλάστησε,
κι π τς λύρας τ νειρα τ ργα τ μεγάλα
ο δόξες τν θνν τν κοσμοξάκουστων
κρατονε πρωτοβύζαχτο το τραγουδιο τ γάλα.
Γι τοτο πλάστες κα προφτες ο μηροι,
ταίριαστοι, δασκάλευτοι, κακοι, ξένοι, ραοι
μέσα στ θεία τους γλώσσα τν γράμματη
ρώων λαλάζει λαός, μις μάννας καρδι κλαίει.
Μέσα στ θεία τους γλώσσα τν γράμματη
μ πρόσωπο Πεντάμορφης εναι γραμμέν᾿ δέα,
ζωές, λήθειες, πάθια, λαχταρίσματα,
κι λα σα λέτε, στόχαστοι κα νίδεοι, χυδαα!
Γι τοτο καταριέστε τ τραγούδι τους,
πο ρέει γοργ μ τ νερ ψηλάθε τ καθάρια,
σες, το Ξεπεσμο λουλούδια τίμητα
σς χει νος πόπαιδα κ᾿ σκημι βλαστάρια!
Γι τοτο, ν κάνουν ο μηροι ν τρέμετε,
τρομάρα το νεμόδαρτου στ δέντρο πάνω φύλλου,
τν μήρων τους σκιους δν τος τρέμετε.
Κι ατος χτυπτε, παίρνοντας τ βέργα το Ζωίλου!


ποιητής

Μόνος. ν᾿ δειο πέραντο τριγύρω μου,
κα μις πολέμιας χλαλος σώπαστη φοβέρα.
Κι ταν κείνη κατακάθεται,
μόνος, θανάσιμη σιωπ παγώνει πέρα ς πέρα.
Μόνος. Μ᾿ ρνήθηκαν ο σύντροφοι,
κι π τ πλάι μου γνωστικ τ᾿ δέρφια τραβηχτκαν.
Μ᾿ δειξε κάποιος. - Ν τος! - Καταπάνω μου
γυνακες, ντρες, γέροντες, παιδιά, σκυλι ριχτκαν.
Τ χέρι τ κριβ τς δηγήτρας μου,
πο μ κρατοσε, νοίχτηκε πρς λλα χάιδια ... Μόνος.
Σ βάθη μυστικ περνονε στράφτοντας
τν σκητάδων ο χαρές, το μαρτυρίου θρόνος.
Φωτιά βαλαν, τ κάψανε τ σπίτι μου,
κα σύντριψαν τ λύρα μου μ τ βαθι ρμονία.
Τν Πολιτεία δυ Λάμιες τ ρημάζουνε:
λύσσα το καλόγερου, το δασκάλου μανία.
Τς Πολιτείας πόρτα κλείστηκε,
μ διώξανε, ρμος βρέθηκα στ ρμα μονοπάτια
κα τς δέας τς στρομάτας, πο σφαξαν
π τ στράτα μάζωξα τ λόφωτα κομμάτια.
Κα τσπερνα στ διάβα μου, κα φύτρωναν
δ παράδεισοι, κ᾿ κε βασίλεια, κ᾿ κε πέρα
παλάτια κ᾿ κκλησις κα δρακοντόκαστρα.
Κι λα στν δια εφραίνονταν νύχτωτην μέρα.

1901

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ

2 σχόλια:

Giannis Pit. είπε...

Καλησπέρα αγαπητέ Φίλε και Καλή Χρονιά. Πρώτη φορά είδα το ιστολόγιό σου και συναντήθηκα με αυτό.
Ομολογώ μια πολύ μεγάλη δουλειά πάνω στην Ποίηση, που στα χρόνια της κατάπτωσης που ζούμε, αποτελεί σημαντικό εργαλείο κοινωνικής συνείδησης.
Καλές εμπνεύσεις και συνέχεια εύχομαι και φυσικά θα είμαι αναγνώστης σου.
Με κάθε Τιμή

Οικοδόμος είπε...

Καλησπέρα Γιάννη,
καλώς όρισες.
Σ' ευχαριστώ από καρδιάς για τα τόσο ζεστά σου λόγια . Καλή χρονιά σου εύχομαι και ό,τι επιθυμείς να το πετύχεις. Να είμαστε καλά, να "βλεπόμαστε" και να τα λέμε.
Καλή δύναμη!