Τετάρτη, 22 Ιανουαρίου 2014

Μενέλαος Λουντέμης – Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΝΤΑΡΤΗ



Ένα φεγγάρι εκρέμουνταν στην αγριελιά κλαμμένο
προχτές που φέραν τέσσερις το Βάγγο χτυπημένο.
Κι είχε μια αχνάδα η όψη του, μια μελανιά η θωριά του ―
μια αγριάδα του θανάτου.

Μαζί του κατηφόριζε κι ένα δροσάτο αγέρι ―
μια καλονιά απ’ τη Ρούμελη, χλωμή σαν τ’ αγιοκέρι.
Με λίγα αμίλητα παιδιά κομμένα απ’ τα γιουρούσα
και μια σκυλίτσα ρούσσα.

Τον στρώσαν σε ψηλόν οντά με τα φαντά σεντόνια
κι απ’ τα κονίσματα ψηλά σιγόσταζε η συμπόνοια.
Κι ένα λουλούδι που πικρά κούρνιαζε σαν το σπίνο ―
σκύβει να ιδεί και εκείνο.

Τα παραθύρια σβήσανε κι απόμειναν κλεισμένα.
Μη δουν κεφάλια ξέπλεκα και μάτια δακρυσμένα
τ’ αστέρια που κατέβηκαν τούτα τα κρύα τα βράδυα,
για να κρατήσουν βάρδια.

Θρηνολογά η κουφοξυλιά, δέρνονται τ’ αρμυρίκια!
Κλαιν οι οξυές φύλλα χλωμά κλαιν τα γκρεμνά χαλίκια.
Κι ένας τσομπάνος άπραγος με το ραβδί που εκράτα ―
δέρνει τρελλά τα βάτα.

Τον είχε ο λόγγος σταυραητό, τα τρίκορφα γιορντάνι.
Τον είχε η λέφκα ψυχογιό, τα διάσελα καλπάκι.
Τον είχε η σύναξη αδερφό, και το Καπετανάτο
φλουρί κωσταντινάτο.

Περνούν και τον θρηνολογούν, περνούνε και τον ραίνουν.
Λυπητερά μαλώματα, κακιώματα του κραίνουν.
Κι ο Βάγγος τους χαμογελά από το προσκεφάλι
σαν κόρη πούχει σφάλλει.

Διαβαίνουν οι γερόντισσες και χύνουν τα μαλλιά τους.
Περνούν κι οι νιες και χύνουνε ρόδα ― τα μαγουλά τους.
Περνάει κι ο Πικροχάροντας κι απ’ τ’ άτι ξεπεζεύει ―
ο Βάγγος για ν’ ανέβει.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ


Από την ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΙΑΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ 1941–1944, τόμος ΙΙ ΠΟΙΗΣΗ (επιλογή: Έλλη Αλεξίου), εκδόσεις ΗΡΙΔΑΝΟΣ

Ο συγγραφέας, ο αγωνιστής, ο άνθρωπος  Μενέλαος Λουντέμης έφυγε από τη ζωή σαν σήμερα, στις 22 Γενάρη του 1977.

1 σχόλιο:

ΕΥΡΥΤΑΝΑΣ ΙΧΝΗΛΑΤΗΣ είπε...

Μοναδικός ο Λουντέμης, να συγκινεί, να ξεσηκώνει!