Σάββατο, 12 Ιουλίου 2014

«Μην πεθαίνεις ποιητή!» (Ο ταχυδρόμος του Νερούντα)

Ο ταχυδρόμος του Νερούντα

Κοντά στο σπίτι του Νερούντα μια ομάδα στρατιωτών είχε υψώσει ένα οδόφραγμα και πιο μακριά ένα καμιόνι στριφογύριζε, χωρίς θόρυβο, το φως της σειρήνας. Εβρεχε ελαφρά. Ηταν μια κρύα νύχτα, πληκτική.
Ο ταχυδρόμος σταμάτησε και από την κορυφή του λόφου, ενώ τα μάγουλά του ήταν βυθισμένα στη λάσπη, έκανε μια εκτίμηση της κατάστασης. Το σπίτι του ποιητή είχε περικυκλωθεί μέχρι το βορρά και φρουρούνταν από τρεις νεοσύλλεκτους κοντά στο αρτοποιείο. Οσοι αναγκαστικά έπρεπε να διασχίσουν αυτήν την απόσταση έρχονταν σ' επαφή με τους στρατιωτικούς. Εάν ο περαστικός είχε μια τσάντα, τον απειλούσαν με βιαιότητα να δείξει ένα - ένα τα προϊόντα. Μετά, του επέτρεπαν να περάσει. Παρόλο που ήταν όλα πρωτόγνωρα, φάνηκε στον Μάριο πως η συμπεριφορά των στρατιωτών είχε μια γεύση ρουτίνας. Οι νεοσύλλεκτοι σκλήραιναν μόνο, όταν, κατά διαστήματα, ερχόταν ένας υπολοχαγός με μουστάκια και απειλητική φωνή.
Ο Μάριο μέχρι το μεσημέρι εξέταζε τις κινήσεις του. Μετά κατέβηκε με προφύλαξη και διέτρεξε το πίσω μέρος των ανώνυμων σπιτιών. Εφτασε στην ακτή, στο ύψος της προκυμαίας, και προχώρησε μέχρι το σπίτι του Νερούντα, ξυπόλυτος μέσα στην άμμο. Σε μια σπηλιά έβαλε την τσάντα πίσω από ένα βράχο και με μεγάλη προφύλαξη, όσο του επέτρεπαν οι συνεχείς πτήσεις του ελικοπτέρου που ερευνούσαν την ακτή, άπλωσε το ρολό των τηλεγραφημάτων και επί μία ώρα τα διάβαζε. Μετά έστριψε το χαρτί μέσα στις παλάμες του και το τοποθέτησε κάτω από μια πέτρα. Η απόσταση μέχρι το καμπαναριό, μολονότι επικίνδυνη, δεν ήτανε μεγάλη. Ομως, τον σταμάτησε για μια ακόμη φορά η κίνηση των αεροπλάνων και των ελικοπτέρων, που έδιωχναν βάναυσα τους γλάρους και τους πελεκάνους. Φοβήθηκε και ματαίωσε το σχέδιό του να σκαρφαλώσει το λόφο, τόσο από το να τσακιστεί, όσο από το φόβο να συλληφθεί από τη φρουρά του δρόμου.
Εψαξε την παρηγοριά της σκιάς, για να κινηθεί. Αν και δεν είχε σκοτεινιάσει, με κανένα τρόπο δεν τον προστάτευε ο ήλιος, που έδειχνε μέχρι και τα υπόλοιπα των σπασμένων μπουκαλιών, καθώς και τα αστραφτερά βότσαλα πάνω στην ακτή. Στο καμπαναριό έριξε λίγο νερό πάνω του, για να πλύνει τις γρατζουνιές στα μάγουλα και στα χέρια του.
Ξεμυτίζοντας στην ταράτσα, είδε τη Ματίλδη με τα μπράτσα σταυρωμένα και τη ματιά καρφωμένη στη θάλασσα. Η γυναίκα γύρισε το βλέμμα της και ο ταχυδρόμος της έκανε ένα νόημα και φέρνοντας ένα δάχτυλο στο στόμα ικέτευε σιγή. Η Ματίλδη, φροντίζοντας να μη γίνει αντιληπτή από τη φρουρά του δρόμου, με ένα βλεφάρισμα, του έκανε νόημα να κατέβει. Επρεπε ν' αφήσει την πόρτα μισάνοιχτη για να μπορέσει να διακρίνει τον Νερούντα μέσα σ' ένα περιβάλλον ποτισμένο από τη μυρωδιά των φαρμάκων και την υγρασία των ξύλων.
Πάτησε το χαλί και έφτασε μέχρι το κρεβάτι του Νερούντα. Είχε τη συστολή του επισκέπτη ενός ναού. Ο ποιητής ανέπνεε βαριά και φαινόταν ότι πνιγόταν. Ντον Πάμπλο, ψιθύρισε... Η σιλουέτα του Νερούντα ορθώθηκε με δυσκολία πάνω στο κρεβάτι και τα άψυχα μάτια του ερεύνησαν τη σκιά.
- Μάριε;
- Ναι, ντον Πάμπλο...
- Πλησίασε μικρέ...
Κοντά στο κρεβάτι, ο ποιητής έπιασε τον καρπό του χεριού του, με ένα σφίξιμο που του φάνηκε πυρετικό, και τον έβαλε να καθίσει κοντά στο προσκεφάλι.
- Αυτό το πρωινό προσπάθησα να μπω στο σπίτι, αλλά δεν μπόρεσα. Το σπίτι ήταν περικυκλωμένο από στρατιώτες. Μόνο το γιατρό άφησαν να μπει. Ενα αδύναμο χαμόγελο έσκασε στα χείλη του ποιητή. Πια δε χρειάζομαι γιατρό, γιε μου. Θα ήταν καλύτερο να με έστελναν απ' ευθείας στο νεκροθάφτη.
- Μη μιλάς έτσι, ποιητή...
- Ο νεκροθάφτης είναι ένα καλό επάγγελμα, Μάριε. Σε μαθαίνει φιλοσοφία...
- Πώς αισθάνεσαι ντον Πάμπλο;
- Ετοιμοθάνατος... εκτός από αυτό τίποτα το ιδιαίτερα βαρύ.
- Ξέρεις αυτό που γίνεται;
- Η Ματίλδη προσπαθεί να μου το κρύψει.
- Ομως, εγώ έχω ένα μικρό ραδιοφωνάκι κάτω από το μαξιλάρι.
Κατάπιε λίγο αέρα και εν συνεχεία τον ξεφύσηξε τρέμοντας.
- Ανθρωπέ μου, μ' αυτό τον πυρετό αισθάνομαι σαν το ψάρι στο τηγάνι.
- Ηδη, φεύγει ο πυρετός, ποιητή.
- Οχι, γιε μου. Δε φεύγει ο πυρετός. Εγώ φεύγω μαζί του.
- Είναι βαρύ αυτό που έχεις, ντον Πάμπλο;
- Αφού αναφερθούμε στον Σαίξπηρ, θα σου απαντηθώ, όπως ο Μερκούτιο όταν τον διαπερνάει το σπαθί του Τιπάλντο. «Η πληγή δεν είναι τόσο βαθιά όπως ένα πηγάδι, ούτε τόσο πλατιά όπως η πόρτα μιας εκκλησίας, όμως βρίσκει το στόχο της. Ρώτα για μένα αύριο και θα δεις πόσο ευθαρσής είμαι».
- Παρακαλώ, κάθισε ποιητή.
- Βοήθησέ με να φτάσω μέχρι το παράθυρο.
- Δεν μπορώ. Η κυρία Ματίλδη με άφησε να μπω γιατί...
- Είμαι ο κουμπάρος σου, ο κερατάς σου και ο νονός του γιου σου. Χάρη σ' αυτούς τους τίτλους, κερδισμένους με τον ιδρώτα της πένας μου, απαιτώ να με πας μέχρι το παράθυρο.
- Φυσάει κρύος αέρας, ντον Πάμπλο.
- Ο κρύος αέρας είναι κάτι σχετικό. Εάν έβλεπες τι παγωμένος αέρας φυσάει στα κόκαλά μου... Οδήγησέ με μέχρι το παράθυρο.
- Περίμενε εδώ, ποιητή.
- Τι θέλεις να μου κρύψεις; Μήπως, όταν ανοίξω το παράθυρο, δε θα υπάρχει εκεί κάτω η θάλασσα; Επίσης, την πήραν; Επίσης, την έβαλαν σε ένα κλουβί;
Η φωνή του ποιητή βράχνιασε περισσότερο. Από τις κόρες των ματιών του, άρχισαν να τρέχουν δάκρυα. Ο Μάριο χάιδεψε αργά τα μάγουλά του και μετά έβαλε τα δάχτυλα στο στόμα, όπως σ' ένα μικρό παιδί.
- Η θάλασσα είναι εκεί, ντον Πάμπλο.
- Τότε τι σου συμβαίνει; βρυχήθηκε ο Νερούντα με τα μάτια γεμάτα ικεσία.
- Οδήγησέ με μέχρι το παράθυρο.
Ο Μάριο βύθισε τα δάχτυλά του κάτω από τα μπράτσα του ποιητή και τον σήκωσε μέχρι που τον έφερε στο πλάι του. Σαν ένας μόνο άνθρωπος προχώρησαν μέχρι το παράθυρο. Τράβηξε τη γαλάζια κουρτίνα. Δε θέλησε, όμως, να δει αυτό που έβλεπε ο ποιητής. Το κόκκινο φως της σειρήνας μαστίγωσε διαδοχικά τα μαγουλά του.
- Ενα ασθενοφόρο, γέλασε ο ποιητής με τα μάτια γεμάτα δάκρυα. Γιατί όχι ένα φέρετρο;
- Θα σε πάνε σ' ένα νοσοκομείο του Σαντιάγκο. Η κυρία Ματίλδη ετοιμάζει τα πράγματά σου.
- Στο Σαντιάγκο δεν υπάρχει θάλασσα. Μόνο ράφτες και χειρούργοι. Ο ποιητής άφησε να πέσει το κεφάλι του πάνω στο τζάμι, που θόλωσε από την ανάσα του.
- Είσαι πολύ ζεστός, ντον Πάμπλο...
Ο Νερούντα προσπάθησε να περπατήσει μέχρι το άλλο παράθυρο. Βοηθώντας τον, ο ταχυδρόμος κατάλαβε πως η μοναδική δύναμη αυτού του σώματος κατοικούσε στο κεφάλι.
- Πες μου μια καλή μεταφορά, για να πεθάνω ήρεμος, νεαρέ.
- Δε μου έρχεται καμιά μεταφορά, ποιητή, όμως άκουσε καλά αυτά που έχω να σου πω.
- Σε ακούω, γιε μου.
- Καλά. Σήμερα έφτασαν παραπάνω από 20 τηλεγραφήματα για σένα. Θέλησα να στα φέρω, όμως το σπίτι ήταν περικυκλωμένο και έπρεπε να επιστρέψω, θα μου συγχωρήσεις αυτό που έκανα, όμως δεν υπήρχε άλλη λύση.
- Τι έκανες;
- Διάβασα όλα τα τηλεγραφήματα και τα έμαθα από μνήμης, για να μπορέσω να στα πω.
- Από πού έρχονται;
- Από πολλά μέρη. Αρχίζω μ' αυτό της Σουηδίας.
- Προχώρα.
Ο Μάριο, κοιτάζοντας ένα μαραμένο λουλούδι στο βάζο του τραπεζιού, προσπάθησε να θυμηθεί το πρώτο κείμενο.
«Πόνος και αγανάκτηση για τη δολοφονία του Προέδρου Αλιέντε. Κυβέρνηση και λαός προσφέρουν άσυλο στον ποιητή Πάμπλο Νερούντα - Σουηδία».
Αλλο, είπε ο ποιητής, νιώθοντας πως ανέβαιναν σκιές στα μάτια του, οι οποίες πήγαιναν να ενωθούν με κάποια θολά σώματα που φαίνονταν να σηκώνονται από την άμμο. «Το Μεξικό θέτει στη διάθεση του ποιητή Νερούντα και της οικογένειάς του αεροπλάνο που θα φτάσει γρήγορα εκεί». Ο Μάριο δεν ήταν σίγουρος ότι είχε ακουστεί...
Το χέρι του Νερούντα έτρεμε πάνω στο πόμολο του παραθύρου. Ταυτόχρονα, ένιωσε ότι άγγιξε ανάμεσα στα κολλημένα χέρια του το ίδιο υλικό που έτρεχε στις φλέβες του και γέμιζε το στόμα του. Πίστεψε ότι έβλεπε να κατασκευάζεται στην παραλία ένα σπίτι από βροχή, ένα υγρό από υλικό που ήταν όλο δέρμα και που ήταν αυτός ο ίδιος.
Ενα τρομερό μυστικό αποκαλυπτόταν τώρα. Αυτό το μαύρο νερό ήταν σπόρος, ήταν η σκοτεινή χειροτεχνία των ριζών, η μυστική χρυσοχοΐα των γόνιμων νυχτών του. Ηταν ένα μάγμα, στο οποίο όλα ανήκουν. Αυτό που όλες οι λέξεις έψαχναν, καταδίωκαν, τριγύριζαν χωρίς να το ονομάζουν ή το ονόμαζαν σιωπώντας. (Το μόνο σίγουρο είναι ότι αναπνέουμε και ότι παύουμε να αναπνέουμε, είχε πει ο νέος ποιητής αποχαιρετώντας τον νεκρό).
Το σπίτι του απέναντι στη θάλασσα. Τα μάτια του ήταν το σπίτι των πραγμάτων. Τα χείλη του ήταν το σπίτι των λέξεων. Ολα βρέχονταν από το ίδιο νερό. Το νερό που φλόγισε τη ζωή και το θάνατο του ποιητή.
Από τα χείλη του ακούστηκε ένα ποίημα.
«Εγώ επιστρέφω στη θάλασσα, ντυμένος με τον ουρανό
η σιγή ανάμεσα στο ένα ή στο άλλο κύμα
εγκαθιστά ένα επικίνδυνο σταμάτημα
πεθαίνει η ζωή, ηρεμεί το αίμα
μέχρι που αρχίζει η καινούρια κίνηση
και ξαναηχεί η φωνή του ατελείωτου».
Ο Μάριο τον αγκάλιασε και κλείνοντας τα φλογισμένα μάτια του, του είπε: «Μην πεθαίνεις ποιητή!».

ΑΝΤΟΝΙΟ ΣΚΑΡΜΕΤΑ
(Μετάφραση: Κική Αλεξοπούλου)

Ο Αντόνιο Σκάρμετα γεννήθηκε το 1940 στη Χιλή. Το 1973 έζησε τα δραματικά γεγονότα του πραξικοπήματος που ανέτρεψε τον Πρόεδρο Αλιέντε και αναγκάστηκε να εξοριστεί.Είχε γνωρίσει προσωπικά τον μεγάλο ποιητή Πάμπλο Νερούντα, όταν σαν δημοσιογράφος πήγε να του ζητήσει συνέντευξη. Οι εμπειρίες απ' αυτήν τη φιλία τον ενέπνευσαν να γράψει το έργο «Ο ταχυδρόμος του Νερούντα».
Σ' αυτό το απόσπασμα, ο συγγραφέας περιγράφει το μεγαλείο του ποιητή μπροστά στο θάνατο, την ειρωνεία του απέναντι στους πραξικοπηματίες και τη βαθιά του πίστη ότι τίποτα δε χάνεται και ότι όλα ξαναγεννιούνται. Ο μαρξιστής ποιητής, ο οποίος με την τέχνη του υπηρέτησε τον χιλιανό λαό, στις τελευταίες του στιγμές, εκφράζει την πεποίθηση ότι η χώρα του θα βρει πάλι την ελευθερία της.

Ριζοσπάστης, 4 Φλεβάρη 2007

Δεν υπάρχουν σχόλια: