Τρίτη, 22 Ιουλίου 2014

Ήθελε να τον θεωρούν ποιητή της Παλαιστίνης: Μαχμούντ Νταρουίς (1941-2008) - Δυο ποιήματα

[…]Ηθελε να τον θεωρούν ποιητή της Παλαιστίνης και όχι Παλαιστίνιο ποιητή, της Παλαιστίνης της καρδιάς του, την οποία έχασε παιδί έξι ετών, μαζί με την παιδική του ηλικία: «Οι πυροβολισμοί μέσα στην καλοκαιρινή νύχτα του 1948 στο ήσυχο χωριό Αλ Μπιρουά δεν ξεχώριζαν μεγάλους και μικρούς. Ημουν δεν ήμουν έξι χρονών. Ετρεξα προς τους λόφους με τις μελανές ελιές, περπατώντας και έρποντας. Μετά από μια νύχτα αίματος, τρόμου και δίψας, βρεθήκαμε σε μια χώρα που λεγόταν Λίβανος», θα πει αργότερα. Οταν θα γυρίσει με τους γονείς του πίσω, θα βρει στη θέση του χωριού του ένα εβραϊκό κιμπούτς και όλοι τους θα 'ναι «προσωρινά απόντες», Ισραηλινοί πολίτες που δεν έχουν δικαίωμα να διεκδικήσουν την περιουσία τους. Ετσι εισέβαλαν η πολιτική κι η Ιστορία στη ζωή του, ρίζωσαν κι έγιναν λόγος από τα μικράτα του, όταν στο σχολείο μάθαινε την Τορά αντί για το Κοράνι και τους Εβραίους ποιητές αντί για τους Αραβες. Κι ας χρωστάει σ' αυτά ακριβώς τα εβραϊκά την επαφή του με όλους τους ποιητές που εκ των πραγμάτων δεν μπορούσε να διαβάσει στα αραβικά, τον Μαγιακόφσκι και τον Χικμέτ, τον Ελιάρ και τον Αραγκόν, τον Λόρκα και τον Νερούδα.

Γύρω στα είκοσί του γράφει το διάσημο παλαιστινιακό ποίημα, την «Ταυτότητα», που ανοίγει με την προσταγή: «Γράψε. / Είμαι Αραβας.» Και κλείνει με την προειδοποίηση: «Φυλάξου. / Από την πείνα μου φυλάξου / κι απ' την οργή μου» [ολόκληρο το ποίημα στην έκδοση www. poiein. gr/archives /12990/index. html» \o «Ποίηση του λαού της Παλαιστίνης, (Μαχμούντ Νταρουίς, Ταουφίκ Ζαγιάντ, Σαχίμ αλ Κάσεμ), επιμέλεια μετάφρασης: Καμάλ Καττάν» Ποίηση του λαού της Παλαιστίνης, (Μαχμούντ Νταρουίς, Ταουφίκ Ζαγιάντ, Σαχίμ αλ Κάσεμ), επιμ. μετ. Καμάλ Καττάν, Ομάδα Νεανικής Πολυέκφρασης Αρκαδίας «Ελευσις», 2006].

Με αυτό το ποίημα αλλά και με όλη την πρώιμη ποιητική παραγωγή του, ο Νταρουίς τοποθετείται ως στρατευμένος ποιητής που διακηρύσσει ότι «δεν υπάρχει αισθητική / πέρα από την ελευθερία», όπως γράφει, έγκλειστος, στην «Κατάσταση πολιορκίας». Κι ας είναι η αισθητική όρος για την ουσιαστική απελευθέρωση του ανθρώπου, κι ας είναι η ποίηση αυτή που θα λύσει τελικά την πολιορκία: «Αυτή η πολιορκία θα κρατήσει / ώσπου να τους διδάξουμε να γράφουν / όμορφη ποίηση: την ποίησή μας».

Ο Νταρουίς προσχώρησε πολύ νέος στο Κομμουνιστικό Κόμμα του Ισραήλ, διώχθηκε, φυλακίστηκε, ενεπλάκη στα πολιτικά πράγματα ενεργά ως στέλεχος της PLO και αρνήθηκε ανυποχώρητος τα αξιώματα, ξενιτεύτηκε, έγραψε για την κηδεία του πολύ πριν αρρωστήσει και ξαναέγραψε για τον θάνατό του μετά τη «νεκρανάστασή» του στο πρώτο καρδιακό του επεισόδιο. Εγραφε για τη ζωή και τον έρωτα, την πατρίδα και τον θάνατο, τα λουλούδια της αμυγδαλιάς που επιμένουν, αφοσιωμένος όλο και περισσότερο στο πέρασμα του χρόνου στον ρυθμό και στη μελωδία του στίχου, στο σύμβολο που πρέπει να βαθαίνει, σαν τις ελιές και τα πορτοκάλια της γενέθλιας γης που συμβολίζουν ακόμα και τη νύχτα («Μολύβι όλη μέρα ο ουρανός / πύρινο τη νύχτα πορτοκάλι», μετ. Γιώργου  Μπλάνα), τον πανανθρώπινο μύθο που ενώνει πάνω από τον χώρο και τον χρόνο. Εφυγε από τη χώρα του για να έρθει, σαν τόσους άλλους ποιητές, ακόμα πιο κοντά της κι άνοιξε τους ορίζοντες της ποίησής του, και της σύγχρονης αραβικής ποίησης, στην ετερότητα του ήθους, του ύφους και του μέτρου, έχοντας πάντα επίγνωση της κοινής ανθρώπινης μοίρας κάτω από το αφόρητο βάρος της Ιστορίας - παρότι «λίγο απ' το απόλυτο το μπλε το ατέλειωτο αρκεί / για να ελαφρύνει το φορτίο τούτων των καιρών» (μετ. Αγγελικής Σιγούρου).

Υπήρξε ένας ποιητής λαϊκός, έντονα προφορικός, που απάγγελλε σε κάθε ευκαιρία τα ποιήματά του -σύμφωνα με τη ζώσα αραβική παράδοση- μπροστά σε χιλιάδες κόσμο. Ενας ποιητής που δεν ξεχώριζε τη ζωή και τον έρωτα από την πολιτική, που έψαλλε στην Παλαιστίνη ύμνους ερωτικούς και τραγουδούσε τη γυναίκα ως μητέρα-φύση, ως ομορφιά και συνέχεια, όντας βαθύτατα λυρικός ακόμα και στις πλέον επικές στιγμές του.[…]

Ταυτότητα

Γράψε.
Είμαι Άραβας.
Αριθμός ταυτότητος: 50.000
Τα παιδιά μου είναι οχτώ
Το ένατο θα ΄ρθει μετά από το καλοκαίρι.
Θυμώνεις;

……………….
Γράψε.
Είμαι Άραβας.
Δουλεύω με τ΄ αδέλφια μου του μόχθου σ’ ένα νταμάρι
τα παιδιά μου είναι οκτώ
τραβάω από την πέτρα
τα ρούχα, το ψωμιί και τα βιβλία τους, αλλά
στην πόρτα σου δε ζητιανεύω
Θυμώνεις;

………………
Γράψε.
Είμαι Άραβας.
Όνομα δίχως τίτλο υπομονετικός
σ’ ένα τόπο που βράζει,
οι ρίζες μου
αγκυροβόλησαν
πριν απ΄ τη γέννηση του χρόνου
πριν απ΄των αιώνων το ξετύλιγμα
πριν από τις ελιές κι από τα κυπαρίσσια
και πριν φυτρώσει το χορτάρι.
Ο πατέρας μου
απ΄τη φαμίλια είναι τ’ αλετριού
ο παππούς μου
αγρότης δίχως αξίωμα,
το σπίτι μου καλύβα από καλάμια.
Όνομα είμαι δίχως τίτλο.

………………..
Γράψε.
Είμαι Άραβας.
Το χρώμα των μαλλιών μου είναι μαύρο
το χρώμα των ματιών μου καστανό.
Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά μου:
«κουφίε» πάνω στο κεφάλι μου,
Σκληρή να ‘ναι σαν πέτρα η παλάμη μου
που γρατζουνάει όποιον την αγγίζει,
ό,τι αγαπάω για φαί
είναι το θυμάρι και το λάδι.
Η διεύθυνσή μου:
χωριό απόμακρο και ξεχασμένο
δίχως ονόματα οι δρόμοι του
κι όλοι οι άντρες του
στο νταμάρι και στο χωράφι.
Θυμώνεις;

…………………..
Γράψε.
Είμαι Άραβας.
Λήστεψες τ’ αμπέλια των προγόνων μου
και τα χωράφια που τα δούλευα με όλα τα παιδιά μου.
Δεν άφησες στους απογόνους μου
παρά αυτές τις πέτρες.
Μήπως θα τις πάρει η Κυβέρνησή σας
όπως λένε;
Λοιπόν,
Γράψε στην αρχή της πρώτης σελίδας:
εγώ δεν μισώ τους ανθρώπους
κανέναν δεν κλέβω
μα αν πεινάσω
τρώω τη σάρκα του σφετεριστή μου.
Φυλάξου.
Από την πείνα μου φυλάξου
κι απ’ την οργή μου.


Σχόλιο στο τραγούδι

Σου πήρανε το ξύλινο άλογό σου,
σου πήρανε – ας είναι- τον ίσκιο του άστρου
παιδί μου, λουλούδι του ηφαιστείου
παλμέ του χεριού μου
στα μάτια σου θωρώ τη γέννηση του αύριο
κι ένα άλογο βουλιαγμένο
στη σάρκα του πατέρα μου.
Ξέρουμε καλά τους διαβόλους
που κάνουν ένα παιδί προφήτη. Πες
Θεέ μου δε σου ζητώ τα βολετά τα βάρη•
Δυνατή πλάτη δωσ’ μου.
Σου πήρανε μια πόρτα…
για να σου δώσουνε ανέμους…
Σου άνοιξαν μια πληγή…
Για να σου δώσουν μιαν αυγή.
Σου γκρέμισαν ένα σπίτι
Για να χτίσεις πατρίδα.
Καλά….καλά…
Ξέρουμε καλά τους διαβόλους
που κάνουν ένα παιδί προφήτη. Πες
Θεέ μου δε ζητώ τα βολετά τα βάρη•
Δυνατή πλάτη σου ζητώ.

Μαχμούντ Νταρουίς


Κείμενο: Τιτίκα Δημητρούλια - Καθημερινή
Τα ποιήματα από το ποιείν

Δεν υπάρχουν σχόλια: