Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 2013

"ΕΜΕΙΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ" - Ο Γιώργος Κοτζιούλας γράφει στο «Ρίζο της Δευτέρας» (1/12)




Οι περισσότεροι γνωρίσαμε τον Γιώργο Κοτζιούλα από τα ποιήματά του. Αγνοούμε το μεγαλύτερο μέρος του πολυδιάστατου έργου του και ο κυριότερος λόγος είναι γιατί αυτό παραμένει ανέκδοτο. Μια πτυχή αυτού του έργου είναι η αρθρογραφία στον τύπο. Σε εφημερίδες και περιοδικά έχουν δημοσιευτεί κατά καιρούς πολλά άρθρα του Κοτζιούλα για λογοτεχνικά ζητήματα, κριτικές, χρονογραφήματα και θεωρητικά κείμενα.

Στην προσπάθειά μας να συμβάλλουμε στην ανάδειξη αυτής της λιγότερο γνωστής πλευράς  του έργου του, συγκεντρώσαμε και θα αναρτήσουμε στο διαδίκτυο, σταδιακά από τη στηθάγχη, τα άρθρα του Κοτζιούλα στην εφημερίδα «Ρίζος της Δευτέρας». Τον «Ρίζο της Δευτέρας» με τον υπότιτλο «Εβδομαδιαία δημοκρατική εφημερίδα του λαού - Πολιτική, οικονομική, φιλολογική, σατιρική» τον έβγαζε το ΚΚΕ αυτή την συγκεκριμένη μέρα της βδομάδας που ο Ριζοσπάστης, ως πρωινό φύλλο, δεν κυκλοφορούσε. Η έρευνά μας αφορά την περίοδο από 21/10/1946 έως 22/12/1947, δηλαδή από το πρώτο μέχρι και το 62ο φύλλο της εφημερίδας. Στο διάστημα αυτό στον «Ρίζο της Δευτέρας» δημοσιεύτηκαν 12 άρθρα και 3 ποιήματα του Γιώργου Κοτζιούλα. Να πρσθέσουμε πως την ίδια περίοδο ο Κοτζιούλας έχει και τη στήλη «Γλωσσοφιλολογικά» στον Ριζοσπάστη της Πέμπτης.

Το άρθρο με το οποίο ανοίγουμε αυτή την παρουσίαση έχει τίτλο ΕΜΕΙΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ και ξεκινάει με τη διευκρίνηση «Λέω εμείς εννοώντας τους λογοτέχνες…» , για να αναλύσει στη συνέχεια με παραδείγματα (περιπτώσεις Κ. Βάρναλη, Γαλ. Καζαντζάκη και Γ. Κοτζιούλα) και επιχειρήματα, την εχθρική στάση του ελληνικού –ταξικού- κράτους απέναντι στους λογοτέχνες που δεν υποτάσσονται στη «δούλεψή»  του, σε αντίθεση με τα προνόμια και τις «διευκολύνσεις» αυτών που δεν έχουν κανέναν πρόβλημα να το υπηρετήσουν, μαζί και τους σκοπούς της ύπαρξής του…

Ευχαριστούμε το Επιμορφωτικό Κέντρο Βιβλιοθήκη - Αρχείο "Χαρίλαος Φλωράκης" για την ευγενική παραχώρηση των άρθρων.


ΕΜΕΙΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ

Ρίζος της Δευτέρας, αρ. φύλλου 33. -  2 Ιούνη 1947  

     Λέω εμείς εννοώντας τους λογοτέχνες, τους 100-150 ανθρώπους που γράφουν στα περιοδικά ή στις εφημερίδες και βγάζουν από καιρό σε καιρό κανένα βιβλίο. Όσο για το κράτος, είναι το γνωστό που μας κυβερνάει εκατόν τόσα χρόνια, αλλάζοντας βέβαια πρόσωπα με τις περιστάσεις, αλλά μένοντας το ίδιο στη βάση του και στους σκοπούς του. Ποια είναι τάχα η σχέση που συνδέει αυτές τις δύο έννοιες, αυτές τις δύο παρατάξεις, όπως θα ιδούμε αμέσως;
     Η απάντηση είναι προτιμότερο ν’ αρχίσει με παραδείγματα της τελευταίας ώρας.
Πριν από μέρες αντάμωσα κάπου το Βάρναλη. Ήταν νευριασμένος, μουρμούριζε, μονολογούσε. Μόλις με πρόσεξε που βρισκόμουν μπροστά του.
     Ο σπιτονοικοκύρης μου,  λέει, μου ‘καμε έξωση. Και τώρα τρέχω στα δικαστήρια. Άστα…
     Ήξερα, πως καθόταν από πολλά χρόνια εκεί. Δεν υπαγόταν στο ενοικιοστάσιο;
     ―Όχι! Εμάς δε μας προστατεύει ο νόμος. Λόγιος και ποιητής, σου λέει. Δεν αναγνωρίζεται αυτή η κατηγορία. Ό,τι άλλο να είσαι, δικηγόρος, κλητήρας, βρίσκεις δίκιο. Εμείς όχι…
     Έλεγε μια πικρή αλήθεια, παλιά όσο και τα γράμματά μας. Και ο Βάρναλης, που τάλεγε αυτά, είναι μια δόξα της Ελλάδας.
     Αλλά φταίει γι’ αυτή την υπόθεση το κράτος; Και βέβαια, ποιος άλλος! Αυτό νομοθετεί, ρυθμίζει τη ζωή μας. Και τον κλάδο των ποιητών τον αγνοεί, όποτε δεν τον διώκει.
     Άκουσα σχετικά και μιαν άλλη Ιστορία. Αφορά τη γνωστή συγγραφέα μας, κι εγκεκριμένων μάλιστα διδακτικών, Γαλάτεια Καζαντζάκη.
     Κατόρθωσε από παλιότερα να μπει σε μια μισοδημόσια θέση. Θέση είναι τρόπος του λέγειν, γιατί ο βαθμός της – και ο μισθός της φυσικά – περιορίζεται σε «καθαρίστριας». Αυτό το αξίωμα βρήκαν για μια γυναίκα, την πρώτη σχεδόν, που γέρασε στην υπηρεσία των ελληνικών γραμμάτων.
     Ας είναι. Το πιο σπουδαίο ακολουθεί παρακάτω. Για να την εξευτελίσουν πιο πολύ οι προϊστάμενοί της, πρόκειται – ή της έδωσαν εντολή, δε θυμάμαι καλά – να μετατεθεί στο… γκαράζ, όπου να σκουπίζει πραγματικά, σαν καθαρίστρια που είναι, γιατί στην προηγούμενη θέση της έκανε μια δουλειά ψευτογραφική, από μια σιωπηρή σύμβαση να πούμε.
     Και αυτό δεν έγινε τυχαία, γιατί στο ίδιο γραφείο μπαινόβγαινε από μέρες ένας πράκτορας της Ασφάλειας ζητώντας να δει την ταυτότητά της, για να βεβαιωθεί τάχα πως αυτή ήταν – αληθινά – η Καζαντζάκη και όχι κανένας θηλυκός, ίσως, σωσίας της!
     Θέλετε κι ένα άλλο παράδειγμα ακόμα;
     Εγώ ο ίδιος (ας μου επιτραπεί μια τέτια μεγαλαυχία!) αναγκάζομαι να χρησιμοποιώ για κατοικία μου (όσο ιμάς αφίνουν ελεύθερους τουλάχιστο!) ένα δωμάτιο – περιστερεώνα, με διαστάσεις 1,70Χ1,50 σωστό κελί φυλακής!
     Μα για όλα αυτά ευθύνεται το κράτος; Δεν ξέρω. Ας απαντήσει ο αναγνώστης. Και για να διευκολυνθεί στην κρίση του, δε χρειάζεται να του κρύψουμε πως και οι τρεις που αναφέρω  παραπάνω, θεωρούμαστε – και είμαστε βέβαια – αριστεροί συγγραφείς.
     Έτσι όμως φέρνεται σε όλους τους ανθρώπους των γραμμάτων το ελληνικό κράτος; Όχι δα! Σε μερικούς δείχνεται πολύ γενναιόδωρο. Τους έχει διορίσει σε θέσεις απ’ όπου τραβούν αρκετά χωρίς να πατούνε ποτέ. Είναι οι περίφημες αργομισθίες, όπως στο υπουργείο Παιδείας, στη Σχολή Καλών Τεχνών, στο Ραδιοφωνικό Σταθμό,  στη Δημαρχία και όπου αλλού.
     Τι συμβαίνει λοιπόν; Γιατί γίνεται αυτός ο διαχωρισμός; Πώς εξηγείται το παράξενο, άλλοι με ικανότητες να μένουν έξω και άλλοι χωρίς προσόντα ν’ αλωνίζουν τον προϋπολογισμό; Η εξήγηση δε δίνεται από επίσημα χείλη, αλλά εύκολα βγαίνει κατά το σύστημα των «ευκόλως εννοουμένων».
     Αυτοί που γίνονται δεκτοί είναι φιλόνομοι πολίτες, πρότυπα πειθαρχίας, ενώ οι άλλοι αποκλίνουν στον αναρχισμό, είναι εχθροί της πατρίδος. Οι πρώτοι φιλούσαν το χέρι του τυράννου Μεταξά και ξεσκόνιζαν με δουλοπρέπεια τους Κουίσλιγκς, ενώ οι δεύτεροι παρακολουθούνταν απ’ τους χαφιέδες και στέλνονταν στην εξορία και στο Χαϊδάρι. Οι «πειθαρχικοί» συσταίνουν με τα γραφτά τους μη αντίσταση στο κακό, ενώ οι «αναρχικοί» προσπαθούν ν’ ανοίξουν τα μάτια του λαού. Αυτή είναι η διαφορά τους και γι’ αυτό γίνεται η διάκριση από μέρος του κράτους.
     Το ίδιο το κράτος, ενώ αποδείχνεται με τις πράξεις του κομματικό, απαγορεύει στους διανοούμενους να έχουν ιδέες. Τους υποχρέωνε να υποβάλουν ομαδικό ψήφισμα ευγνωμοσύνης στο δημιουργό της 4ης Αυγούστου, ενώ τους είχε περασμένο το χαλκά της λογοκρισίας και δεν έλυε επίτηδες κανένα αίτημά τους. Άμα τους χρειάσθηκε όμως, κήρυξε πνευματική επιστράτευση, σαν να ‘ταν οι διανοούμενοι ορδινάντζες του νάνου στρατηγού.
     Τόσα υπομνήματα έχουν υποβληθεί στο αρμόδιο υπουργείο για την επαγγελματική μας ταχτοποίηση, που μόνο η δική μας τάξη μένει ακατοχύρωτη οικονομικά (σε σημείο ώστε να μην έχουμε ούτε δικαίωμα εισόδου σε νοσοκομείο, αν αρρωστήσει κανένας μας, με την ιδιότητα εννοώ του λογοτέχνη), αλλά δεν έγινε ούτ’ ένα βήμα στην πράξη απ’ τους αντιπρόσωπους του δημοσίου. Και ο λόγος είναι φανερός: μας μισούν, δε θέλουν ν’ ακούσουν για μας. Δε θα μας συγχωρήσουν ποτέ το ότι σταθήκαμε δίπλα στον πολύπαθο λαό μας κατά τις τελευταίες σκληρές δοκιμασίες του, από την αρχή της δικτατορίας ίσαμε τη δεύτερη, την τρίτη κατοχή. Η υπεροπτική αδιαφορία που μας έδειχναν πρωτύτερα, αντικαταστάθηκε τώρα με συνειδητή έχθρα. Έχουν άλλωστε τους φιλολογικούς των συμβούλους κι αυτοί.
     Και όμως το κράτος, οποιαδήποτε κι αν είναι η προέλευσή του, από κανέναν δεν εξουσιοδοτήθηκε ν’ αχρηστεύει, να παραπετάει τέτια πολύτιμα κεφάλαια ενός έθνους σαν τους εργάτες του πνεύματος. Είτε το θέλει είτε όχι, αυτοί αποτελούν τους καλύτερους κράχτες του, αυτοί το αντιπροσωπεύουν στη διεθνή του εμφάνιση. «Η εποχή του Αισχύλου», σου λεν, «η πατρίδα του Γκαίτε», «το νησί του Παπαδιαμάντη». Οι άνθρωποι της τέχνης, τα έργα τους και τα ονόματά τους είναι που σφραγίζουν στο τέλος τέλος κάθε εποχή, κάθε χώρα. Τι πιο αιώνιο, πιο ανώτερο έχει να παρουσιάσει ένας τόπος απ’ τα πνευματικά του δημιουργήματα;
     Ωστόσο, ενώ το αναγνωρίζουν αυτό θεωρητικά, δεν παίρνουν κανένα μέτρο προστασίας των φορέων του πνεύματος. Απεναντίας τους αφήνουν να πεθαίνουν στην ψάθα, όπως έγινε εδώ με το θαυμάσιο Κρυστάλλη, με μια μεγαλοφυΐα σαν τον Παπαδιαμάντη. Όποιος δε φώναζε με αναίδεια, δεν τούδιναν τίποτε. Υποστήριζαν μόνο τους μπράβους των κομμάτων. Και το κακό στις μέρες μας έχει παραγίνει. Καλοπληρώνουν τα όργανά τους, που τα βαφτίζουν αγνούς πατριώτες, και τους άλλους που δεν εννοούν να τους ακολουθήσουν στον αντιλαϊκό τους κατήφορο, αυτούς τους ονομάζουν περιληπτικά κουκουέδες και ίσως κρατάν φάκελλο για καθέναν από μας.
     Δεν υπάρχει αμφιβολία πως τ’ ανελεύθερα καθεστώτα του φασισμού απ’ τη φύση τους την ίδια δεν ανέχονται την κριτική των ελεύθερων πνευμάτων. Προτιμούν να τα φιμώνουν, με τον έναν τρόπο ή τον άλλο. Αυτό συμβαίνει σήμερα και στην Ελλάδα. Οι συνθήκες για τη συντήρηση, για την εργασία ενός συγγραφέα αντίθετου προς την οικονομική ολιγαρχία του τόπου μας έχουν γίνει αληθινά δραματικές. Σε καμιά χώρα της Ευρώπης, εξόν απ’ την Ισπανία και την Τουρκία, οι συγγραφείς δε θα υποφέρουν τόσο, υλικά και ηθικά. Αποκαλούν την Αλβανία ημιβάρβαρη, τη Γιουγκοσλαβία ολοκληρωτική κλπ. Και όμως εκεί διαβάζουμε πως οι λογοτέχνες αμείβονται με το παραπάνω, διευκολύνονται απ’ το ίδιο το κράτος. Εδώ μας έχουν σε καραντίνα, σε ακήρυκτο πόλεμο. Ας μην τους κακοφαίνεται λοιπόν αν με τη σειρά μας κι εμείς τους δηλώνουμε πως δεν ελπίζουμε λήξη των δεινών μας παρά με την ευλογημένη δημοκρατία του λαού.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΤΖΙΟΥΛΑΣ

2 σχόλια:

Νίκος Σαραντάκος είπε...

Οικοδόμε, με καθυστέρηση, θερμά συγχαρητήρια που αναδείχνεις αυτά τα άρθρα του Κοτζιούλα, το αξίζουν!

Οικοδόμος είπε...

Σ' ευχαριστώ πολύ Νίκο.
Καλή δύναμη!