Τρίτη, 17 Σεπτεμβρίου 2013

Ο "ΚΟΥΜΠΑΡΟΣ" – Άρθρο της Μέλπως Αξιώτη για τον Θέμο Κορνάρο, στα «Γαλλικά Γράμματα» (1947)



Το γαλλικό φιλολογικό περιοδικό «Γαλλικά Γράμματα» δημοσιεύει σ’ ένα από τα τελευταία φύλλα του (4-7-1947) την γνωστή ανοικτή επιστολή του Έλληνα λογοτέχνη Θέμου Κορνάρου, από τις φυλακές Μεσολογγίου. Η ανοικτή αυτή επιστολή, που απευθυνόταν στην Ιερά Σύνοδο, στην Ακαδημία Αθηνών, στην Εταιρία Ελλήνων Λογοτεχνών κλπ, έχει δημοσιευθεί πριν από αρκετόν καιρό στον ελληνικό τύπο και είναι γνωστή. Πλάι στην επιστολή τα «Γαλλικά Γράμματα» δημοσιεύουν και ένα άρθρο της Μέλπως Αξιώτη, γραμμένο ειδικά για τον Κορνάρο. Είναι αρκετά χαρακτηριστικό για την προσωπικότητα και την αγωνιστική δράση του Έλληνα συγγραφέα, που βρίσκεται σήμερα στις φυλακές – αιχμάλωτος του μεταδεκεμβριανού κράτους.

Στις αρχές του αιώνα μας σ’ ένα χωριουδάκι πάνω στα κρητικά βουνά, νότια της Ελλάδας, ζούσε ένα αγοράκι, που το λέγανε  Θ έ μ ο  Κ ο ρ ν ά ρ ο.  Όνομα όπως και κάθε άλλο της περιοχής. Η οικογένειά του ήτανε φτωχή. Ντύναν τ’ αγόρι κοριτσίστικα με τα φουστάνια των αδερφάδων του που στο μεταξύ μεγάλωναν. Ντρεπόταν πολύ γι’ αυτό. Καρφίτσωνε το φουστάνι του ανάμεσα στις γάμπες του για να το κάνει σαν παντελόνι, θέλοντας να ΄ναι άντρας.

Όλα τα πράγματα μεγαλώνουν γρήγορα στους μεσημβρινούς τόπους και μαζί μεγάλωνε κι ο Θέμος. Αγάπησε μια κοπελλίτσα πλούσια κι όμορφη σαν τον ήλιο, μα κείνη δεν τον ήθελε, γιατί ήταν ένας φτωχός. Ο Θέμος τότε πήρε τους μεγάλους δρόμους του κόσμου. Πουλούσε τσιγάρα στα λιμάνια, δούλευε στα μεταλλεία, γίνηκε τυπογράφος και ναύτης. Πήγε ως τις Ινδίες.

Μια μέρα έμαθε πως κείνη που αγαπούσε αρρώστησε βαριά. Έτρεξε στην Κρήτη να τη δει: Τούπανε πως ήταν κλεισμένη στη Σπιναλόγκα. Πήγε κει, την κύτταξε, μα δεν την αναγνώρισε: τ’ ωραίο της πρόσωπο είχε πια καταφαγωθεί από τη λέπρα. Τότε ο Θέμος έγραψε ένα βιβλίο: «Οι λεπροί της Σπιναλόγκας». Ήταν ένα πολύ όμορφο βιβλίο, που συντάραξε μερικούς και σ’ άλλους έδωσε ελπίδες. Γιατί ο καθένας μπορεί ν’ αρρωστήσει, αλλά κανένας δεν έχει το δικαίωμα να μεταχειρίζεται τόσο φριχτά ένα άρρωστο όσο γίνεται στη Σπιναλόγκα. Είναι ένας ξερός, ξεμοναχιασμένος βράχος ανάμεσα στα κύματα κι όπου δε φυτρώνει μήτε κλαράκι πράσινο.

Ο Θέμος δεν έβρισκε πια ανάπαυση και πήγε να δει τους παπάδες. Πήγε στο μοναστήρι των ασκητάδων του Άγιου Όρους. Όταν κατέβηκε από κει έγραψε ένα άλλο βιβλίο, «Το Άγιον Όρος». Τη φορά τούτη το βιβλίο έκαμε πάταγο, γιατί ο καθένας μπορεί νάναι θερμός ζηλωτής της θρησκείας του, αλλά είναι σοβαρή πράξη να δημιουργείς μέσα σε μοναστήρια εστίες αίσχους. Η Εκκλησία απαγόρευσε το βιβλίο.

Στα 1936 η φασιστική δικτατορία εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα. Ανάμεσα στις χιλιάδες των πολιτών που φυλακίστηκαν βρισκόταν κι ο Θέμος. Δεν του επιτρέπανε να γράφει στο κελλί του. Αλλά κράτησε το μνημονικό του.

Στα 1941 οι ξένοι φασίστες εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα. Ο Θέμος έγραφε τότε στον παράνομο τύπο.

Βάλθηκε επίσης να μαζεύει όπλα. Τα περνούσε στους αντάρτες της Αθήνας. Και καθώς είχε το κέφι και το ειρωνικό πνεύμα του Κρητικού, χαιρετούσε πάντα την παρέα του με το: Γ ε ι α  σ ο υ  κ ο υ μ π ά ρ ε. Οι αντιστασιακοί τον ξέρανε πια μ’ αυτό το όνομα. Ύστερα χαφιέδες τον κατάδοσαν.

Στα κάτεργα της οδού Μέρλιν τον κρέμασαν ανάποδα, τα μπράτσα του παράλυσαν, αλλά μια ακόμη φορά κράτησε το μνημονικό του.

Στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου, στα περίχωρα της Αθήνας ο «κουμπάρος» κρατήθηκε ως τις παραμονές της απελευθέρωσης.  Στην Ελλάδα η Απελευθέρωση βάσταξε μόνο 52 μέρες. Από τις 12 Οκτωβρίου ως τις 3 Δεκεμβρίου 1944. Στις λίγες τούτες μέρες ο Θέμος μόλις πρόφτασε να γράψει ένα μεγάλο βιβλίο αφιερωμένο στην ανάμνηση της πείρας του: Το «Στρατόπεδο του Χαϊδαριού», βιβλίο σημαντικώτατο για τους ιστορικούς εκείνους καιρούς. Ο Θέμος αναδείχτηκε ένας από τους καλύτερους και λαοφιλέστερους συγγραφείς της χώρας του.

Το πρωί της 3 Δεκεμβρίου 1944 ξανάρχισε ο πόλεμος κατά των Ανταρτών της Αθήνας.  Την 6 του ίδιου μήνα ο συγγραφέας Κορνάρος πιάστηκε από την ελληνική εθνοφυλακή. Στο νέο στρατόπεδο συγκέντρωσης, κοντά στο αλίπεδο του Φαλήρου ο «κουμπάρος» βρισκόταν υπό φρούρηση των αγγλικών φορητών μυδραλλιοβόλων. Του αρνιόντουσαν έστω και μία κουβέρτα για να κοιμηθεί χάμω. Ύστερ’ από ένα μήνα τον παράδωσαν στην ελληνική χωροφυλακή. Τον κλείσαν στο μπουντρούμι εφτά μήνες. Ύστερα λευτερώθηκε.

Η πέννα του δεν είχε παρά να μεταφέρει τα στοιχεία που η ζωή του, κάτω από το απαίσιο βάρος της κατοχής τούχε δώσει. Ο Θέμος έγραψε ένα μικρό φυλλάδιο για ένα Έλληνα επίσκοπο. Του κάμαν δίκη. Το μικρό του φυλλάδιο, είχε λίγες σελίδες, μα τα στοιχεία που παρουσίασε στο δικαστήριο για να δικαιολογήσει κάθε φράση του γραπτού του κατά του δοσίλογου, ζύγιζαν 16 οκάδες. Η δίκη γίνηκε το φθινόπωρο του 1946 κι ο «κουμπάρος» καταδικάστηκε σε δύο χρόνια και μία μέρα φυλακή. Η παραπανίσια μέρα στα δύο χρόνια, εμποδίζει, κατά τους ελληνικούς νόμους, την εξαγορά της ποινής.

Για λίγους μήνες θα μπορούσατε να βρήτε τον κατάδικο στη φυλακή του Μεσολογγιού – την ίδια εκείνη πόλη που στα 1826 οι κάτοικοί της επιχείρησαν την ιστορική «έξοδο» και σκοτώθηκαν ως τον τελευταίο, παρά να υποφέρουν το ζυγό της μουσουλμανικής κατοχής. Θα μπορούσατε να τον βρήτε ύστερα σε μια φυλακή του Πύργου, στην Πελοπόννησο. Δεν ξέρω όμως τη στιγμή τούτη σε ποια φυλακή θα τον βρίσκατε.

Αλλά μπορεί να μην έχετε μήτε την παραμικρότερη καν ιδέα αυτής της παράδοξης ιστορίας μήτε νάχετε δει κείνα τα χέρια τα παραλυμένα, μήτε νάχετε ακούσει τη φωνή εκείνη από το βάθος εκείνων των κατέργων να σας φωνάζει: κουμπάρε. Διαβάστε τουλάχιστο το τελευταίο του μήνυμα σαν ανθρώπου και σαν συγγραφέα.

ΜΕΛΠΩ ΑΞΙΩΤΗ


Εφημερίδα «Ρίζος της Δευτέρας», αρ. φυλ. 43, 11 Αυγούστου 1947

1 σχόλιο:

sofia είπε...

Θησαυρός ανεκτίμητος!

Ευχαριστούμε.