Σάββατο, 9 Φεβρουαρίου 2013

Αυτά που έχω


Έργο της Στρατηγούλας Γιαννικοπούλου

Οι φίλοι μου λένε να τα βγάλω από μέσα μου, να τα μοιραστώ μαζί τους. Έτσι, λένε, θα νιώσω καλύτερα.  Κι όμως, δεν με ρώτησε κανείς αν θέλω να νιώσω καλύτερα, ή μάλλον, τι είναι αυτό που θα μπορούσε  να με κάνει να νιώσω καλύτερα. Κι εγώ τους λέω πως δεν έχω μέσα μου κάτι «πιο επιβλητικό, πιο μυστηριακό και πιο μεγάλο» απ’ όσα κι αυτοί κουβαλάνε, φορτία στη σκέψη και την ψυχή τους.

Έχω  αυτό που νιώθεις όταν βλέπεις να γκρεμίζονται γύρω σου άνθρωποι σαν πελώρια βουνά πάγου, και να διαλύονται σε χιλιάδες μικρά κομμάτια, που  ανήμπορα σιγολιώνουν, μοιρολατρικά, επιπλέοντας στον χυλό της παρακμής μέχρι να γίνουν κι αυτά χυλός. Και συ να τρέχεις πότε στον ένα και πότε στον άλλον και να σηκώνεις τα κομμάτια τους, να τα χαστουκίζεις με δύναμη μήπως τα συνεφέρεις, να αγωνιάς να τα συγκολλήσεις, να πασχίζεις να δώσεις πνοή σε ακόμα μια ψυχή λιγοθυμισμένη, σε ακόμα  έναν που παραδίνεται. Να μην αποδέχεσαι αυτό που μοιάζει σχεδόν όλοι να το  έχουν αποδεχτεί και να τρέχεις…  να τρέχεις… Μια ψυχή εδώ, μια εκεί, γέμισε ο τόπος πτώματα κι ετοιμοθάνατους. Πόσο να τρέξεις και πόσα κομμάτια να προλάβεις να σηκώσεις… Όταν γυρίσεις την πλάτη αυτά κατρακυλούν μονομιάς σαν το αιώνιο φορτίο του Σίσυφου, και βυθίζονται στην πλανεύτρα αγκαλιά του χυλού που ασκεί πάνω τους μια μαγική έλξη, σα να τα έπεισε πώς όσο κι αν προσπαθήσουν, όσο και ν’ αντισταθούν, θα βουλιάξουν, αυτός είναι η  μοίρα, το τέλος τους. Και να ΄χεις και τα δικά σου κομμάτια να φροντίσεις. Να σφίγγεις τους αρμούς τους με κουράγιο, να τα συντηρείς  με ελπίδα, να τους μεταγγίζεις δύναμη από δεξαμενές που η στάθμη τους ολοένα και χαμηλώνει.  

Έχω αυτό που νιώθεις όταν βλέπεις τον ουρανό κλεισμένο από μαύρα σύννεφα φόβου, να ξερνάει το δηλητηριώδες φορτίο του και όλοι να τρέχουν να προφυλαχτούν  κάτω από ταβάνια τσιμεντένιας απογοήτευσης και μιζέριας, που πότισαν με τον καιρό και στάζουν το φαρμάκι πάνω στα σκυμμένα κεφάλια τους. Γίνονται ολοένα και περισσότεροι αυτοί που με το βλέμμα καρφωμένο σε έναν αόρατο παραμορφωτικό καθρέφτη κλείνουν την πόρτα τους, που μέχρι χτες νόμιζες πως ήταν φιλόξενη, γιατί φοβούνται πως ίσως τώρα τους ζητήσεις αυτά που ποτέ δεν είχαν να σου δώσουν. Και τα πρόσωπά τους μετατρέπονται σιγά σιγά σε προσωπεία, σαν εκείνα που πρωτοείδες μικρός σε αρχαίο δράμα και μια κουβέρτα από καρφίτσες σου  τρυπούσε το κορμί, όταν έκλεινες τα μάτια σου στο σκοτεινό δωμάτιο, μέχρι να σε πάρει ο ύπνος. Τα κεφάλια τους από το σκύψιμο αγγίζουν τη γη. Οι ραχοκοκαλιές τους σπάνε σαν κλαράκια που στέρεψαν από χυμούς και ο θόρυβος από το σπάσιμο κάνει τον φόβο τρόμο. Προσπαθείς ν’ αφουγκραστείς κολλώντας τις αισθήσεις σου στο κενό της σκέψης τους,  μα η απόσταση όλο και μεγαλώνει και ίσως και αυτές να κουράστηκαν πια κι  έχασαν  και κάμποση απ’ την ικμάδα της νιότης τους. Κι είναι κι εκείνα τα κομμάτια που λέγαμε, τα δικά σου, που τώρα σε χρειάζονται περισσότερο…  

Και τότε κάνεις αυτό που από καιρό ήθελες να κάνεις, αλλά δίσταζες.  Το ανέβαλλες διαρκώς, έκανες υπομονή, ήσουν ίσως περισσότερο ευγενικός απ’ όσο έπρεπε, πάντως δίσταζες.  Συγκεντρώνεις όλη τη δύναμη που φωλιάζει στα κύτταρα του κορμιού σου, ρουφάς όσο οξυγόνο χωράνε τα πνευμόνια σου και φωνάζεις «Γιατί ρεεε; Γιατί πεθαίνετε; Τι κουβαλάγατε όλα αυτά τα χρόνια στην ψυχή σας;…» Και η φωνή σου δεν είναι φωνή, είναι κραυγή, είναι ουρλιαχτό, αστραπή μαζί και βροντή, που σκίζει προς στιγμή τα σκοτάδια, λίγο πριν ξεσπάσει η καταιγίδα.  

Και ακούς τα κλειδιά να γυρίζουν ακόμα μια φορά στις κλειδαριές, πάνω στις ερμητικά κλειστές βαριές πόρτες,  και να τρίζουν σαν τις οδοντοστοιχίες των ιδιοκτητών τους που τρέμουν και τις αγκαλιάζουν σφιχτά και τις χαϊδεύουν, και ορκίζονται πως θα κάνουν τα πάντα για να μην τις αποχωριστούν. Ναι, θα κάνουν τα πάντα για να μην αποχωριστούν τις πόρτες τους, δηλαδή δεν θα κάνουν τίποτα, δεν κάνουν τίποτα, μόνο σωπαίνουν και κλαψουρίζουν, ή κλαίνε, καθώς αργοπεθαίνουν, γιατί κατάλαβαν πως  αυτές οι ίδιες πόρτες θα σκεπάσουν τους τάφους τους.  Κάποιους  ήδη τους σκέπασαν. Τους τάφους που, «σαν έτοιμοι από καιρό»,  έσκαψαν βαθιά με τα νύχια τους και  αφού έραψαν σάβανα όνειρα και πεθυμιές και έντυσαν τα πτώματά τους, έκαναν την κηδεία τους μπροστά στον καθρέφτη, μόνοι, χωρίς φέρετρα, χωρίς θαμώνες, χωρίς λουλούδια. Απλά κατέβηκαν στον τάφο τους, ξάπλωσαν, σταύρωσαν τα χέρια και περιμένουν. Ανήμποροι  να αγαπήσουν κάτι πέρα από μια ακόμα δική τους πόρτα. Ανίκανοι να ονειρευτούν πάνω στο άσπρο χαρτί της εγκεφαλικής τους ουσίας τις χρωματιστές γραμμές μιας πολιτείας με πόρτες ορθάνοιχτες και κλειδαριές σκουριασμένες, με τα κλειδιά κρεμασμένα στους τοίχους δίπλα στις φωτογραφίες των παππούδων τους που –δες!- το βλέμμα τους δεν ξεθώριασε ακόμα… Ίσως γιατί αυτοί ποτέ δεν κρύφτηκαν πίσω από πόρτες.  

Έχω αυτό που νιώθεις όταν σε προδίδουν οι συνοδοιπόροι που κουράστηκαν. Όταν σου λένε «θα δούμε», «δεν μπορώ» ή «δεν θέλω» και κάνουν πίσω γιατί φοβήθηκαν, γιατί δεν άντεξαν στην πίεση και τον εκβιασμό, γιατί λύγισαν από τις απειλές πως θα χάσουν κι άλλα, από αυτά που νομίζουν πως έχουν. Αυτοί, που στο πίσω μέρος της σκέψης τους κρύβουν τη βεβαιότητα πως ούτε εσύ θα συνεχίσεις. Εγκαταλείποντας  όπως όπως τα όπλα που ποτέ δεν πίστεψαν, αποχωρούν σκυμμένοι για να κλειδαμπαρωθούν πίσω από τις πόρτες τους. Χαμογελούν πικρά καθώς  σου λένε «εμπρός μαλάκα, χτυπήσου εσύ και για μένα».  Σα να εύχονται να μην αντέξεις. Ίσως κιόλας να εκλιπαρούν  την αόρατη δύναμη του χυλού να παρασύρει και να λιώσει και τα δικά σου κομμάτια, μια ώρα αρχύτερα, μόνο για να μπορέσουν μετά να πουν «σαν εμάς ήταν κι αυτός»… Και σ’ αφήνουν μόνο. Και γίνονται έτσι σύμμαχοι του εχθρού, που έκλεισε τα περάσματα και χτυπάει τις σιδερένιες ασπίδες  του και οι κρότοι είναι τρομαχτικοί και κάνουν κι άλλους να κλειδαμπαρώνονται και τους κλειδαμπαρωμένους να σκάβουν κι άλλους τάφους, ακόμα πιο βαθιά  πίσω από τις πόρτες τους, κι έτσι να φαίνονται τα χτήνη ανίκητα κι ακόμα πιο νεκροί οι πεθαμένοι. Οι κρότοι σε ξεκουφαίνουν. Όμως οι ήχοι από τα νύχια που σκάβουν είναι πιο δυνατοί. Σε κάνουν ν’ ανατριχιάζεις στη σκέψη πως σε λίγο άλλο ένα οικοδομικό τετράγωνο θα γεμίσει τάφους που θα μείνουν για πάντα ανοιχτοί, σαν μια ακόμα έκθεση ζωντανών πτωμάτων.  Το παίρνεις απόφαση πως θα συνεχίσεις μόνος. Όχι γιατί δεν φοβάσαι ή δεν εκτίμησες σωστά τις απώλειες. Φοβάσαι. Μα δεν έχεις την πολυτέλεια να το σκεφτείς. Ο χρόνος σου τελειώνει. Η αγωνία σου είναι πώς θα δέσεις πιο σφιχτά τις πληγές σου,  πώς θ’ αντέξεις  περισσότερο τον πόνο.  

Και τότε κοιτάζεις δίπλα σου και βλέπεις έναν. Κοιτάζεις από την άλλη μεριά και βλέπεις δυο ακόμα. Πιο πίσω έρχονται κι άλλοι. Δεν είναι πολλοί μα φαίνονται αποφασισμένοι. Τα κορμιά τους είναι γεμάτα δεμένες πληγές, σαν τις δικές σου. Δεν είσαι μόνος! Είναι οι σύντροφοί σου. Τους παρατηρείς έναν έναν, σα να τους ήξερες πάντα. Έχουν στα μάτια τους θάλασσες μίσους και στις γροθιές τους ατσάλια δύναμης. Το αίμα σφυροκοπάει στις αρτηρίες της  μάχης, χύνεται στο χώμα. Αίμα και χώμα γίνονται ευωδιαστό χαρμάνι. Γίνονται λάσπη που μυρίζει λιθάρι κι αρμύρα, ζεστό ψωμί και εκδίκηση. Κορμιά λυγίζουν, πέφτουν στη ζεστή αγκαλιά της. Γίνονται τα υλικά που θα χτίσουν πολιτείες τα όνειρά μας.  Όχι. Δεν θα μπορέσουν να μας νικήσουν. Όσο θα υπάρχει ένας που δεν έβαλε κλειδί στην πόρτα, δεν θα μπορέσουν. Πεισμώνεις περισσότερο. Δόντια σφιχτά που κόβουν μπετόβεργες. «Ελάτε κουφάλες!». (Οικοδόμος)

Δεν υπάρχουν σχόλια: