Τετάρτη, 27 Μαΐου 2015

«Τι έχουνε να κάμουνε οι άνθρωποι μπροστά στα άγια λείψανα;»… (Χαμένη ελπίδα, Κ. Παρορίτης)


Διήγημα του Κώστα Παρορίτη από τη συλλογή του «Οι νεκροί της ζωής» (εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή). Μας το έστειλε ο αναγνώστης μας Φάνης Πάρης, με αφορμή την πρόσφατη περιφορά «αγίων λειψάνων» σε δημόσια νοσοκομεία…

Χαμένη ελπίδα

Η γριά βγήκε από τη μικρή καμαρούλα πατώντας στα νύχια κι ήρθε και κάθισε σταυροπόδι δίπλα στο τζάκι. Η φωτιά λαμποκοπούσε κι όξω ο αέρας σφύριζε· στα κεραμίδια δυο γάτες κυνηγιόντανε νιαουρίζοντας. Ο γέρος Κωσταντής έσκυβε το κεφάλι σταβρώνοντας τα χέρια στο στήθος του. Ανάμεσά τους καθότανε ο Γιάννης, τ’ όμορφο παληκάρι που τον είχανε πάρει από μικρό και θα τον κάνανε και γαμπρό στην κόρη τους, την Καλομοίρα.
– Τι κάνει; ρώτησε σιγαλά ο γερο-Κωσταντής.
– Ήσυχη είναι τώρα, αποκρίθηκε η γριά.
Η γριά ανασκάλεψε τη φωτιά· η αγωνία είτανε ζουγραφιστή στα πρόσωπα ολωνών. Όλοι σκυμμένοι κοιτάζανε τις σπίθες των ξύλων και τη στάχτη την ασημένια που λίγη-λίγη σωριαζότανε χάμω με άπειρα διαμαντάκια στη μέση. Άξαφνα ακούστηκε από τη μέσα κάμαρα ένα βογγητό. Η γριά σηκώθηκε σα να τηνε κούνησε μηχανή κι έτρεξε βιαστική μέσα. Τα βογγητά επαναληφτήκανε κι έπειτα πάψανε· η γριά ήρθε και ξανακάθισε στη θέση της αμίλητη.
– Δεν πάει καλά, μουρμούρισε ο Γιάννης.
– Χωρίς γιατρό τόσες μέρες…
Ο γέρος τονε κοίταξε μια στιγμή και πάλε ξανάσκυψε το κεφάλι· ο Γιάννης σώπασε· έπειτα ξανάρχισε.
– Χωρίς γιατρό… κι η κάψα να μην πέφτη… πού θα καταντήσει έτσι…
Ακούστηκε ένα τσιτσιριτό· ο γέρος ανασήκωσε τα μάτια του, είδε το καντήλι που ζύγωνε να σβήση κι είπε στη γριά:
– Το καντήλι τσιτσιρίζει. Δε σηκώνεσαι να του ρίξης λίγο λάδι;
Η γριά κατέβασε το καντήλι μπροστά από τη μαυροκαπνισμένη εικόνα, πέταξε την κάφτρα, έχυσε λάδι στο ποτήρι κι η φλόγα ξαναζωντάνεψε.
– Χωρίς γιατρό… –μουρμούρισε πάλε ο Γιάννης– κρίμα στο κορίτσι.
Ο γέρος πάλε δεν αποκρίθηκε.
– Δε λες τίποτα, πατέρα, και συ; Έτσι θα την αφήσουμε, χωρίς γιατρό; ξανάπε ο Γιάννης.
– Τι να πω; –μουρμούρισε ο γέρος– ό,τι είναι θέλημα Κυρίου να γίνη θα γίνη.
– Θέλημα Κυρίου, στέναξε ο Γιάννης και, αφού σηκώθηκε από χάμω, άρχισε να περπατάη μέσα στην κάμαρα.
Έπειτα στάθηκε στο παραθύρι και μέσα από το ραγισμένο τζάμι κοίταζε τον κατάμαυρο ουρανό. Έπειτα ζύγωσε στη διπλανή κάμαρα και αφουγκράστηκε προσεχτικά κάμποση ώρα.
– Δε μου ’πες, αλήθεια, τι θέλει ο παπα-Ηλίας που πάει κι έρχεται; ρώτησε ο Γιάννης.
– Από τη μέρα που ’πεσε χάμω η Καλομοίρα μας δεν πέρασε μέρα που να μη μας επισκεφτή.
Ο γερο-Κωσταντής τον κοίταξε στα μάτια.
– Ο παπα-Ηλίας είναι άγιος άνθρωπος, παιδί μου. Κι αν έρχεται στο σπίτι μας, για καλό μας έρχεται.
– Δε λέω όχι, πατέρα. Μα θα ’θελα να ξέρω τι λέτε. Συχνά σας βλέπω να κρυφωκουβεντιάζετε. Τρέχει τίποτα;
– Τι άλλο θες να τρέχη; Η Καλομοίρα μας είναι άρρωστη.
– Γι’ αυτήν, το λοιπό, λέτε;
– Για ποιόνε θέλεις να λέμε, παιδί μου; Ο παπα-Ηλίας είναι αληθινά άγιος. Αν είναι να γιάνη η Καλομοίρα μας, μόνο ο παπα-Ηλίας μπορεί να τηνε γιάνη. Από γιατρούς δεν είναι προκοπή. Ο Θεός άμα θέλει… και τη μακαρίτισα την αδερφή μου οι γιατροί την φάγανε… Μα ανάθεμα τη φτώχεια, παιδί μου!
Ο Γιάννης σκέφτηκε λίγο.
– Αν είναι για την Καλομοίρα, πατέρα, να σκίσω τη γις να βρω τα λεφτά που χρειάζουνται. Μα πες μου, τι τρέχει; Έχει τίποτις γιατρικά ο παπα-Ηλίας που κουστίζουνε;
Τη στιγμή κείνη, οι γάτες που μαλλώνανε στα κεραμίδια ουρλιάξανε άγρια. Κομματάκια ασβέστι πέσανε από το νταβάνι στο κεφάλι του γέρου. Ο αέρας που κατέβαινε από την καμινάδα σκορπίζανε τον καπνό μέσα στην κάμαρα. Τα μάτια ολωνών είτανε δακρυσμένα. Η γριά κουνούσε το κεφάλι της δεξιά κι αριστερά σαν απελπισμένη.
– Έχει, παιδί μου. Γιατρικά που είναι ένα κι ένα. Έχει άγια λείψανα, τίμιο ξύλο από τον Άγιο Τάφο και σταυρολούλουδα από τον τάφο του Χριστού. Μα χρειάζουνται παράδες για όλα αυτά και πού να βρεθούνε.
Ο γέρος αναστέναξε.
– Για διακόσιες δραχμές χάνω το παιδί μου, μουρμούρισε και τα μάτια του βουρκώσανε.
Ο Γιάννης σωπούσε.
– Δεν είναι καλίτερα, πατέρα, να τις δώσουμε στους γιατρούς αυτές τις δραχμές, αν έδινε ο Θεός και τις οικονομούσαμε;
Ο γέρος τονε κοίταξε με έκπληξη.
– Κουνήσου από τη θέση σου, παιδί μου! Κάνε το σταυρό σου! Αυτό που λες είναι βλαστήμια! Τι έχουνε να κάμουνε οι άνθρωποι μπροστά στα άγια λείψανα;
Και λέγοντας αυτά, ο γερο-Κωσταντής σταυροκοπήθηκε με ευλάβεια.
Η γριά έρριξε λίγα κλήματα στη φωτιά. Έκανε κρύο μέσα στην κάμαρα. Ένα τζάμι είτανε σπασμένο κι ο αέρας έμπαινε σφυριχτά· η γριά σηκώθηκε, πήρε ένα ρούχο και στούπωσε με αυτό την τρύπα για να μην μπαίνη το κρύο. Ο Γιάννης σηκώθηκε από χάμω.
– Πας να κοιμηθής; ρώτησε ο γέρος.
Ο Γιάννης δεν αποκρίθηκε· πήγε στην κάμαρα που κοιμότανε, έλειψε κάμποση ώρα κι έπειτα ξαναγύρισε κρατώντας ένα μάτσο χαρτιά στα χέρια του. Τα ’ριξε στην ποδιά του γερο-Κωσταντή λέγοντας:
– Πάρε τα αυτά, πατέρα. Είναι διακόσιες δραχμές. Τις είχα για τα έξοδα του γάμου μας. Δόσε τις του παπα-Ηλία. Φτάνει να μας κάνη καλά την Καλομοίρα μας.
Ο γέρος τονε κοίταξε με μάτια γεμάτα ’γνωμοσύνη. Η γριά σκούπησε ένα δάκριο από τα μάτια της.
– Έχε την ευκή μας, παιδάκι μου, είπε ο γέρος.
Ο Γιάννης έστρωσε μιαν αντρομίδα και ξαπλώθηκε μπροστά στο τζάκι· οι γέροι πέσανε στις δυο γωνιές. Ο Γιάννης δεν έκλεισε μάτι όλη τη νύχτα. Η στενοχώρια του τον έπνιγε. Κάτι φριχτές αμφιβολίες του πιπιλίζανε αλύπητα το μυαλό.
Η γριά μπήκε ακροπατητά στην κάμαρα της άρρωστης. Η Καλομοίρα κοιμότανε· η γριά στάθηκε πάνω από το κεφάλι της κάμποσο, είδε πώς τηνε κατάντησε η αρρώστεια για τόσο λίγες μέρες, θυμήθηκε πώς είτανε πριν της αρρώστειας, κούνησε το κεφάλι της θλιβερά κι ακουμπώντας το χέρι στο μέτωπο της κόρης της ψιθύρισε φοβισμένα:
– Καλομοίρα!
Η άρρωστη άνοιξε τα μάτια βγάζοντας αλαφρό αναστεναγμό.
Η γριά έσκυψε απάνω της.
– Πώς είσαι, παιδί μου;
Η άρρωστη σούφρωσε τ’ αχείλια της με πίκρα.
– Δεν είμαι καλά, μάννα. Θα πεθάνω!
Η μάννα της ανατρίχιασε.
– Χριστός και Παναγία, παιδάκι μου! Τι ιδέες είναι αυτές!
– Θα πεθάνω, μάννα, ξαναείπε κουνώντας απελπισμένα το κεφάλι της.
– Δε θα πεθάνης, όχι δε θα πεθάνης! τόνισε η γριά.
– Θα πάμε στο μοναστήρι, ο παπα-Ηλίας έχει τ’ άγια λείψανα και με τη χάρη του Χριστού και της Παναγίας θα δης την υγειά σου.
Η Καλομοίρα στήλωσε τα μάτια της στο πρόσωπο της γριάς σα να ’θελε να ιδή αν είτανε αληθινά τα λόγια της ή τα ’λεγε έτσι για παρηγόρια.
– Αλήθεια το λες, μάννα; ψιθύρισε με τα μαραμένα χείλια της.
– Αλήθεια, παιδί μου. Τώρα μάλιστα πρέπει να ξεκινήσουμε πρι να φωτίση.
Το πρόσωπο της άρρωστης έλαμψε από μια εσωτερικιά εφχαρίστηση, σαν από κάποιο μυστικό φως.
Ο Γιάννης στην αυλή είχε σελώσει το μουλάρι, ο γερο-Κωσταντής γέμισε κάμποσα ταγάρια με πράματα και τα κρέμασε από πίσω. Το μουλάρι χτυπούσε τη γις κι ο ήχος του κουδουνιού του αντηχούσε κάπως πένθιμα τη μυστικιά εκείνη ώρα.
Οι κότες που είτανε κουρνιασμένες στη λεμονιά ανταριαστήκανε και κακαρίσανε για μια στιγμή, φοβισμένες. Στον ουρανό τρεμοσβήνανε τ’ αστέρια. Σε λίγο η πένθιμη συνοδεία ξεκίνησε. Μπροστά πήγαινε ο Γιάννης κρατώντας το καπίστρι και πίσω ερχότανε οι δυο γέροι σκεφτικοί και σοβαροί. Η Καλομοίρα, κουκουλωμένη ως την κορφή με μιαν αντρομίδα, με δυσκολία κρατειότανε απάνω στο μουλάρι. Είδανε και πάθανε όσο να την ανεβάσουνε στο μουλάρι, και τώρα συχνά σταματούσανε για να τηνε μυρίσουνε ξύδι σαν της ερχόντανε οι λιγοθυμιές. Η νύχτα είτανε σκοτεινή· μπροστά ο Γιάννης με το φανάρι έδειχνε το δρόμο και συχνά-πυκνά γύριζε το κεφάλι του προς την Καλομοίρα που έγερνε ’δώ και κει το κορμί της σαν το καλάμι. Το κουδούνι χτύπαγε πάντα μονότονα. Η ψύχρα φαρμακερή, το κρύο τρυπητό. Μαύρα σύννεφα σκεπάζανε τον ουρανό. Χοντρές στάλες νερό ραντίζανε το χώμα κάθε στιγμή. Η βροχή δε θα ’τανε μακριά. Μπουμπούνιζε και στην άκρη του ουρανού κάθε τόσο ζουγραφιζόντανε μαλαματένιες γραμμές σα φείδια χρυσά. Ο Γιάννης σήκωνε το κεφάλι προς τον ουρανό σα να ζητούσε έλεος. Οι γέροι δε λέγανε τίποτις· ο φόβος τους έπνιγε τη λαλιά, τους πάγωνε την ανάσσα στο στόμα. Ο δρόμος φαινότανε ατέλειωτος. Τώρα είχανε αρχίσει ν’ ανεβαίνουνε το βουνό· μιας ώρας δρόμος ακόμα· η κορυφή του βουνού δε φαινότανε από την καταχνιά· μόνο η καμπάνα του μοναστηριού ακουγότανε, σμήγοντας με τη βροντή, και σκόρπιζε ήχους μυστηριώδικους. Ας είτανε να φτάνανε πρι να ’πιανε η βροχή! Θεούλη μου, κάνε το θάμα σου! Οι σταλαγματιές τώρα πληθαίνουνε και ραίνουνε τα πρόσωπά τους. Οι γέροι ταχαίνουνε το βήμα. Το μουλάρι τρέχει. Το φανάρι σκορπίζει κόκκινο, ματωμένο φως. Η μπόρα ξέσπασε. Το σκοτάδι σκίζεται από τις αστραπές. Νερό αλύπητο. Ποτάμια θολά κυλάνε βουίζοντας. Το μουλάρι χλιμιντρίζει. Κολυμπούνε στο νερό.
– Θα μας πάθη το κορίτσι, ψιθυρίζει η γριά και ο φόβος της παγώνει τη μιλιά.
– Θα μας λυπηθή ο Θεός, αποκρίνεται ο γέρος και ταχαίνει ακόμα το βήμα του.
Αρχίζει να χαράζη. Φτάνουνε στο μοναστήρι. Ο όρθρος ό,τι είχε τελειώσει· η καμπάνα σήμαινε το τέλος της λειτουργίας κι οι καλογέροι βγαίνανε από την εκκλησιά. Ο παπα-Ηλίας έρχεται τελευταίος. Βλέπει τους ξένους και τους ζυγώνει.
– Η χάρη του Θεού μαζί σας, τους λέει.
Κείνοι του φιλούνε το χέρι. Είναι όλοι μούσκεμα· νοιώθουνε το νερό ως τα κόκκαλά τους. Κατεβάζουνε την Καλομοίρα από το μουλάρι κι ένα καλογεροπαίδι τους οδηγάει στο κελί που θα κατοικήσουνε.

Στιγμή δε λείπει ο Γιάννης από το κεφάλι της άρρωστης. Όταν όλοι οι άλλοι κουρασμένοι τραβιούνται να ησυχάσουνε, μόνο ο Γιάννης νοιώθει τη δύναμη να μείνη ως τα ξημερώματα κοντά στο προσκεφάλι της άρρωστης. Λες κι είναι φυτεμένος μέσα στο κελί, λες και φοβάται μη, φεύγοντας αυτός, βρη ο Χάρος καιρό και του αρπάξη την αγαπημένη του. Είναι κει φύλακας· θα παλαίψη με το Χάρο σαν τον ιδή να ζυγώνη και –το ’χει για σίγουρο– τόση δύναμη του δίνει η αγάπη, που θα νικήση το Χάρο.
Η Καλομοίρα έφτυσε αίμα. Ποτάμι κόκκινο κύλισε από μέσα της. Η βροχή, το κρύο κείνης της νύχτας την αποκάμανε. Πού και πού ανοίγει τα μάτια της. Πού είναι τα μάγουλά της; Πού είναι το χρώμα της, πού οι αφράτες σάρκες με τη μαρμαρένια ασπράδα; Ο παπα-Ηλίας ακουμπάει απάνω της τ’ άγια λείψανα, ανοίγει ένα αρχαίο βιβλίο γεμάτο σταλαματιές κερί και μένει ώρες ολάκαιρες ορθός διαβάζοντας μουρμουριστά. Από το χωματένιο λιβανιστήρι ανεβαίνει σιγά-σιγά ένα ασπρογάλαζο σύννεφο. Όλο το κελί μυρίζει λιβάνι· στο τραπέζι, μέσα στο σαμντάνι, καίει μιαν άσπρη λαμπάδα· λυώνει, λυώνει αδιάκοπα το κερί κι οι καυτερές σταλαγματιές κυλούνε σα δάκρια. Ο Γιάννης βλέπει με φρίκη τις στάλες εκείνες να κυλούνε· το κερί γέρνει αναλιγωμένο· ο Γιάννης καρφώνει τα μάτια του στο πρόσωπο του παπά σα να του λέει «έλεος, λυπήσου με, παπά!». Σαν τονε πνίγει η στενοχώρια, ξεσπάει σε μια φριχτή ερώτηση:
– Πες μου, παπά, θα γίνη καλά η Καλομοίρα;
Κείνος αποκρίνεται ατάραχα με μια θεία γαλήνη, γεμίζοντας τα λόγια του:
– Πίστη, πίστη, παιδί μου, να ’χης, κι ο Θεός είναι πολυέσπλαχνος.
Αχ αυτή η πίστη! Ο Γιάννης ανοίγει το στόμα του κι αναπνέει βαθειά σα να θέλη έτσι να γεμίση τα πλεμόνια του από πίστη. Αυτή η μουρουδιά του λιβανιού όλο πίστη χύνει στην ψυχή του. Μα γιατί δε γίνεται καλά η άρρωστη; Γιατί δε φαίνεται τουλάχιστο να καλιτερέψη;
Οι γέροι κάθουνται αμίλητοι στα πόδια της άρρωστης. Περιμένουνε ώρα με την ώρα το θάμα που τους έταξε ο παπάς. Δεν μπορεί να γίνει αλλοιώς. Το είπε ο παπάς.
Άξαφνα η Καλομοίρα θα σηκωθή όρθια και θα πέση στην αγκαλιά τους. Αν αργή να ’ρθη η ώρα αυτή, είναι που ο Θεός θέλει να δοκιμάση την πίστη τους. Το είπε ο παπάς.
Ο Γιάννης μένει σκεφτικός ώρες. Κάποτε ξεχνιέται στη συλλογή και από τ’ αχείλια του τα σφραγισμένα από τον πόνο άθελα κι ασυνείδητα ξεφεύγουνε κάμποσες λέξες. Κουβεντιάζει με την ψυχή του. «Χωρίς γιατρό, χωρίς γιατρό» ψιθυρίζει κάποτες. Ο γέρος που τον ακούει:
– Μη βλαστημάς, ψιθυρίζει.
– Δε βλαστημάω, πατέρα, μα δε βλέπω καμιά καλιτέρεψη, λέει ο Γιάννης σκεφτικός πάντα.
– Μη βλαστημάς, σου ξαναλέω. Εμένα ο παπάς μου είπε πως πρέπει να ’χουμε πίστη. Χωρίς πίστη δε γίνεται τίποτα.
Σωπαίνει ο Γιάννης και ζαρώνει το μέτωπό του.
– Αν πάθη τίποτα η Καλομοίρα, πατέρα, να το ξέρης…
– Τι; ρωτάει ο γέρος.
Ο Γιάννης δε δίνει απάντηση, μα κάνει το σταυρό του ψιθυρίζοντας:
– Σχώρα με, Θε μου!
Ο παπάς έρχεται να ξαναρχίση το διάβασμα· ακουμπάει απάνω στην άρρωστη τ’ άγια λείψανα, φοράει το πετραχήλι και αρχινάει το διάβασμα. Μέρες τώρα επαναλαβαίνεται αυτή η δουλειά. Ο Γιάννης κοιτάζει τον παπά με περιέργεια· τόνε μετράει από την κορφή ως τα νύχια, του ξετάζει ένα-ένα μέλος χωριστά. Ποιος είναι αυτός που θα κάνη καλά την άρρωστη; Το πρόσωπό του δεν του είναι διόλου συμπαθητικό· τα μάτια του, αχ αυτά τα μάτια του, πώς παίζουνε πονηρά, πώς λάμπουνε από κάποιο αλλόκοτο φως. Κι η φωνή του τραχειά, κρύα βγαίνει από μέσα του σαν από τάφο. Μυρίζει θανατίλα αυτός ο άνθρωπος. Μην είναι ο Χάρος; Έτσι του ’ρχεται… Κοκκαλιάρικα τα χέρια του κρέμουνται κάτω από τις πλατειές μαύρες μανίκες· το κορμί του λιγύζει από την κούραση· καθώς γέρνει, φαίνεται σα να θέλη να πέση απάνω στην άρρωστη. Η άρρωστη ανοίγει καμιά στιγμή τα μάτια της, βλέπει τον παπά και γλήγορα τα ξανακλείνει φοβισμένα, σα ν’ αντικρύζη το Χάρο. Αχ! Αυτός ο άθρωπος τι κρύος που είναι, τι βαρύς που είναι ο ήσκιος του! Καθώς στέκεται όρθιος, ο Γιάννης του φαίνεται πως τον έχει έτσι απάνω στο στήθος του, σαν πέτρα· ο αέρας παίρνει ένα βάρος, μια μυρουδιά… Κοιτάζει την ασημένια θήκη με τ’ άγια λείψανα. Τι είναι αυτά; συλλογιέται. Αυτά τα κοκκαλάκια, αυτά τα φυλλαράκια, τα λουλουδάκια, αυτά να κρύβουνε τάχα το μυστικό της ζωής; Να ’ναι τάχα κανενός άγιου; Κι αν δεν είναι, ποιος θα του το φανερώση; Και να κρέμεται η ζωή της Καλομοίρας του από τα κοκκαλάκια αυτά!
– Παπά, θα γίνη καλά; ρωτάει πάλε ο Γιάννης, μα με τρόπο που κάνει τον παπά να τονε κοιτάξη προσεχτικά.
– Δε σου είπα τόσες φορές να ’χης πίστη; Χωρίς πίστη τίποτα δε γίνεται, λέει ο παπάς σα φοβισμένος.
Σωπαίνει ο Γιάννης. Σαν το πιστό σκυλλί κάθεται απάνω από το κεφάλι της άρρωστης, κουβαριασμένος· σκύβει το κεφάλι κι όλο συλλογιέται· οι γέροι αμίλητοι κι αυτοί· ο παπάς μόνο όρθιος πάντα όλο και λέει· τ’ αχείλια του στιγμή δε σωπαίνουνε· τα σαγόνια του τα σκελετιάρικα σιγοκουνιούνται κι η άσπρη γενειάδα του τρέμει αλαφρά· κάνει σταυρούς, βλογάει, φέρνει τ’ άγια λείψανα στο πρόσωπο της άρρωστης.


Η νύχτα είναι τελειωτικιά· η αρρώστεια θα πάρη πια ένα τέλος· ή απάνω ή κάτω. Οι γέροι πιστεύουνε πως θα ιδούνε άξαφνα την κόρη τους να σηκωθή όρθια μπροστά τους.
Η Καλομοίρα ανοίγει τα μάτια της:
– Πατέρα, την ευκή σου. Φεύγω, λέει με αδύνατη φωνή και δυο καυτερά δάκρια κυλούνε από τις κουφαλωμένες γούβες των ματιών της.
Ο Γιάννης με μιας ξεπετάγεται απάνω σα να τονε δάγκασε φείδι. Το πρόσωπό του έχει μιαν έκφραση ζωόδικη· τραβάει τον παπά από το μανίκι.
– Παπά, θυμήσου τι είπες, λέει τρέμοντας.
Ο παπάς του ρίχνει βλέμμα παράδοξο.
Η Καλομοίρα παραμιλάει.
– Ανοίχτε το παραθύρι να μπη ο ήλιος. Αέρα, φως, ήλιο, ήλιο θέλω. Αχ! Τι σκοτάδι! Παπά, φύγε από μπροστά μου. Παπά! Γιατί είσαι έτσι μαύρος; Τι σκυλλί είναι κείνο; Γιατί γαυγίζει; Διώχτε το από ’δώ! Ήλιο, ήλιο! Παπά, μη μου διώχνης τον ήλιο!
Η μάννα της της κρατεί το κεφάλι. «Ζυγώνει το θάμμα» λέει με το νου της. Ο παπάς δεν παύει το διάβασμα, μα ρίχνει και κάτι ματιές περίεργες προς τον Γιάννη. Ο Γιάννης τα ’χει σα χαμένα· καλά-καλά ούτε νοιώθει πού βρίσκεται· το μάτι της Καλομοίρας πέφτει απάνω του.
– Γιάννη –του λέει– έλα να φιληθούμε για τελευταία φορά.
Μα ο Γιάννης, σα να μην άκουσε, μένει ακούνητος με μάτια γουρλωμένα από τη φρίκη.
– Δεν έρχεσαι; Κάκια μου ’χεις; ξαναλέει κείνη.
Ο Γιάννης βγάζει ένα μουγκρητό σα βώδι που το σφάζουνε και γουρλώνει ακόμα πιο πολύ τα μάτια.
Η Καλομοίρα έκλεισε τα μάτια, άνοιξε τρεις φορές το στόμα, τινάχτηκε σπασμωδικά, ξύνησε το πρόσωπό της κι έμεινε ακούνητη για πάντα.
Ο παπάς βλογάει το λείψανο.
– Είτανε θέλημα Θεού, ψιθυρίζει.
Οι γέροι τονε κοιτάνε με απορία. Ο Γιάννης κρατάει την ανάσσα του, σφίγγει τις γροθιές του.
– Φονιά, φονιά, παπά, είσαι φονιάς!
Αρπάζει τ’ άγια λείψανα, τα πετάει χάμω κι αρχίζει με τα πόδια του να τα τσαλαπατάη. Τ’ άγια κόκκαλα γίνουνται θρύψαλα. Τα ξερολούλουδα σκορπιούνται ’δώ και κει.
– Φονιά, φονιά, παπά! μουγκρίζει ο Γιάννης.
Ο παπάς μαζεύεται σε κάποια γωνιά· η ψυχή του έχει ’ρθει στο στόμα από το φόβο. Οι γέροι σταυροκοπιούνται. Ο Γιάννης αγκαλιάζει την πεθαμμένη.
– Σε σκοτώσαμε, αγάπη μου! σκούζει.
Η καμπάνα σημαίνει για τον όρθρο. Από τις χαραμάδες του μικρού παραθυριού μπαίνει δειλά το πρώτο φως. Γλυκοχαράζει.

Κώστας Παρορίτης

Δεν υπάρχουν σχόλια: