Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2014

Μπ. Μπρεχτ: Ο ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΜΕΣΗ ΟΔΟΣ


Ευχαριστούμε τον φίλο της "στηθάγχης"  Γιώργο Κεντρωτή (ιστολόγιο αλωνάκι της ποίησης) για την παραχώρηση της ανέκδοτης μετάφρασης αυτού του ποιήματος. Όπως μας πληροφορεί ο ίδιος, μέσα στο 2014 αναμένεται η έκδοση ανθολογίας από την ποίηση του Μπρεχτ, σε δικές του μεταφράσεις. Αναμένουμε λοιπόν με χαρά και ενδιαφέρον!

Ο ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΜΕΣΗ ΟΔΟΣ

Σε ανατροπή της καθεστηκυίας τάξεως να καλούμε
φαντάζει φοβερό.
Πλην όμως η καθεστηκυία δεν είναι τάξη.

Να καταφεύγουμε στη βία πάλι
φαντάζει κακό.
Πλην όμως ό,τι σταθερά ασκείται βία είναι,
δεν είναι κάτι το ξεχωριστό και το ιδιαίτερο.

Ο κομμουνισμός δεν είναι το άκρον των άκρων
που μόνο κάτι λίγο απ’ αυτόν μπορεί να εφαρμοστεί,
αλλά
πριν ολόκληρος εφαρμοστεί ολότελα,
δεν υπάρχει ούτε μία περίπτωση να γίνει ανεκτός
από όποιον είναι αναίσθητος.

Ο κομμουνισμός είναι όντως το ελάχιστο αίτημα,
είναι αυτό που βρίσκεται απ’ όλα πιο κοντά μας,
είναι η μέση λογική οδός.
Όποιος του πάει κόντρα, όχι, δεν σκέφτεται αλλιώτικα –
όποιος του πάει κόντρα δεν σκέφτεται καθόλου
ή σκέφτεται απλώς και μόνο το τομάρι του.
Είναι εχθρός του ανθρωπίνου γένους, είναι
φριχτός
κακός
αναίσθητος
και πρωτίστως είναι
οπαδός των άκρων, που,
αν εφαρμοζόταν έστω και κάτι λίγο απ’ αυτά,
η ανθρωπότητα μες στον γκρεμό θε να χανόταν.

ΜΠ. ΜΠΡΕΧΤ

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής

Τετάρτη, 29 Ιανουαρίου 2014

Εκδήλωση για τον ΝΑΖΙΜ ΧΙΚΜΕΤ από το Παράρτημα Περιστερίου του Συνδικάτου Οικοδόμων Αθήνας


Το Σάββατο  25  Γενάρη το Παράρτημα Περιστερίου πραγματοποίησε εκδήλωση για το έργο του μεγάλου επαναστάτη- κομμουνιστή Τούρκου ποιητή Ναζίμ Χικμέτ, της οποίας   όλοι οι συντελεστές της ήταν ερασιτέχνες νεολαίοι, καθηγητές, οικοδόμοι.
Σε μια κατάμεστη από κόσμο αίθουσα, ξεδιπλώθηκε ολόκληρο το αφιέρωμα τεσσάρων ενοτήτων με ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Η βραδιά ξεκίνησε με τον χαιρετισμό από τον πρόεδρο του παραρτήματος.  Η  πρώτη ενότητα ήταν με την εισήγηση «Ανιχνεύοντας τη Λαϊκότητα και την Επανάσταση στην τέχνη του Χικμέτ», που συνοδευόταν από οπτικοακουστικό υλικό με στοίχους  του  από τη φυλακή «τα ποιήματα των εννέα και δέκα». Έγιναν απαγγελίες ποιημάτων και αφηγημάτων του. Ακολούθησε η δεύτερη εισήγηση: «ποιήματα του Χικμέτ για παιδιά» με απαγγελίες.

Στο δεύτερο και τρίτο μέρος απολαύσαμε τα μελοποιημένα ποιήματά  του  »Μικρόκοσμος», «Στηθάγχη», «Λίγα γαρύφαλλα», «Χιονίζει», «Ο μπενερτζή» καθώς και παραδοσιακά σμυρναίικα και πολίτικα τραγούδια.

Το τέταρτο και τελευταίο μέρος της εκδήλωσης ήταν  ένα αφιέρωμα στο Λαϊκό- Ρεμπέτικο και έντεχνο τραγούδι που το συνόδευε τσιμπούσι και το γλέντι μας έμεινε αξέχαστο.

Την εκδήλωση παρακολούθησε και η Ελένη Μηλιαρονικολάκη, υπεύθυνη του τμήματος πολιτισμού της ΚΕ του ΚΚΕ.

Από μας ένα μεγάλο μπράβο και καλή συνέχεια.

Τρίτη, 28 Ιανουαρίου 2014

Η ΜΙΚΡΗ ΑΠΟ ΤΗ ΓΟΥΑΤΕΜΑΛΑ – Στη μνήμη του Χοσέ Μαρτί, του Απόστολου της Κουβανικής Ανεξαρτησίας

«Η Μαρία ήταν μια από τις κόρες του στρατηγού Μιγκέλ Γκαρσία Γκρανάδος, προέδρου της χώρας από το 1871 έως το 1873. 24 χρόνων, ο Μαρτί γνώρισε τη Μαρία, μια από τις μαθήτριές του στην Ακαδημία Θηλέων Κεντρικής Αμερικής, όπου ο σπουδαίος κουβανός πατριώτης, ποιητής και εκπαιδευτικός παρέδιδε δωρεάν μαθήματα έκθεσης το 1877. Προφανώς υπήρξε αμοιβαία έλξη ανάμεσα στο νεαρό τότε Μαρτί, ήδη αναγνωρισμένο δάσκαλο, και την κοπέλα. Ο Μαρτί ωστόσο είχε ήδη ζητήσει σε γάμο την Κάρμεν Σαγιάς Μπασάν, την οποία και παντρεύτηκε στο Μεξικό. Ένα μήνα μετά το γάμο, τον Ιανουάριο του 1878, επιστρέφει στη Γουατεμάλα, και μαθαίνει για τον τραγικό θάνατο της μαθήτριάς του.

Η μεγάλη χιλιανή ποιήτρια Γκαμπριέλα Μιστράλ (1889-1957), πρώτη λογοτέχνης από τη Λατινική Αμερική που τιμήθηκε με Νόμπελ Λογοτεχνίας (1945), υπήρξε μεγάλη θαυμάστρια και μελετητής του έργου του Μαρτί. Δεν μπορούσε παρ' όλα αυτά να διανοηθεί πώς ένας άνδρας της ευαισθησίας και του μεγαλείου του Χοσέ Μαρτί "καυχιέται" για το γεγονός ότι ένα κορίτσι πεθαίνει από έρωτα γι' αυτόν.

Ωστόσο, σύμφωνα με τον ισπανό βιογράφο Μανουέλ Ισίντρο Μέντεθ, ο Μαρτί γράφει το ποίημα το 1891, και ενώ η σύζυγος του τον έχει εγκαταλείψει. Ο ποιητής δείχνει, 13 χρόνια μετά, να έχει μετανιώσει που επέλεξε την Κάρμεν αντί της μικρής Μαρία και αφιερώνει στην τελευταία ένα ποίημα για τον ανεκπλήρωτο αυτό έρωτα. Δεν πρόκειται λοιπόν περί "καυχήματος" του Μαρτί, αλλά μιας προσπάθειας να προσφέρει στη νεκρή Μαρία τον έρωτα που δεν μπόρεσε να της δώσει εν ζωή. Η "Μικρή από τη Γουατεμάλα" λοιπόν ήταν το "μέτωπο που αγάπησε περισσότερο στη ζωή του", σύμφωνα με τους ίδιους τους στίχους του, και μαζί της έφυγε μετανιωμένος στην αιωνιότητα.»  (Πηγή: SegundaCita - Mετάφραση  Yannis Tsal στο Prensa Rebelde)


Το ποίημα Η μικρή από τη Γουατεμάλα περιλαμβάνεται στο βιβλίο ΣΤΙΧΟΙ ΑΠΛΟΙ, ΧΟΣΕ ΜΑΡΤΙ που κυκλοφορεί σε έκδοση του «Πολιτιστικού Συλλόγου ΧΟΣΕ ΜΑΡΤΙ στην Ελλάδα» (Αθήνα 2010), μεταφρασμένο  στα ελληνικά από τον Χιλιανό ποιητή Χάιμε Σβαρτ και την Άννα Καράπα.


Η ΜΙΚΡΗ ΑΠΟ ΤΗ ΓΟΥΑΤΕΜΑΛΑ

Θέλω, κάτω από τη σκιά ενός φτερού,
να διηγηθώ αυτή την ανθισμένη ιστορία:
Η μικρή από τη Γουατεμάλα,
αυτή που πέθανε από έρωτα.

Ήταν από λευκά κρίνα οι ανθοδέσμες,
και οι μπορντούρες από μετάξι
και από γιασεμί. Τη θάψαμε
μέσα σε φέρετρο από μετάξι.

…Αυτή χάρισε σε αυτόν που την ξέχασε
ένα μαξιλαράκι με αρώματα.
Εκείνος γύρισε, γύρισε παντρεμένος.
Αυτή πέθανε από έρωτα.

Πήγαιναν κουβαλώντας την στους ώμους
επίσκοποι και απεσταλμένοι.
Πίσω πήγαινε ο λαός κατά κύματα
όλοι φορτωμένοι με λουλούδια.

…Αυτή για να τον ξαναδεί,
βγήκε να κοιτάξει από το ύψωμα.
Αυτός γύρισε με τη γυναίκα του.
Αυτή πέθανε από έρωτα.

Σαν πυρωμένος μπρούντζος
στο φιλί του αποχαιρετισμού
ήταν το μέτωπό της. Το μέτωπο
που περισσότερο αγάπησα στη ζωή μου.

Μπήκε αργά στο ποτάμι,
την έβγαλε νεκρή ο γιατρός.
Λένε πως πέθανε απ’ το κρύο.
Εγώ ξέρω πως πέθανε από έρωτα.

Εκεί στην παγωμένη κρύπτη,
την ακούμπησαν πάνω σε δυο πάγκους.
Φίλησα το λεπτό της χέρι
φίλησα τα λευκά γοβάκια της

σιωπηλός, σαν έπεσε το βράδυ,
με φώναξε ο νεκροθάφτης.
Ποτέ πια δεν ξαναείδα
αυτή που πέθανε από έρωτα!

ΧΟΣΕ ΜΑΡΤΙ


Τον Δεκέμβρη του 2013 πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα εκδήλωση υπό την αιγίδα της Κουβανικής Πρεσβείας, προς τιμή του Χοσέ Μαρτί. Ο Χάιμε Σβαρτ (στα ισπανικά) και ο ηθοποιός Τάκης Βαμβακίδης διάβασαν το ποίημα Η ΜΙΚΡΗ ΑΠΟ ΤΗ ΓΟΥΑΤΕΜΑΛΑ με τη συνοδεία μουσικής, προκαλώντας στους θεατές  ρίγη συγκίνησης. Ηχογραφήσαμε αυτή τη μαγική σκηνή και προσπαθήσαμε να την κλείσουμε στο βίντεο που ακολουθεί:


Ο ΧΟΣΕ ΜΑΡΤΙ, ο ποιητής, ο επαναστάτης, ο Απόστολος της Κουβανικής Ανεξαρτησίας, είναι από τις πλέον εμβληματικές φυσιογνωμίες της ιστορίας της Κούβας. Αποτέλεσε σημείο αναφοράς και έμπνευσης γιά τους ηγέτες της Επανάστασης και ιδιαίτερα για τον Τσε Γκεβάρα και τον Φιντέλ Κάστρο. Γεννήθηκε σαν σήμερα, στις 28 Γενάρη του 1853 στην Αβάνα. Ποιος είναι όμως ο Χοσέ Μαρτί;

Γράφει η Νατάσα Τερλεξή στο Prensa Rebelde:

«Ο Φιντέλ Κάστρο έχει επαναλάβει πολλές φορές ότι ο ίδιος και η γενιά των αγωνιστών που έφερε σε πέρας τη σοσιαλιστική επανάσταση του 1959 βρήκε τον δρόμο προς τον Μαρξ μέσα από τον Χοσέ Μαρτί. Ο Τσε Γκεβάρα του έχει αποτίνει τον ίδιο φόρο τιμής. Ποιος ήταν ο Μαρτί, και ποια η σημασία του για την Κούβα και τον κόσμο του σήμερα;

Ο Μαρτί ήταν πρωτεργάτης του πρώτου επαναστατικού αγώνα της Κούβας κατά της ισπανικής αποικιοκρατίας (1868-1898). Ήταν ο τελευταίος αντιαποικιακός πόλεμος που διεξήγαγαν οι λαοί της ηπείρου. Συνάμα ήταν και ο πρώτος ιμπεριαλιστικός πόλεμος. Αυτό γιατί οι Ηνωμένες Πολιτείες επενέβησαν ώστε να βάλουν χέρι στο νησί με οικονομικά και πολιτικά μέσα, την ίδια στιγμή που ο λαός του το απελευθέρωνε από την ωμή αποικιακή διακυβέρνηση. Ο «απόστολος της επανάστασης», όπως τον αποκαλούν οι Κουβανοί, γεννήθηκε το 1853 και έπεσε στη μάχη ενάντια στα αποικιακά στρατεύματα το 1895. Ίδρυσε το πολιτικό κόμμα που τέθηκε επικεφαλής του αγώνα για την ανεξαρτησία, του Κουβανικού επαναστατικού Κόμματος.

Θεμελίωσε το κόμμα αυτό στη βάση της αρχής ότι ο απελευθερωτικός αγώνας θα διεξαγόταν από τον λαό που καταπιέζεται και για το δικό του όφελος. Αγωνίστηκε ενάντια στη δουλεία και για μια μη-φυλετική κοινωνία. Έθετε θέμα μεγαλύτερης συμμετοχής και εκπαίδευσης των γυναικών. Πριν από κάθε άλλη ηγετική μορφή του λατινοαμερικανικού αγώνα προέβλεψε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες εξελίσσονταν σε μια αρπακτική, ιμπεριαλιστική δύναμη και θεωρούσε ότι ο αγώνας της Κούβας απέβλεπε στην αναχαίτιση της δύναμης αυτής. Στα χνάρια του Μπολίβαρ, είχε μια παν-αμερικανική οπτική, αποσκοπώντας στην ένωση των λαών της ηπείρου και στην αφύπνιση των ιθαγενών της πληθυσμών. Ακόμα παραπέρα, το αλληλέγγυο βλέμμα του αγκάλιαζε και τους εργάτες και τους αγρότες στις ίδιες τις ΗΠΑ, που εκείνη την εποχή διεξήγαγαν αιματηρούς αγώνες για το οκτάωρο, και για την οργάνωση συνδικάτων. Η εθνική ανεξαρτησία ήταν στη σκέψη του ένα σκαλοπάτι για την προσέγγιση της ανθρωπότητας. «Πατρίδα είναι η ανθρωπότητα», θα γράψει.


Εκτός όμως από πολιτικός και στρατιωτικός ηγέτης, ο Μαρτί υπήρξε ποιητής και εκπαιδευτικός. Οι αντιλήψεις του για μια καθολική παιδεία, απελευθερωμένη από τον σχολαστικισμό, δεμένη με την πρακτική εργασία και παγκόσμια σε περιεχόμενο. Μια παιδεία όπου η ιστορία των ιθαγενών πληθυσμών της Αμερικής θα πάρει τη θέση της δίπλα στην αρχαία ελληνική ιστορία και την ιστορία των λαών της Ασίας. Βασική αντίληψη του Μαρτί ήταν ότι ο αγώνας για την άνοδο του πολιτιστικού επιπέδου του εργαζόμενου λαού ήταν προϋπόθεση και εγγύηση της ελευθερίας από την καταπίεση. Η εκπαιδευτική φιλοσοφία της Κούβας σήμερα στηρίζεται στις αντιλήψεις του.

Η εθνική ανεξαρτησία και η οργάνωση της οικονομίας με γνώμονα την ευμάρεια της εργαζόμενης πλειοψηφίας, η συναίσθηση της κοινής μοίρας όλων των καταπιεζόμενων ανθρώπων της αμερικανικής ηπείρου, η πίστη ότι οι δούλοι και οι πρώην δούλοι, οι γυναίκες και οι άνδρες που υπήρξαν τα υποζύγια των γαιοκτημόνων και των κατακτητών θα είναι οι πρωτεργάτες της απελευθέρωσης «της δικής μας Αμερικής»: Πρόκειται για στόχους και αντιλήψεις του Μαρτί που έθεσαν τα ιδεολογικά θεμέλια για την επανάσταση του 1959 και που δεν επρόκειτο να δικαιωθούν παρά μόνο μέσα από τη δεύτερη, σοσιαλιστική αυτή τη φορά, επανάσταση που έφεραν σε πέρας οι εργάτες και αγρότες της Κούβας.»

Δευτέρα, 27 Ιανουαρίου 2014

ΑΦΙΕΡΩΜΑ στον Στρατή Τσίρκα


Σαν σήμερα, στις 27 Γενάρη του 1980, έφυγε από τη ζωή ο ποιητής και συγγραφέας Στρατής Τσίρκας. Στη μνήμη του η στηθάγχη παραθέτει αυτό το αφιέρωμα.

Χρονολόγιο
1911
Γεννιέται στις 10/23 Ιουλίου ο Γιάννης Χατζηαντρέας, όπως ήταν το πραγματικό όνομα του Στρατή Τσίρκα, στο Κάιρο. Πρώτο παιδί της οικογένειας του Κωστή Χατζηανδρέα, ο οποίος είχε καταφύγει στην Αίγυπτο για να μην υπηρετήσει στρατιωτική θητεία στον τουρκικό στρατό και της Περσεφόνης Σταμαράτη, από τη Χίο, οι οποίοι στη συνέχεια θα αποκτήσουν άλλα τρία παιδιά (Μαρία, Νικόλας, Αλεξάνδρα). Η οικογένεια κατοικεί στην οδό Αμπντέλ Ντάγιεμ, στη λαϊκή, ελληνοαραβική συνοικία Αμπντίν, πτυχές της οποίας συχνά θα εκβάλλουν στο έργο του. Ανάλογα θα εμφανίζεται αργότερα και το Ράμλι, έξω από την Αλεξάνδρεια όπου ο μικρός Γιάννης περνά μαζί με τον παππού του Στεφανή τις διακοπές του.

1917
Εγγράφεται στην Αμπέτειο Σχολή του Καΐρου. Άριστος μαθητής, με ιδιαίτερη επίδοση στα μαθηματικά.


1923-1924
Τελειώνει το Δημοτικό και εγγράφεται στο εμπορικό τμήμα της Αμπετείου: «Ο Γιάννης ονειρευόταν φιλολογία. Οι πατεράδες μας όμως τα ΄βαλαν κάτω, τα κουβεντιάσαμε. Γυμνάσιο σήμαινε και παραπέρα σπουδές. Αθήνα, Πανεπιστήμια, Ευρώπες. Πού λεφτά για τέτοια. Εμπορικό, λοιπόν, και κατευθείαν μετά δουλειά, τραπεζικός, λογιστής, κ.λ.π.», γράφει ο συμμαθητής του Γιώργος Γ. Δήμου («Τα παιδικά εκείνα χρόνια», Διαβάζω, τχ. 171/1987, σ. 22). Διαβάζει Βερν, Ουγκώ, Ζολά, Λοτί, Σαίξπηρ, Τολστόι, Ντοστογιέφσκι, τα περιοδικά Διάπλαση των Παίδων, Πανόραμα και τον Εθνικό Κήρυκα της Αμερικής, και παρακολουθεί με πάθος κινηματογράφο.

 

1927
Απρίλιος, Μάιος: Δημοσιεύει τις πρώτες μεταφράσεις του (Χάινε, Αλφρέ ντε Μυσσέ, Σίλλερ) στα περιοδικά Οικογένεια και Μπουκέτο.

16 Ιουλίου: Δημοσιεύεται το πρώτο του πεζό, με τίτλο «Το φεγγάρι» (Παναιγύπτια, φύλ. 37). Ο ποιητής Λουκάς Χριστοφίδης θα προλογίσει τον νέο συγγραφέα: «Τα Παναιγύπτια μπορούν να λογισθούν υπερήφανα που πρωτοδημοσιεύουν το κατοπινό παραμυθάκι ενός νέου Αιγυπτιώτη, που μόλις είδε τους δεκάξη Απρίληδες ακόμη. Ο νεαρός Γιάγκος Χατζηαντρέας του Καΐρου δείχνει με το πρώτο του αυτό λογοτέχνημα πως είναι προορισμένος με σπάνιο ταλέντο, που το διακρίνει δυνατή φαντασία, αίσθημα αρκετό του ωραίου καθώς και αντίληψη του περιττού, που δεν μας έχουν συνηθίσει οι νέοι της ηλικίας του».

1928
Αποφοιτά από το εμπορικό τμήμα της Αμπετείου Σχολής και προσλαμβάνεται από τη National Bank of Egypt, όπου θα εργαστεί για ένα χρόνο.


1929
Πιάνει δουλειά σε εργοστάσιο εκκοκισμού βάμβακος, στην Άνω Αίγυπτο. Θα παραμείνει στην περιοχή (στο Αμπουτίγκ τον πρώτο χρόνο και ύστερα στο Ντεϋρούτ) για δέκα χρόνια, αρχικά ως λογιστής και στη συνέχεια ως διευθυντής των εκκοκιστηρίων. Στις περιοχές αυτές θα ζήσει από κοντά την φοβερή εξαθλίωση και την εκμετάλλευση των φελάχων, γεγονότα που θα επηρεάσουν την ιδεολογικο-πολιτική του διαμόρφωση. 


1930
Φεβρουάριος: Πρώτη δημοσίευση σε ελλαδικό περιοδικό, στην Πρωτοπορία (τχ. 2) του Φ. Γιοφύλλη, δικού του κειμένου («Μεσημεριάτικο»): «πρέπει να σας πω, ότι όταν ήμουνα είκοσι χρονώ, δηλαδή το 1930-31, έγραψα ένα μυθιστόρημα. Από το οποίο σώθηκε ένα κεφάλαιο, γιατί είχε δημοσιευθεί σε ένα περιοδικό, την Πρωτοπορία του Γιοφύλλη. Όλο το άλλο το έκαψα. Γιατί, κάποια στιγμή αυτογνωσίας, είδα ότι λέω ψέματα, δεν είναι αληθινά αυτά που λέω. Και αυτή η εμπειρία μου εκόστισε τόσο πολύ, ώστε έβαλα από το 1930, για να γράψω μυθιστόρημα μετά, έβαλα εικοσιπέντε χρόνια», θα θυμηθεί ο ίδιος χρόνια αργότερα.


Μάιος: Δημοσιεύεται το πρώτο του ποίημα («Pot pourri») στην Αλεξανδρινή Τέχνη (φύλ. 5). Στη δεκαετία αυτή, ως τον πόλεμο, δημοσιεύει πρωτότυπα κείμενα και μεταφράσεις του στα περιοδικά Παναιγύπτια, Αλεξανδρινή Τέχνη, Πρωτοπορία, Πρωτοπόροι, Νέοι Πρωτοπόροι, Νεοελληνικά Γράμματα, κ.ά.

 

10 Ιουλίου: Γνωρίζει τον Καβάφη. Θα ακολουθήσουν λίγες ακόμα συναντήσεις, για τις οποίες θα γράψει: «Όταν μετρώ τις ώρες που πέρασα πλάι του, δεν τις βρίσκω περισσότερες από δώδεκα, το πολύ δεκατρείς. Στις εννιά ή δέκα είμασταν μόνοι. Ήταν οι καλύτερες». Και προσθέτει: «Από τότε δεν τον ξαναείδα. Γρήγορα με τράβηξαν άλλοι ορίζοντες. Ένας ανόητος φανατισμός δε μ’ άφηνε να επιζητήσω νέα συνάντηση όσες φορές ξαναπήγα στην Αλεξάντρεια. Ένα απόγεμα, στο Κάιρο, μέσα στο δρόμο, έμαθα πως πέθανε. Εκείνες τις μέρες ο Χίτλερ, καγκελάριος πια, ξαπολούσε το μεγάλο κύμα της τρομοκρατίας στη Γερμανία. Αν κανένας μου έλεγε πως κάποτε θ’ αφιέρωνα τρία χρόνια σε μελέτες και σε αναζητήσεις των πηγών και των περιστάσεων της ποίησης του Καβάφη, θα τον έπαιρνα για τρελό» (Ο Καβάφης και η εποχή του).

Κυριακή, 26 Ιανουαρίου 2014

Η Έλλη Αλεξίου γράφει για τον Γιώργο Κοτζιούλα

Όταν ο Κοτζιούλας ήρθε κοντά μας, στην παρέα μας, ήταν ένα καλοκάγαθο, σεμνό και λιγόλογο πλάσμα. Δε μάς συνέδεε καμιά συγγενική ή στενή φιλική σχέση. Άφηνε αμέσως την εντύπωση του ανθρώπου που ζει συντροφιά με την κατάθλιψη. Ήταν εξάλλου παιδί του λόγγου και της υπαίθρου και ο συγκρατημός του φαινότανε κάπως φυσικός. Αυτά όταν γνωριστήκαμε...Η παρουσία του όμως στην Αθήνα άρχισε από πολύ νωρίτερα. Στο λεξικό του Ελευθερουδάκη εργάζουνταν γύρω στο 1920 - 1930 μια ομάδα νέων, ωραίων το σώμα και το νου. Όλοι γύρω στα είκοσί τους, που αναδείχτηκαν και εξελίχτηκαν σε κορυφές. Λέγανε τότε πως ο Ελευθερουδάκης έχει σπάνια ικανότητα να εκλέγει το προσωπικό του. Και είχε εκλέξει επικεφαλής του επιστημονικού - λογοτεχνικού τμήματος τον Δημήτρη Γληνό, με συνεργάτες του το Βασίλη Δασκαλάκη, τον Γιώργο Λυδάκη, τον Παντελή Πρεβελάκη, στους οποίους προστέθηκε ο Γιώργος Κοτζιούλας.  
Ένα μεσημέρι, ο Δασκαλάκης ανάγγειλε στο λογοτεχνικό κόσμο της Δεξαμενής - Όλοι μαζεύονταν μεσημέρι βράδυ στο φτωχομαγέρικο του μπάρμπα Κώστα όπου ο μέγας αυτός ευεργέτης των Γραμμάτων τους έτρεφε επί πιστώσει. Όταν αριά και πού πήγαινε στο Λιόπεσι για να φέρει κρασί ή τους μούστους, οι συγγραφικές δόξες μας μένανε νηστικοί - ανάγγειλε λοιπόν πως το πρωί στο λεξικό ήρθε φοβερή αιμόπτυση στον Κοτζιούλα και τον πήραν έξω. Δεν ξέραμε πια τίποτε άλλο για το νέο παρά την αιμόπτυση. Άρχισε να παραδέρνει με τις στερήσεις, την αρρώστια και τον άπληστο πόθο του για σπουδές. Παιδί της ηπειρώτικης γης, έφερνε μέσα του κι αυτό το συστατικό. Τη δίψα για μόρφωση που κληροδοτεί το χώμα της Ηπείρου στα παιδιά της.  
Ο Αυγέρης, Ηπειρώτης κι αυτός και γιατρός, ρωτούσε κάπου κάπου τι γίνεται ο Κοτζιούλας κι έφερνε πληροφορίες. " Είναι στη Σωτηρία", " Είναι στην Πεντέλη", " Είναι στην Πάρνηθα". Άλλο τίποτε. Εξάλλου, όλοι παραδέρνανε στα βρόχια της ένδειας.  
Οι φυματικοί της Δεξαμενής πέθαιναν. Πέθανε ο ποιητής Ραφτόπουλος, το κοριτσόπουλο της παρέας η Άννα. " Ωραία η δύση από το παράθυρό σου" της είχε πει ένα βραδάκι ο γιατρός. " Να' ρχεστε, γιατρέ, να βλέπετε δύο δύσεις..."  
Απόμεινε ο Κοτζιούλας και μάλιστα και συνέγραφε. Μέσα σε κείνη την κακοζωία ανάβλυσε σαν από βουνίσια βρυσομάνα, που το νερό της κατεβαίνει πλούσιο, αγνά παγωμένο και καθάριο η συγγραφική φλέβα του Κοτζιούλα. Και δε σταμάτησε, παρά με τη στερνή πνοή του.  
Και καθώς ο Κοτζιούλας γεννήθηκε , ανδρώθηκε και ωρίμασε κάτω από ανοιχτούς ουρανούς, κοιμότανε σε καλύβες απόπου διακρίνονταν τ' αστέρια και έμεινε έξω από τις επιδράσεις των ποικίλων και περίεργων ρευμάτων, που εξακολουθούν να παρασύρουν και να αποπροσανατολίζουν τους όσους γράφουν, απόμεινε και στη γραφή του αγνός και απέριττος. Δεν αγάπησε, αποφεύγει με φανερή αντιπάθεια το κάθε σχήμα λόγου, την κάθε λέξη που θα μπορούσε να κάμει τη γραφή του φτιασιδωμένη και τάχα εντυπωσιακή. Και ο Γ.Κ. δεν είναι απλός και κατανοητός από άγνοια των εξελίξεων. Είναι απλός και κατανοητός από σοφία και ενσυνείδητη προτίμηση. Τα δύσκολα οικονομικά του τον είχαν υποχρεώσει σε επί ζωής θητεία στο έργο του διορθωτή και του μεταφραστή. Επικοινωνούσε λοιπόν με εκλεκτά κείμενα` είχε πάρει και το δίπλωμα φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Είχε γνωρίσει, είχε ζυγιάσει και είχε αποφασίσει. Και οι πηγές έμπνευσής του κι αυτές δεν είναι ανασυρμένες από τα πολυδαίδαλα σκοτάδια του υποσυνείδητου, μα από τις καθημερινές έγνοιες και τις ανάγκες, που απ' όλες τις πλευρές καταπιέζουν και ταλανίζουν το δύσμοιρο ανθρώπινο ον. Τέτοια η ποίησή του, τέτοια η πεζογραφία του, τέτοιο και το θέατρό του που θα μας απασχολήσει κατά κύριο λόγο.  
Παιδί του θυμαριού, του μελισσόχορτου και της ξέσκεπης στέγασης, σχεδόν κατά τρόπο φυσικό, βρέθηκε με τη χιτλερική θεομηνία τοποθετημένος μέσα στο αντάρτικο. Παιδί του βουνού μα και ψυχή με σπάνια αξιοπρέπεια και ανυπόταχτη, έζησε επιτέλους μέσα σ' έναν κόσμο δικό του και κατάδικό του. Σ' αυτό τον αποφασισμένο λαό ο Κοτζιούλας ενσωματώθηκε σε μια ενιαία σάρκα. Τον ζούσε και τον αναπαράσταινε στο πλούσιο έργο του. Ο Γ.Κ είναι ένας από τους πολυγράφους Έλληνες συγγραφείς, τόσο με το έργο του το γνωστό και δημοσιευμένο όσο και με το τεράστιο ανέκδοτο, που ευτυχώς έχει ολόκληρο διασωθεί.  
Με λεπτομερεικό σχεδιάγραμμα της ζωής και του έργου του Γ.Κ. δε θα ασχοληθούμε. Θα μάς το προσφέρει ικανοποιώντας την παράκλησή μας ένα πρόσωπο απέιρως καταλληλότερο, ο γιος του συγγραφέα, Κώστας Κοτζιούλας, φιλόλογος διακεκριμένος και συγγραφέας, όπως ο πατέρας του.



 Θεατρική Παράσταση ΕΠΟΝ Θεσσαλίας - Γιώργος Κοτζιούλας


 
Όποιος θελήσει να κάμει κριτική θεώρηση στο θεατρικό εργο του Κοτζιούλα θα πρέπει, προτού αρχίσει την εργασία του, να έχει καλά μελετήσει και αμερόληπτα να έχει εμβαθύνει στα προλεγόμενα του ίδιου του συγγραφέα. Τα προλεγόμενα μάς κατατοπίζουν όχι μόνο στο ίδιο περιεχόμενο των έργων, πώς δηλαδή τα εμπνεύστηκε και πώς τα έγραψε, κάτω από ποιες περίεργες συνθήκες και πώς κυριολεχτικά, λαχανιαστά τα διατύπωνε. Αλλά φαίνεται πως το ταλέντο διαλαλεί την παρουσία του κάτω από οιεσδήποτε συνθήκες. Ο καημένος ο Ντοστογιέφσκι τις περισσότερες φορές έγραφε τις συνέχειες των μυθιστορημάτων του μέσα στο τυπογραφείο, δίπλα στο πιεστήριο που δούλευε, γιατί η οικονομική δυσπραγία τον υποχρέωνε να προπληρώνεται για κείμενα που δεν είχε γράψει.

Αντιγράφω λίγες φράσεις από τους προλόγους των θεατρικών του Γ.Κ. γιατί αυτές, καθώς είναι γραμμένες ημερολογιακά μέσα στη ζωή του αντάρτικου, δίνουν ζωντανά, κάλλιο από το πιο έντεχνο κείμενο, πιστά συγκλονιστικές εικόνες ζωής.

" ...Κάθισα λοιπόν, μ' εκείνον το διαβολόκαιρο στην άκρη απ΄ τη γωνιά και συμπώντας τα ξύλα που έβγαζαν καπνό σκάρωσα στα γρήγορα ένα θεατρικό διάλογο με τρία τέσσερα πρόσωπα χωρίς δράση σχεδόν. Του έβαλα και τίτλο: Το καινούργιο Εικοσιένα..."
"...αλλά για να μη νομίσει κανείς πως είχαμε καλοφαγία, εξηγώ πως το γεύμα μου ήταν κανένα κουπάκι ξινόγαλο, κανένα κομμάτι ζυμαρόπιτα. Απ' αυτά είχαν, απ' αυτά μάς δίναν..."
"....κοιμηθήκαμε σ' ένα ακατοίκητο σπίτι, στα σανίδια, με το ψωμί που είχαμε μαζί μας..."
"...Τα έργα που παίχτηκαν ανταποκρίνονταν στη νοοτροπία του κοινού και ήταν γραμμένα έτσι που να εξυπηρετούν τον αγώνα. Αυτό βγαίνει απ' τη γενική ομολογία των θεατών, απ' τ' αυθόρμητα γέλια, κάποτε κι από τα δάκρυά τους...Έτσι το πέρασμά τους άφηνε πίσω σημάδια εξέλιξης. Τα κακοπάτητα εκείνα μέρη οργώνονταν όλο και πιο βαθιά, με το αλέτρι της προόδου..."
"...Σε μια εποχή όπου η πολύμορφη αντίδραση προσπαθεί με όλα τα μέσα να κηλιδώνει τον τίμιο αγώνα μας, έχουμε υποχρέωση απέναντι της ιστορίας ν' αποστομώσουμε τους συκοφάντες με τα γεγονότα.."

Κάθε τόσο μέσα στο ημερολόγιο παρελαύνουν μορφές ανθρώπων με τα ονόματά τους, γνωστοί και άγνωστοι, στρατιωτικοί με ψευδώνυμα, καλλιτέχνες, λογοτέχνες συμπορευόμενοι στον αγκαθερό δρόμο του αγώνα...Οι περισσότεροι χαμένοι όξω από τα κρεβάτια τους...Δημ. Καραντώνης, Γιάννης Ζεύγος, Άρης Βελουχιώτης, Θέος, Νίκος Καρβούνης, Κ. Καραγιώργης, Δήμου, Γιολδάσης...Βασίλης Ρώτας, Κίσσαβος, Μπουκουβάλας, Αυγερόπουλος, Ροβεσπιέρος...Σήμερα χαμένοι ή αγνοημένοι κι αναντάμειφτοι από το επίσημο κράτος...
Η πατριωτική έξαρση και η ανεβασμένη πίστη για λευτεριά στο αντάρτικο, υποχρέωνε τον Κοτζιούλα να γίνει διδάχος του αγρότη. Και το καθήκον αυτό δε θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί πάνω στα χνάρια του Τσέχωφ ή τις ανέσεις του Γκαίτε. Εδώ ο Γ.Κ. δίδασκε το αλφαβητάριο της θεατρικής τέχνης στον άμαθο Έλληνα χωρικό. Οι δυσκολίες του δεν αγκάλιαζαν μόνο την έμπνευση και τη γραφή του ίδιου του έργου, μα και τα συνακόλουθα μιας παράστασης μέσα στις αϊτοφωλιές των έρημων βουνών, δίπλα στην ένδεια των πάντων, από τα στοιχειώδη σκηνικά μέχρι το ψωμί που θα μπορούσε να στυλώσει τους ξενηστικωμένους μαχητές - ηθοποιούς. Ευτυχώς μέσα τους ορθωνόταν ένα ακαταμάχητο πατριωτικό φρόνημα, μια πίστη στο δίκιο του αγώνα, που μόνη αυτή αντιπάλευε και κατατρόπωνε τα δεινά[...]

Τα θεατρικά έργα του Γ.Κ. έχουν, όπως είναι φυσικό, κοινά τα βασικά χαρακτηριστικά. Κοινές τις αρετές, κοινές και τις αδυναμίες.
Μεγάλη αξία συγκεντρώνουν στη γλωσσική τους διατύπωση. Ο Γ.Κ. αναδείχνεται μεγάλος δάσκαλος της λαϊκής γλώσσας. Οι γλωσσολόγοι μας θα άξιζε να μελετήσουν ειδικά αυτό τον απίθανο γλωσσικό πλούτο των έργων του και τον αβίαστο, φυσικό τρόπο που προσφέρεται αυτός ο πλούτος. Ο Ρώτας, μεγάλος δάσκαλος κι αυτός της γλώσσας, έτσι μιλάει για τη γλώσσα του Γ.Κ. " Η γλώσσα του Κοτζιούλα και στα ποιήματά του και στα πεζά είναι γνήσια λαϊκιά νεοελληνική γλώσσα, φαινόμενο ασυνήθιστο στα άφθονα κείμενα των νεοελλήνων λογοτεχνών, που συνήθως είναι και φτωχά και επιτηδευμένα, η γλώσσα τους είναι διαμορφωμένη από την καθαρεύουσα..." Και ο Ρώτας προσθέτει "...είχε συνείδηση λαϊκιά, δηλαδή ο κόσμος του και η πέιρα του ήταν οι άνθρωποι του βουνού, της στάνης, της αγροτιάς...αλλά ερωτοτροπούσε και με τους ανθρώπους των γραμμάτων, που αποζητούσε την παρέα τους..."
Άλλη αρετή του Γ.Κ. αλληλένδετη με την προηγούμενη, γιατί κι αυτή αφορά τη μορφή, είναι το χιούμορ. Οι διάλογοι βρίθουν σε απανωτά έξυπνα πειράγματα και λογοπαίγνια, κάνοντας τη στιχομυθία παιχνιδιάρικη και αλαφριά. Με τον τρόπο αυτό, τον τόσο οικείο στους αγρότες μας, το ακροατήριο σχημάτιζε άμεση και ακριβή εικόνα των χαρακτήρων, από τον ευχάριστο δρόμο της σάτιρας.
Τρίτο κοινό στοιχείο των θεατρικών του Γ.Κ. είναι ο διδακτικός στόχος. Ζει τη ζωή του αντάρτικου. Κάθε μέρα σκοντάφτει σε αντιλήψεις επιζήμιες, απηρχαιωμένες, και κάθε φορά συγκεκριμενοποιεί από έναν εχθρό που πρέπει να γίνει ο στόχος του επόμενου έργου...Το γεγονός αυτό, που το υπαγορεύει μια υψηλή επιταγή καθήκοντος, συχνά αποβαίνει προς ζημία του έργου. Θα βρεθεί κάποιος να αντείπει πως δεν υπάρχει συγγραφέας, μεγάλος ή μικρός, που να γράφει χωρίς να διέπεται από κάποιο στόχο. Η διαφορά, που αποβαίνει εις βάρος του έργου, έγκειται στον τρόπο λειτουργίας του στόχου. Όταν ο στόχος δεν τίθεται αυθόρμητα, υπαγορευμένος από εσωτερική ισχυρή πίεση, αλλά σαν δίδαγμα που το επιβάλλουν εξωτερικοί παράγοντες, τότε τις περισσότερες φορές το έργο παίρνει τελικά διδακτική μορφή μην καταφέρνοντας να καλύψει τις προθέσεις του.
Ένα πολύτιμο στοιχείο του βιβλίου του Γ.Κ., άσχετο από τα οιαδήποτε συγγραφικά αποτελέσματα, είναι αυτό καθαυτό το περιεχόμενο. Ο Γ.Κ.ανασταίνει από τα σκοτάδια, όπου ανθελληνικές ενέργειες έχουν θάψει, τις πιο ηρωικές στιγμές του αγώνα, ανθρώπους, γεγονότα, συνθήκες διαβίωσης, συγκρούσεις με τον εχθρό, λαϊκές νικηφόρες εξορμήσεις...Που δοσμένες από τον Γ.Κ. που η ακεραιότητα του χαρακτήρα του και ο σεβασμός στην αλήθεια αποτελούσαν βασικά γνωρίσματα του ατόμου του, αποκτούν και την αξία ντοκουμέντων για τον αντιχιτλερικό αντιστασιακό αγώνα του 1941 - 1944.
Στο θέατρο του Γ.Κ. με τη φανερή και σκόπιμη θεματογραφία του, ζουν και αγωνιούν ψυχικές καταστάσεις. Ο Γ.Κ. υποδείχνει, στηλιτεύει, σατιρίζει, προβάλλει για παραδειγματισμό, ή και για να προκαλέσει τον αποτροπιασμό, εκθέτει ο χειρουργός το ελληνικό σώμα και τις πληγές του αγώνα...μα τελειώνοντας το βιβλίο δεν αναφωνείς: Τί μεγάλος! Τί καταπληκτικός θεατρικός συγγραφέας! Αναφωνείς: Να! ένας σωστός Έλληνας, που ζει και δρα για το έθνος. Οποίος ιδανικός στρατιώτης, στρατευμένος στην ελληνική υπόθεση!
                                                                         Αθήνα, 21 Σεπτεμβρίου1976



Έλλη Αλεξίου, Έλληνες λογοτέχνες, Δοκίμια Ι, Καστανιώτης 1982

Σάββατο, 25 Ιανουαρίου 2014

Τιμητική βραδιά στη μνήμη του Γιάννη Βαρβέρη



Την Δευτέρα   27 του Γενάρη, στις 8 το βράδυ,  το Θέατρο ΣΤΟΑ, στα πλαίσια των  αφιερωμάτων του σε λογοτέχνες και ποιητές,  διοργανώνει τιμητική βραδιά στη μνήμη του ποιητή, δοκιμιογράφου, μεταφραστή και κριτικού θεάτρου, Γιάννη Βαρβέρη.

Εκτός από τον Θανάση Παπαγεωργίου, θα μιλήσουν ο δημοσιογράφος Νίκος Ξυδάκης, οι σκηνοθέτες Εύης Γαβριηλίδης και  Διαγόρας Χρονόπουλος, ο καθηγητής του Πανεπιστημίου της Κύπρου Μιχάλης Πιέρρης και ο μουσικοκριτικός και Πρόεδρος της Ένωσης Θεατρικών και Μουσικών κριτικών  Κυριάκος Λουκάκος.

Θα προβληθούν αποσπάσματα από συνεντεύξεις του Γιάννη Βαρβέρη σχετικά με το θέατρο, την κριτική και τη μετάφραση.

Η είσοδος για το κοινό είναι ελεύθερη.

Το θέατρο «Στοά» βρίσκεται στην οδό Μπισκίνη 55  στου Ζωγράφου. Επικοινωνία στα τηλέφωνα 210 7702830 και 210 7770145 και στο e-mail info@theatrostoa.gr

Τετάρτη, 22 Ιανουαρίου 2014

Μενέλαος Λουντέμης – Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΝΤΑΡΤΗ



Ένα φεγγάρι εκρέμουνταν στην αγριελιά κλαμμένο
προχτές που φέραν τέσσερις το Βάγγο χτυπημένο.
Κι είχε μια αχνάδα η όψη του, μια μελανιά η θωριά του ―
μια αγριάδα του θανάτου.

Μαζί του κατηφόριζε κι ένα δροσάτο αγέρι ―
μια καλονιά απ’ τη Ρούμελη, χλωμή σαν τ’ αγιοκέρι.
Με λίγα αμίλητα παιδιά κομμένα απ’ τα γιουρούσα
και μια σκυλίτσα ρούσσα.

Τον στρώσαν σε ψηλόν οντά με τα φαντά σεντόνια
κι απ’ τα κονίσματα ψηλά σιγόσταζε η συμπόνοια.
Κι ένα λουλούδι που πικρά κούρνιαζε σαν το σπίνο ―
σκύβει να ιδεί και εκείνο.

Τα παραθύρια σβήσανε κι απόμειναν κλεισμένα.
Μη δουν κεφάλια ξέπλεκα και μάτια δακρυσμένα
τ’ αστέρια που κατέβηκαν τούτα τα κρύα τα βράδυα,
για να κρατήσουν βάρδια.

Θρηνολογά η κουφοξυλιά, δέρνονται τ’ αρμυρίκια!
Κλαιν οι οξυές φύλλα χλωμά κλαιν τα γκρεμνά χαλίκια.
Κι ένας τσομπάνος άπραγος με το ραβδί που εκράτα ―
δέρνει τρελλά τα βάτα.

Τον είχε ο λόγγος σταυραητό, τα τρίκορφα γιορντάνι.
Τον είχε η λέφκα ψυχογιό, τα διάσελα καλπάκι.
Τον είχε η σύναξη αδερφό, και το Καπετανάτο
φλουρί κωσταντινάτο.

Περνούν και τον θρηνολογούν, περνούνε και τον ραίνουν.
Λυπητερά μαλώματα, κακιώματα του κραίνουν.
Κι ο Βάγγος τους χαμογελά από το προσκεφάλι
σαν κόρη πούχει σφάλλει.

Διαβαίνουν οι γερόντισσες και χύνουν τα μαλλιά τους.
Περνούν κι οι νιες και χύνουνε ρόδα ― τα μαγουλά τους.
Περνάει κι ο Πικροχάροντας κι απ’ τ’ άτι ξεπεζεύει ―
ο Βάγγος για ν’ ανέβει.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ


Από την ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΙΑΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ 1941–1944, τόμος ΙΙ ΠΟΙΗΣΗ (επιλογή: Έλλη Αλεξίου), εκδόσεις ΗΡΙΔΑΝΟΣ

Ο συγγραφέας, ο αγωνιστής, ο άνθρωπος  Μενέλαος Λουντέμης έφυγε από τη ζωή σαν σήμερα, στις 22 Γενάρη του 1977.

Τρίτη, 21 Ιανουαρίου 2014

«Ο θείος μ' απ' την Γκιώνα» - Τριάντα χρόνια από το θάνατο του Γιάννη Σκαρίμπα


Τριάντα χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από το θάνατο του ποιητή και πεζογράφου Γιάννη Σκαρίμπα. Γεννήθηκε το 1897 στην Αγία Ευθυμία Παρνασσίδας. Ξεκίνησε να σπουδάζει φιλοσοφία στην Αθήνα, αλλά εγκατέλειψε το Πανεπιστήμιο για να αφοσιωθεί στη λογοτεχνία. Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του έζησε στη Χαλκίδα, όπου εργάστηκε ως εκτελωνιστής.
Η πρώτη επίσημη εμφάνισή του στη λογοτεχνία σημειώθηκε το 1929 με τη δημοσίευση του διηγήματός του «Στις πετροκολόνες στο λιμάνι» και τη βράβευσή του στον Πανελλήνιο Διαγωνισμό Διηγήματος του περιοδικού του Κώστα Μπαστιά «Ελληνικά Γράμματα» για το έργο του «Καπετάν Σουρμελής ο Στουραΐτης», που έγινε δεκτό με ενθουσιασμό από την κριτική επιτροπή (Μπαστιάς, Φώτης Κόντογλου, Κώστας Καρθαίος και Λέων Κουκούλας). Το 1930 εξέδωσε την πρώτη συλλογή διηγημάτων του με τίτλο «Καϋμοί στο Γρυπονήσι». Στροφή στη μέχρι τότε πορεία του αποτέλεσε το επόμενο έργο που εξέδωσε (1932) με τίτλο «Το θείο Τραγί» και εμφανείς επιρροές από το γαλλικό σουρεαλισμό. Ακολούθησε ο «Μαριάμπας» που αντιμετωπίστηκε από την κριτική ως αριστούργημα και το 1938 τυπώθηκε η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Ουλαλούμ». Κατά τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου, δημοσίευσε άρθρα στην εφημερίδα της Χαλκίδας «Εύριπος» και στράφηκε με ενδιαφέρον προς το ελληνικό θέατρο σκιών.
Στη γερμανική κατοχή κινδύνευσε να πεθάνει από την πείνα. Στρατεύτηκε στο ΕΑΜ. Η συγγραφική και εκδοτική του δραστηριότητα συνεχίστηκε ως τα τελευταία χρόνια της ζωής του με ποιήματα, μυθιστορήματα, διηγήματα, θεατρικά έργα, δοκίμια και μελέτες. Πέθανε στην τελευταία κατοικία του στην οδό Κομίνη 8 της Χαλκίδας, την οποία με ευθύνη της πολιτείας γκρέμισαν το 2003.


«Ο θείος μ' απ' την Γκιώνα»
Από τη συλλογή διηγημάτων του «Τρεις άδειες καρέκλες»



Ο άλλος χαμογέλασε, ρίξαντας μια ντροπερή ματιά προς τα μένα.
-- Ο θείος μου, μου κάνει, απ' την Γκιώνα. Είχ' έρθει να μας δει και τώρα φεύγει. Τάχει με τον Δήμαρχο!
Απομείναμε οι δυο μας... Αραιοί οι επιβάτες και διάσπαρτοι, ενώ και η «Ταχεία» ξεκινούσε. Αυτός σταυροκοπήθηκε: «Αϊλιά μ'»... τον άκουσα.
Κοίταξα τον άνθρωπό μου καλύτερα. Στην κεφάλα του αψηλά - ίδια η υδρόγειος! - χρέη καπέλου του εξετέλαε μια σκούφια. Δεν ήταν μεγαλύτερη απόνα πιατέλο του τσαγιού. Μόνο ότι ήταν μέσ' στη λίγδα... Στο κούτελό του, έως τα φρύδια του, μαυρόπυκνη έπεφτε των μαλλιών του η απλάδα. Και κάτω από τη μύτη του (τέλεια ρυθμού ελληνικού) έπεφτε - κατωφερώς στο πιγούνι του - η μουστάκα. Το «όλον» του σου 'φερνε στην ιδέα σου μαντρόσκυλους, απ' αυτούς που γυροφέρνουν και βαδίζουνε στις στρούγκες.
Μα γι' αυτόν αλλού έβρεχε. Στηρίχτηκε με τις φούχτες στην γκλίτσα του κι άρχισε να σιγοτραγουδάει ένα χαβά του:
«... Κιτρουλεϊμουνιά, ορέ κιτρουλεϊμουνιά
κιτρουλεϊμουνιά κι μαντζουράνα μου...»
Για ιδές, λέω, κόσμος που ούδε τον υποπτευόμαστε καν. Τούτος ο άνθρωπος ζη τουλάχιστον στον αιώνα που πέρασε και ζη ευχαριστημένος. Ενώ εμείς...
***
-- Για πού με το καλό; τον αρωτάω.
-- Για του Μπράλλου.
-- Κατάγεσαι αποκεί;
-- Πιο ζερβά, απ' την Γκιώνα. Θες να μάθ'ς; Απ' τη Σ'κιά άιν τ'ν ξέρεις. Δωριέας είμι.
-- Κοντά στην Αμφισσα;
-- Πώς μου τ'ν είπες;
-- Μαθές απ' τα Σάλωνα;
-- Ε, πιο πάν' λ'γάκι. Σ' είπα, απ' την Γκιώνα.
-- Κι επαγγέλλεσαι;
- Πώς μ' τόπες;
-- Δηλαδή τι δουλειά κάνεις;
-- Δ'λειά; Να, τσοπάνος.
-- Είσαι τσέλιγκας;
-- Δεν έχου τόσα, μα με φτάν' ν.
-- Είσαι παντρεμένος;
-- Ιέχου τη Γιουργούλα μ'.
-- Παιδιά έχεις;
-- Ιέχου ανηψούδια. Το π'δί που κατέβηκε ανηψούδι μ' είνι.
-- Κι είχες έρθει να τον δεις;
-- Ιγώ τουν χάλεψα να με βάλ' σε μια θέσ'.
-- Και δε σ' έβαλε;
-- Αστα!, άστα!, μην τα μουλουγάς... Και μην τα κραίν'ς.
Την ίδια στιγμή μπαίνει ο κοντρολέρ των εισιτηρίων με το «τρυπησιόν» του στο χέρι: «Παρακαλώ, τα εισιτήρια».
Τρύπησε το δικό μου και μου τόδωσε. Πήρε και του φίλου... «Μα το εισιτήριό σας, του κάνει μετά γοργή παρατήρηση, είναι για την "τακτική" αμαξοστοιχία! Αυτή εδώ είναι η "Ταχεία"!. Θα πληρώστε τη διαφορά!».
Ο άνθρωπός μου τον τήραξε. Ηταν κάτι τις το απερίμεντο. «Θαύμα ατραξιόν!»... συλλογίστηκα.
-- Θα πληρώστε τη διαφορά, ξαναλέει. Κι άνοιξε να το συμβουλευτεί ένα κιταπάκι.
-- Μαθές;... κάνει ο άμοιρος. Π'δής τρέχει αυτό θέλ'ς να μ' πεις;
-- Φυσικά.
-- Ορέ π'δί μ' ποιος του βιάζ'; Θέλ' κι τρέχει. "Ας πααίνει αγαλιώτερα... τι ευκή, πααίνει σαν να του βάλαν νέφτ' στουν κώλου;
-- Τι λες, ρε μπάρμπα! του κάνει ο υπάλληλος. Δε βιάζεσαι συ, βιάζονται οι άλλοι.
-- Ας πλερώσουν αυτοίνοι!. τι με φουρτών'ς ιμένα;
Τελοσπάντων τα κανόνισα εγώ. Πλήρωσα εγώ τη διαφορά. Κι ο υπάλληλος έφυγε. Ο συνταξιδιώτης μου βόλεψε ήσυχα - ήσυχα το στο πλάι του τράστο του κι απέ, ως νάχε βρει εκειδά το δίκιο του: «Αμ δι σφάξανε! μου κάνει. Για κορόιδο μι πέρασε;»
***
--(...)Μα τι απόγινε για τη θέση σου δε μου πες.
-- Αφ' σι να φάω ψμι και σ' λέω.
Κι άρχισε να ματσουλάει κάμποση ώρα...
...-- «Θ'νά τ' γάμαγα τ' μάνα!, κάνει ως απόφαγε, αλλά ας έχει χατήρ' τ' ανηψουδιού μου. Τη "θέσ'" ιγώ τη διάλεξα, αλλά το ανηψούδι μ' το θ' κο του: "Δε σ' κάνει αυτήνη η δ'λειά, θείγιε μ'", επίμενε. "Ουόχι, τ' λέου. Είσι ή δεν είσι ανηψούδι μ'; Ιγώ αυτήνη θέλου!.". Μίλησε του κυρ - Δήμαρχου κι του προυί πάω μπονώρα. Στέκουμαι στη σιδερένια ανέμη κι όποιους έμπαινε μέσα - χαρτάκι: ένα κομμάτ' ιγώ ιφημερίδα - μια δραχμούλα αυτός στο χέρι μ'. Σ' λέου δ'λειά κιλεπούρ'!...».
Η περιέργειά μου ήταν άφταστη!. «... Δεν είχα παράπονο, τον ακώ να συνεχίζει, ούλ' πλέρωναν. Ούλοι ιβγινείς, ούλ' κύριοι, κάναν τι κάναν κι απέ φεύγανι».
-- Δε μου χαρίζεις τ' όνομά σου; του λέω, μπάρμπα...
-- Γιώργους! μου κάνει.
-- Μπαρμπαγιώργο, του λέω, αυτή η δουλειά, αυτό το μαγαζί, πού ακριβώς βρίσκεται;
-- Ξέρω να σ' πω; σε μια πλατέα όμως είνι. Ιέχει κάτι σκαλάκια και κατιβαίνεις 'σακάτου. Ούλο καθρέφτες κι πορτούλες είνι τ' άτιμου. Σ' λέου κιλεπούρ'!...
***
«Ας καθόσουν, του λέω, ας μην έφευγες. Η δουλειά καλή 'ταν» του κάνω.
-- Ιγώ έφυγα για μι σκόλασαν; Και θ' να τ' γάμαγα τη μάνα, αλλά για χατήρ'...
-- Τι συνέβηκε, ρε μπάρμπα;
-- Ακ' ν' ακούεις.
Κι ήμουν όλος αφτιά. Η «ιστορία» έγιν' έτσι:
Σε κάνα δυο ώρες - λέει - η περιέργεια δεν τον άφηνε. Δεν κύτταε να δει το μαγαζί; Δεν άνοιγε μια πορτούλα να δει μέσα; «Ανοίγου ένα καμαρίνι - λέει - Και τι να ιδώ; Εναν θεουκιρατά μισοκαθιστόν να κάνει εκεί το... χοντρό του!»
Η καταπλαή του - λέει - δε λέγονταν. «Τι κάν'ς αυτού ρε;» τ' λέου. Λέει. «Τ'ν ανάγκη μ'!».
-- Κι ήρθις ιδώ να βγάλ'ς το σβέρκου σ'; του κραίνω. «Αμ' πού να πάω;» μ' αποκρίνιτι.
-- Χάθ'καν όρε, του λέου, τα γρασίδια;
Και τον αρπάζει απ' τον σβέρκο. «Οξου όρε θεουκιρατά... παλιοτόμαρου!».
Και τον αρχινάει στις κλωτσιές. Ξεκουμπίστηκε αυτός, φοβερίζοντας ότι θα διαμαρτυρηθεί του Δημάρχου.
-- Πού θα μ' πας; του λέου. στον κυρ-Δήμαρχου; Αμ' ιμένα ποιος μ' έβαλι ορέ όρνιου εδωδά; Ο κυρ - Δήμαρχος δε μ' έβαλι; Χάι-Χάι ορέ χαϊβάνι!.
«... Αχ!- Αχ!.. Αχ!.. Και κοντά;» Θα τρελαίνομαν...
Μα αυτός αλλού βρέχει. Είχε εξαγριωθεί τώρα κι άστραφταν μαύρες στράψες τα μάτια του, ενώ και τη μουστάκα του - στρίβοντας - την είχε κάμει ως τσιγκέλι!.
... «Στο παρακάτω, λέει, καμαρίνι πάλ' τα ίδια!». Αλλον φουκαρά εκεί άρπαξε σαν «κισέμ'» από τον σβέρκο!. «Μάιδε τα σουρέλα του, λέει, δεν πρόφτασε να συμμάσει ο θεοτούμπης!»... τον έσυρε ως πάνω στο πεζοδρόμιο, σαν - προς σφαγή - κάνα κριάρι!.. Εκεί στο ρείθρο τον προυμούτισε!.
-- Τι του πέρασις ιδώ ορέ... (του «φούγιαζε»). Για χισαριό ορέ γ'ρούν'; Στραβουμάρα είχες να ιδείς τι γράφει πάνω;
-- Τι γράφει; κάνει (ανάσκελα) ο άλλος.
- Τι γράφ'; τρομάρα σ'... Αποχωρητήρια!.. γράφ' ορέ αγράμματι... Καθρέφτις γυροβουλιά 'χει μέσα και βρυσούλες!.
Τι θες, τι γυρεύεις... Κόσμος μαζεύτηκε, χάζι γύρω οι μάγκες. Και νάσου ένας πόλισμαν: «τι συμβαίνει; τι έγινε;».
--Μα...
-- Μπρος, στο Τμήμα.
-- Θα...
-- Σκασμός!
Να μη μου τα «πουλυλουγάει» τον απέλυσαν. Δυόμισι ώρες ήταν η «υπερεσία» του όλη-όλη. Ο κυρ - Δήμαρχος... και θ' να τ' γάμαε τη μάνα!..
Η επόμενη στάσις το Μπράλλο... ακούστηκε η φωνή απ' το μεγάφωνο: οι εκ των κυρίων κυρίων επιβατών...
Στο άκουσμα ο Μπαρμπαγιώργος βρέθ'κε όρθιος κι άρπαξε το ταγάρι του απ' τον γάντζο. «Μη βιάζεσαι, του κάνω, έχουμ' ώρα».
-- «Αν'τρο δε θα τ'ς μείν' τση Γιουργούλας μου, π' να τση μουλουγάω για του τραίνου... Τραίνου ιμάς ικεί είν' τα π'δάρια μας!»
-- Και πώς θα της το περιγράψεις, ρε Γιώργο;
- Αντίσκαστου όπως είν' και του γλέπ'ς: «Μιαν αράδα κ'τάκια, κ'τάκια, κ'τάκια κι μπρουστά ένα μαγερειό πού τα πααίνει!».
«Φτάνει, για το θεό!.» κάνω κι έπιασα σφιχτά την κοιλιά μου. Χιουμοριστικώτερη, σε δέκα λέξεις, παράσταση δε θα μπορούσε να υπάρξει - του τραίνου. Η διαφορά ήταν ότι δεν έκανε χιούμορ ο άνθρωπος, αλλά ανήξερα, σαν του Μολλιέρου τον χωριάτη, έκανε πρόζα. Επεσα χάμω και ...κλώτσαγα. Θα μ' έπαιρνε στον λαιμό του ο θεοτούμπης!.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ

Κυριακή, 19 Ιανουαρίου 2014

Juan Gelman: "όχι να φεύγεις, ούτε να μένεις, να αντιστέκεσαι..."



Mi Buenos Aires querido
Sentado al borde de una silla desfondada,
mareado, enfermo, casi vivo,
escribo versos previamente llorados
por la ciudad donde nací.

Hay que atraparlos, también aquí
nacieron hijos dulces míos
que entre tanto castigo te endulzan bellamente.
Hay que aprender a resistir.

Ni a irse ni a quedarse,
a resistir,
aunque es seguro
que habrá más penas y olvido.

Juan Gelman/Gotán.


Αγαπημένο μου Μπουένος Αϊρες
καθισμένος στην άκρη μιας ξεχαρβαλωμένης πολυθρόνας,
ζαλισμένος, άρρωστος, μόλις που ζω,
γράφω προκαταβολικά δακρυσμένες εκδοχές
για τη πόλη που γεννήθηκα.

Πρέπει να τις αιχμαλωτίσω, είναι εδώ
που γεννήθηκαν τα δύο γλυκά μου παιδιά
που ακόμα και μέσα σε αυτό το μαρτύριο όμορφα σε απαλύναν
Πρέπει να μάθεις να αντιστέκεσαι.

Όχι να φεύγεις, ούτε να μένεις,
να αντιστέκεσαι,
αν και είναι σίγουρο
πως (αυτό) είναι γεμάτο πόνο και λησμονιά.

Juan Gelman/Gotán.


μετάφραση/απόδοση στα ελληνικά Pasion Nuestra
Πηγή:https://www.facebook.com/LiteraturaYPsicoanalisis


O μεγάλος Αργεντίνος ποιητής Χουάν Χελμάν

Την τελευταία του πνοή άφησε σε ηλικία 83 ετών ο αργεντινός ποιητής Χουάν Χελμάν, ο οποίος είχε τιμηθεί με το βραβείο Θερβάντες το 2007, αλλά και το βραβείο Ρέινα Σοφία ιβηρο-αμερικανικής ποίησης το 2005. Ο Χελμάν πέθανε στο Μεξικό όπου είχε εγκατασταθεί τα τελευταία 20 χρόνια, τελευταίο σταθμό της μακράς εξορίας του μετά το πραξικόπημα του 1976 στην Αργεντινή. Η εφημερίδα Milenio του Μεξικού, στην οποία ο ποιητής διατηρούσε στήλη, ανακοίνωσε ότι ο Χελμάν πέθανε στο σπίτι του αλλά δεν διευκρίνισε τα αίτια του θανάτου του.

Ακούραστος πολέμιος των δικτατοριών της Λατινικής Αμερικής, θεωρείται ένας από τους σπουδαιότερους ισπανόφωνους ποιητές. Η ζωή του σημαδεύτηκε από τη δολοφονία του γιου του Μαρσέλο στη διάρκεια της στρατιωτικής δικτατορίας στην Αργεντινή (1976-1983) και την εξαφάνιση της νύφης του Μαρία Κλαούντια Γκαρσία. Το λογοτεχνικό του έργο που περιλαμβάνει τις συλλογές Βιολί και άλλα θέματα και Γκοτάν.

Πηγή tvxs.gr via http://lanuestrapasion.blogspot.gr/

Παρασκευή, 17 Ιανουαρίου 2014

... στη φωτιά της μεγάλης οργής μας και της αγίας ελπίδας μας - 112 χρόνια από τη γέννηση του Ναζίμ Χικμέτ


«Απερίγραπτη λένε, η φτώχεια της Ισταμπούλ. Η πείνα θερίζει τους ανθρώπους. Βουλιάζουν λένε στο χτικιό. Κι οι κοπελίτσες, έτσι λένε. Στα θεωρεία του σινεμά και στα χαλάσματα. Ασχημα τα νέα για τη μακρινή μου πολιτεία. Την πολιτεία των τίμιων των εργατικών. Και των πτωχών ανθρώπων. Για την αληθινή μου Ισταμπούλ. Την πολιτεία που μένεις πολυαγαπημένη μου. Την πολιτεία που κουβαλάω. Πάνω στους ώμους μου. Μες στο σακί μου. Από εξορία σε εξορία. Από φυλακή σε φυλακή»... (Ναζίμ Χικμέτ)


Πενήντα χρόνια συμπληρώθηκαν (3/6/1963) από το θάνατο του μεγάλου Τούρκου, κομμουνιστή επαναστάτη ποιητή, Ναζίμ Χικμέτ. Οι «κληρονόμοι» του αγώνα του, το σημερινό λαϊκό κίνημα της χώρας του, με πρωτοπόρους τους κομμουνιστές, με την αντίστασή τους στη βία που ασκεί καθημερινά πάνω τους το καθεστώς της Τουρκίας με τις «ευλογίες» του αμερικανικού και ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού, συνεχίζουν τον αγώνα. Το έργο του ποιητή, πάντα σύγχρονο ακόμη και στη μορφή του, εξακολουθεί να εμπνέει τους αγώνες όχι μόνο του δικού του λαού, αλλά και όλων των λαών του κόσμου. Στο πρόσωπο του Χικμέτ τιμάμε τον διαχρονικό επαναστάτη διανοούμενο.

Ο Ναζίμ Χικμέτ γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 15 Γενάρη 1902. Ο πατέρας του υπηρετούσε στο υπουργείο Εξωτερικών, έκανε μάλιστα για λίγο και Πρόξενος στο Αμβούργο κι όταν απολύθηκε έκανε τον διαχειριστή σε κινηματογραφικές αίθουσες. Η μητέρα του, Αϊσέ Τζελιέ Χανούμ, ήτανε ζωγράφος. Ολοκλήρωσε τη στοιχειώδη εκπαίδευση στην Κωνσταντινούπολη κι ύστερα γράφτηκε στη Ναυτική Σχολή Χάλκης, το 1918, κάτω από τη διοίκηση του Κεμάλ Πασά. Οταν αποφοίτησε μπήκε στο πολεμικό σκάφος Hamidiye ως εκπαιδευόμενος αξιωματικός καταστρώματος. Ωστόσο, η σταδιοδρομία του στο Ναυτικό σταμάτησε απότομα, γιατί αρρώστησε από πλευρίτη στη διάρκεια μιας νυχτερινής βάρδιας (1919) και δεδομένου ότι δεν μπόρεσε ν' ανακτήσει την υγεία του, απαλλάχτηκε σαν άτομο με ειδικές ανάγκες (1920). Ανέλαβε καθηγητής στην Ανατολία, στο γυμνάσιο Bolu, για σύντομο διάστημα (1921). Επηρεάστηκε από τη ρωσική επανάσταση, πήγε στη Μόσχα και σπούδασε στη Σχολή Πολιτικών και Οικονομικών Επιστημών της Μόσχας (1922 - 1924). Εκτός, όμως, από την ακαδημαϊκή μόρφωση, ο Χικμέτ είχε την ευκαιρία να εμβαθύνει στη μαρξιστική φιλοσοφία και ιδεολογία, αλλά και να γνωρίσει προσωπικά τον, κατά έξι χρόνια μεγαλύτερό του, μεγάλο ποιητή του Οχτώβρη, Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι.


Λογική συνέχεια της μέχρι τότε πορείας του νεαρού ποιητή και επαναστάτη ήταν η στράτευσή του, το 1923, στο παράνομο Κομμουνιστικό Κόμμα Τουρκίας. Ενα χρόνο αργότερα, επιστρέφει στην Τουρκία και αρχίζει να γίνεται γνωστός. Στη γνωριμία του έργου του ποιητή με το ευρύ κοινό βοηθά και η ιδιόμορφη κοινωνικοπολιτική κατάσταση της Τουρκίας εκείνη την εποχή, η οποία, αν και έχει το Τούρκικο ΚΚ στην παρανομία, ωστόσο, η αστική κεμαλική δημοκρατία δεν έχει περάσει ακόμη στην πλήρη αντιδραστική της φάση. Ετσι, ο Χικμέτ γράφει ελεύθερος τα έργα του, τα απαγγέλλει στο ραδιόφωνο της Κωνσταντινούπολης, ηχογραφούνται και κυκλοφορούν παντού. Παράλληλα, εργάζεται σε διάφορα περιοδικά και εφημερίδες που φιλοξενούν και ποιήματά του. Συγχρόνως, ο ποιητής γνωρίζει από κοντά την ανυπόφορη ζωή και την εξαθλίωση της εργατικής τάξης της χώρας του, για την οποία δεν έχει αλλάξει τίποτα, ουσιαστικά, από την εποχή των πασάδων.

Η περίοδος, όμως, της αλογόκριτης «ευφορίας» πέρασε πολύ γρήγορα για την Τουρκία του μεσοπολέμου και φυσικά και για τον ποιητή. Αρχίζει η περίοδος που ο Χικμέτ θα αρχίσει να αισθάνεται την πολύπλευρη πίεση του καθεστώτος, ενώ θα δει και τον φίλο του Νουρετίν να προσχωρεί στις εθνικιστικές απόψεις του «τουρκισμού» και στην αντίδραση. Ηδη έχει αρχίσει να χρησιμοποιεί στα άρθρα του στις εφημερίδες ψευδώνυμο (Ορχάν Σελίμ). Το 1925 ο Χικμέτ ξαναπάει στην ΕΣΣΔ και επιστρέφει το 1928. Ενώ βρίσκεται σε δημιουργική έξαρση και γράφει ασταμάτητα όλα τα είδη του λόγου με την ποίηση να βρίσκεται σε πρώτη προτεραιότητα, το καθεστώς αρχίζει να τον κυνηγά: Σχεδόν μετά από κάθε έκδοση έργου του, ακολουθεί δίκη. Η καταστολή όμως δεν μπορεί να σταματήσει την αυξανόμενη απήχησή του στο λαό. Συλλαμβάνεται και καταδικάζεται για τα επαναστατικά του φρονήματα. Μπαίνει στη φυλακή για 3 μήνες (1928). 

 
Επειτα, εγκαθίσταται στην Κωνσταντινούπολη κι εργάζεται σε διάφορα περιοδικά, εφημερίδες και σε κινηματογραφικά στούντιο. Εκδίδει τα πρώτα βιβλία ποίησης και γράφει συνεχώς (1928 - 1932). Συλλαμβάνεται ξανά το 1931, αλλά στο δικαστήριο, από κατηγορούμενος, γίνεται κατήγορος κι αναγκάζονται να τον αθωώσουν. Την επόμενη χρονιά, τον ξαναπιάνουν και καταδικάζεται σε 40 χρόνια φυλακή. Οι διανοούμενοι ξεκινούν μεγάλη εκστρατεία, ζητώντας την αμνηστία του. Κάτω από την πίεση της παγκόσμιας κατακραυγής, το καθεστώς αναγκάζεται να απελευθερώσει τον ποιητή, ο οποίος είχε ξεκινήσει απεργία πείνας, το 1950, μετά από 13 χρόνια φυλακής. Την ίδια χρονιά τιμάται με το Διεθνές Βραβείο Ειρήνης. Ωστόσο, παρακολουθείται συνεχώς. Αρχίζει και πάλι να εργάζεται ως σεναριογράφος αλλά οι πιέσεις συνεχίζονται. 

 

Το 1951, 49 χρόνων πια, άρρωστος και σε τρομερά δύσκολη θέση, φοβούμενος απόπειρα κατά της ζωής του, αποδέχεται τη συμβουλή του γνωστού, σύγχρονου, θεατρικού συγγραφέα και δημοσιογράφου Refik Erduran κι αυτοεξορίζεται. Με ρουμάνικο σκάφος διαπλέει τη Μαύρη Θάλασσα και περνά στη Ρωσία και πιο συγκεκριμένα στη Μόσχα. Από κει πηγαίνει στο Βερολίνο, όπου μέσα σε μια κατάμεστη αίθουσα με πάνω από 500 άτομα, δίνει ένα αγωνιστικό ρεσιτάλ και καταχειροκροτείται σαν ελεύθερος πλέον αγωνιστής ποιητής. Ταξιδεύει σε πολλές χώρες και το 1952 εκλέγεται μέλος του Παγκοσμίου Συμβουλίου Ειρήνης. Χωρίς να σταματήσει να γράφει, περνά την υπόλοιπη ζωή του στη Μόσχα. Τα ξημερώματα της 3ης Ιούνη 1963, η μεγάλη καρδιά, που χώρεσε όλον τον κόσμο, έπαψε να χτυπά. Ο ποιητής θα ανακτήσει την τουρκική υπηκοότητα που του είχε αφαιρεθεί το 1951, σχεδόν μισό αιώνα μετά το θάνατό του.

Πολλά από τα ποιήματά του μελοποιήθηκαν από το γνωστό Τούρκο συνθέτη Ζουλφού Λιβανελί, ενώ αρκετά σε μετάφραση - απόδοση Γιάννη Ρίτσου, μελοποιήθηκαν από τον Μάνο Λοΐζο, αλλά και από τον Θάνο Μικρούτσικο.


«Χλιαροί και παλλόμενοι σαν το αίμα που πηδάει από μια φλέβα/ αρχίσαν να φυσάν οι άνεμοι/. Ακούω τους ανέμους/Αργοπορεί ο σφυγμός/ Στις κορφές του Ουλουντζά θα χιονίσει/ Και κει ψηλά οι αρκούδες/ Μεγαλόπρεπες κι εξαίσιες θα κοιμούνται/ Πάνου στα κόκκινα φύλλα των καστανιών/. Στην πεδιάδα γυμνώνουνται οι λεύκες/. Οπου να `ναι θα κλειστούνε τα μεταξοσκούληκα/ Οπου να `ναι θα τελειώσει το χινόπωρο/ Οπου να `ναι κι η γη θα ξαναμπεί μέσα στου τοκετού τον ύπνο/. Κι εμείς θα περάσουμε ακόμη ένα χειμώνα/ Ζεσταίνοντας τα χέρια μας στη φωτιά της μεγάλης οργής μας/ Και της αγίας ελπίδας μας».

Κείμενο: Σοφία Αδαμίδου (Ριζοσπάστης, 9/6/2013)
Επιλογή εικόνων-βίντεο: Οικοδόμος