Τρίτη, 30 Απριλίου 2013

Κώστας Βάρναλης – ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ ΤΟΥ 1944




Είναι ν’ απορείς  με τον τρόπο που διαδίδεται και αναπαράγεται μια λανθασμένη είδηση στο διαδίκτυο. Η απορία γίνεται μεγαλύτερη όταν στην θέση της είδησης βρίσκεται ένα ποίημα και μάλιστα του Βάρναλη. Σε πολύ γνωστή ιστοσελίδα λογοτεχνικού περιεχομένου βρίσκονται αναρτημένοι οι πρώτοι δεκαεφτά στίχοι του ποιήματος του Κώστα Βάρναλη ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ ΤΟΥ 1944, με τον λανθασμένο τίτλο «Πρωτομαγιά 1943». Από τη σελίδα αυτή πήραν αυτό το απόσπασμα πολλά μπλογκς και το αναδημοσίευσαν, με τον ίδιο λανθασμένο τίτλο (αυτό το υποθέτουμε αφού δεν υπάρχει αναφορά στην πηγή). Δεν ξέρουμε όμως τι να υποθέσουμε γι’ αυτό το λάθος. Γιατί αν κάνεις  το αυτονόητο, δηλαδή να διαβάσεις το ποίημα πριν το αναδημοσιεύσεις, θα καταλάβεις πως ο Βάρναλης δεν μπορεί να αναφέρεται στην Πρωτομαγιά του 1943, όταν "περιγράφει" τη θυσία των 200 παλικαριών που εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς καταχτητές στο σκοπευτήριο της Καισαριανής, ακριβώς έναν χρόνο αργότερα…

Παρουσιάζουμε ολόκληρο το ποίημα, με τον σωστό τίτλο, από τη συλλογή «ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΚΟΣΜΟΣ», εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ (δεν αναφέρεται η ημερομηνία έκδοσης).

ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ ΤΟΥ 1944

Πέσε στα γόνατα, προσκύνα το πανάγιο χώμα
με την ψυχή κατάκορφα στον ουρανό υψωμένη,
όποιος και να σαι, όθε και να σαι κι ό,τι — άνθρωπος να σαι!
Πιότερο, αν είσαι του λαού ξωμάχος, χερομάχος,
φτωχόπαιδο, που αθέλητα σε βάλαν να καρφώσεις
τον αδερφό σου αντίκρα σου — με μάνα εσύ και κείνος!
Ετούτ’ η μάντρ’ αγνάντια σου το σύνορο του κόσμου.
Σ’ αφτήν απάνου βρόντηξεν ο Διγενής το Χάρο.
Είτανε πρώτη του Μαγιού, φως όλα μέσα κ’ έξω
(έξω τα χρυσολούλουδα και μέσα η καλωσύνη)
που αράδειασε πα στο σοβά, πιστάγκωνα δεμένους
και θέρισε με μπαταριές οχτρός ελληνομάχος,
όχι έναν, όχι δυο και τρεις, διακόσια παληκάρια.
Δεν ήρθαν μελλοθάνατοι με κλάμα και λαχτάρα,
μόν’ ήρθανε μελλόγαμπροι με χορό και τραγούδι.
Και πρώτος άρχος του χορού, δυο μπόγια πάνου απ’ όλους
κι από το Χάρο τρεις φορές πιο πάνου ο Ναπολέος.
Κ’ είναι από τότες Μάης εδώ, φως όλα μέσα κ’ έξω.
Κόλλα τ’ αφτί και την καρδιά στο ματωμένο χώμα.
Στον Κάτου Κόσμο τραγουδάνε πάντα και χορεύουν
κι αν κάπου ανάκουστος καημός θολώνει τη λαλιά τους,
δεν είναι που τη μάνα τους τη μάβρη ανανογιούνται
παρά που τους προδώσαν απορίματα δικά μας.
Κι αν πέσανε για το λαό, νικήσαν οι προδότες,
που τώρα εδώ κατάχρυσοι περνούν και μαγαρίζουν,
και τώρα πιο τους μάχονται και τους ξανασκοτώνουν!
Σιχαίνεσαι τους ζωντανούς; Μην κλαις τους σκοτωμένους!
Απ’ τα ιερά τους κόκκαλα, πρώτη του Μάη και πάλι,
θα ξεπηδήσει ο καθαρμός κ’ η λεφτεριά του ανθρώπου.
Κ’ είναι χιλιάδες στην Ελλάδα όμοιοι Πανάγιοι Τάφοι.

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ

«ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΚΟΣΜΟΣ», εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ

Δευτέρα, 29 Απριλίου 2013

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑΣ




Πρωτομαγιά νέα ζωή
καθώς η φύση σε γιορτάζει
έτσι κ’ η ιδέα η τρανή
όλο τον κόσμο αγκαλιάζει.
Πιο υψηλά κι απ’ τους αστούς
πάνω από σύνορα και νόμους
περνώντας τους ωκεανούς
φωτίζει ο ήλιος τους δυο κόσμους.
Μια καρδιά κ’ ένας πόθος κοινός
και μια ελπίδα μέσα κλειέται
απ’ την κραυγή ξεπετιέται
Εμπρός, Εμπρός, Εμπρός,
Νέα Διεθνής γεννιέται.
Πέρασαν οι παλιοί καιροί,
είναι μακριά τα χρόνια εκείνα
τώρα ο εργάτης προχωρεί
δεν σκύβει πια μπροστά στην πείνα.
Ο Ιταλός με το Ρωμιό
κι ο Χριστιανός με τον Εβραίο
στο υψηλό το ιδανικό
στης αδελφότητας το ωραίο.

Δημοσιεύτηκε, χωρίς να αναφέρεται το όνομα του ποιητή, στην εφημερίδα «ΠΑΝΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ» (μηνιάτικο όργανο της Ομοσπονδίας Οικοδόμων και συναφών επαγγελμάτων Ελλάδας), Απρίλης 1978.

Κυριακή, 28 Απριλίου 2013

Τέσσερις αποδόσεις στα ελληνικά του «Δε μας αφήνουνε να τραγουδήσουμε» του ΝΑΖΙΜ ΧΙΚΜΕΤ



(Ενημέρωση ανάρτησης 30-4-2013). Οφείλουμε να ομολογήσουμε τη σχετική  «βιασύνη» με την οποία αντιμετωπίσαμε το θέμα αυτής της ανάρτησης. Επανορθώνουμε λοιπόν, προσθέτοντας δυο σημαντικά στοιχεία για το ποίημα του Χικμέτ. Το πρώτο είναι μια ακόμα απόδοσή του στα ελληνικά (μετάφραση, όπως αναγράφεται στην έκδοση), του Άρη Δικταίου, και το δεύτερο, η πηγή δημοσίευσης της απόδοσης με αριθμό 3. Άρα, οι αποδόσεις στα ελληνικά έγιναν τέσσερις και έτσι αλλάζει και ο αρχικός τίτλος της ανάρτησης που αναφερόταν σε τρεις.

Αν γκουγκλίσει κάποιος «Δε μας αφήνουν να τραγουδήσουμε» θα εμφανιστούν δεκάδες σελίδες και μπλογκς στο διαδίκτυο με το δημοφιλές ποίημα του πολύ αγαπητού στην Ελλάδα Τούρκου ποιητή Ναζίμ Χικμέτ, όλες (εμείς πάντως δεν βρήκαμε διαφορετική) με την ίδια απόδοση στα ελληνικά, χωρίς να αναφέρεται κάπου (σε όσες –πολλές- σελίδες επισκεφτήκαμε) το όνομα του μεταφραστή. Σήμερα παρουσιάζουμε εδώ τρεις αποδόσεις στα ελληνικά του ποιήματος του Χικμέτ (πιθανώς να υπάρχουν και άλλες). Πρόκειται για την απόδοση του Γιάννη Ρίτσου από την έκδοση του «Κέδρου», μια δημοσίευση του 1976 στον Ριζοσπάστη με υπογραφή «Μετάφραση ΓΙΩΡΓΗ ΣΑΡΑΝΤΗ» και την –αγνώστου- απόδοση που αναφέραμε στην αρχή. Αν πάντως κάποιος γνωρίζει το όνομα του  μεταφραστή που λείπει με χαρά θα το προσθέσουμε.


1) Δε μας αφήνουν να τραγουδάμε Ρόμπσον

Δε μας αφήνουν να τραγουδάμε, Ρόμπσον
Κανάρι μου με τις φτερούγες του αητού
Μαύρο μου αδέρφι με τα μαργαριταρένια δόντια
Δε μας αφήνουν να πούμε το τραγούδι μας
Φοβούνται, Ρόμπσον
Φοβούνται την αυγή
Φοβούνται την δράση
Φοβούνται την ακοή, φοβούνται την αφή
Φοβούνται την αγάπη, Ρόμπσον
Φοβούνται ν’ αγαπήσουν με το πάθος του Φερχάτ
-Θάχετε, βέβαια, κι εσείς τον Φερχάτ σας
μαύρα μου αδέρφια, πώς τον λέτε, αλήθεια, Ρόμπσον;-
Φοβούνται το νερό που τρέχει
Φοβούνται την ανάμνηση
Το χέρι του φίλου που δεν ζητάει
μήτε προκαταβολή, μήτε προμήθεια, μήτε προθεσμία
Ένα πουλί ζεστό
                                 δε θα γίνει το χέρι τους ποτέ.
Φοβούνται την ελπίδα, Ρόμπσον, φοβούνται
                                                             την ελπίδα
Φοβούνται κανάρι μου με τις φτερούγες του αητού
Φοβούνται το τραγούδι μας, φοβούνται
Φοβούνται, Ρόμπσον.


(Μετάφραση ΓΙΩΡΓΗ ΣΑΡΑΝΤΗ – 1949)

Όπως δημοσιεύτηκε την Τετάρτη 26 Μάη 1976 στον Ριζοσπάστη.



2) ΔΕ ΜΑΣ ΑΦΗΝΟΥΝΕ ΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΗΣΟΥΜΕ

Ρόμπσον, δε μας αφήνουνε να τραγουδήσουμε
Εσύ κανάρι μου με αϊτού φτερούγες
Μαύρο μου αδέρφι εσύ με μαργαριταρένια δόντια
Δε μας αφήνουν τα τραγούδια μας να ντελαλήσουμε.
Φοβούνται Ρόμπσον
Φοβούνται την αυγή, φοβούνται και να βλέπουν
Φοβούνται και ν’ ακούν, φοβούνται και ν’ αγγίζουν
Φοβούνται ν’ αγαπάνε
Φοβούνται ν’ αγαπάνε με μια τέτοια φλόγα
                                 έτσι που αγάπησε ο Φερχάτ.
(Και βέβαια θάχετε και σεις  μαύρα μου αδέρφια
έναν  Φερχάτ - πώς τόνε λέτε Ρόμπσον;)
Φοβούνται και το σπόρο και τη γης
Φοβούνται το νερό που τρέχει
Φοβούνται και τη θύμηση.

Το χέρι φίλου που δεν καταδέχεται
μήτε και σκόντο μήτε ποσοστά μήτε κι αναβολή
σάμπως ένα ζεστό πουλί
ποτές δε θάναι το δικό τους χέρι.
Φοβούνται την ελπίδα Ρόμπσον
                                    Φοβούνται την ελπίδα
Φοβούνται καναρίνι μου μ’ αϊτού φτερούγες
Φοβούνται Ρόμπσον τα τραγούδια μας.

                                                           1949


(Απόδοση ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ)

Από το βιβλίο «ΝΑΖΙΜ ΧΙΚΜΕΤ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, πρόλογος και απόδοση ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ», εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ, Αθήνα 1981.



3) ΔΕ ΜΑΣ ΑΦΗΝΟΥΝ ΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΑΜΕ

Δε μας αφήνουν, Ρόμπσον, να τραγουδάμε
δε μας αφήνουν καναρίνι
Πώχεις φτερά αητού
Μαύρε αδερφέ μου
Δόντια που έχεις
Μαργαριτάρια
Δε μας αφήνουν να ψηλώσουμε φωνή.

Φοβούνται Ρόμπσον
Φοβούνται την αυγή,
Ν ακούσουνε φοβούνται
Και ν' αγγίσουν
Φοβούνται ν' αγαπήσουν
Φοβούνται ν' αγαπήσουνε σαν τον Φερχάτ
(Αλήθεια θα 'χετε κι εσείς έναν Φερχάτ
οι νέγροι πως να τονε λένε Ρόμπσον;)

Φοβούνται τα γεννήματα,
Τη γης         
Το γάργαρο νερό φοβούνται της πηγής
Φοβούνται
Να θυμούνται
Και τις χαρές τους
Το χέρι ενός φίλου δεν έσφιξε ποτέ τους
Το χέρι τους
Ζεστό
Σαν το πουλί
Χωρίς να θέλει σκόντα
Προμήθειες
Ή κάποια αναβολή
Στη πλερωμή.

Φοβούνται την ελπίδα
Φοβούνται Ρόμπσον να ελπίσουν
Φοβούνται καναρίνι
Που 'χεις φτερά αητού
Φοβούνται τα τραγούδια μας
Μη τους τσακίσουν.

Οχτώβρης 1949



(Δεν αναγράφεται ο μεταφραστής)

Από την έκδοση «ΝΑΖΙΜ ΧΙΚΜΕΤ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ (ΕΚΛΟΓΗ ΑΠΟ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ)», εκδοτικό ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ, 1953. Το βρήκαμε σε ανατύπωση από τις «εκδόσεις ΜΟΣΧΟΣ». 





4) ΔΕ ΜΑΣ ΑΦΗΝΟΥΝ ΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΜΕ

Δε μας αφήνουν να τραγουδούμε Ρόουμπσον
καναρίνι μου με τις φτερούγες του αετού
μαύρε αδερφέ μου με τα μαργαριταρένια δόντια
δε μας αφήνουν να φωνάξουμε τα τραγούδια μας.
Φοβούνται Ρόουμπσον
φοβούνται την αυγή, φοβούνται να δούνε,
φοβούνται ν’ ακούσουνε, φοβούνται ν’ αγγίξουνε.
Φοβούνται ν’ αγαπήσουν
φοβούνται ν’ αγαπήσουν όπως αγάπησε με πάθος ο Φερχάτ.
(Χωρίς άλλο κ’ εσείς μαύροι αδερφοί μου
έχετε έναν Φερχάτ, πώς τον λες, Ρόουμπσον;)
Φοβούνται τον σπόρο και την γη,
φοβούνται το νερό που τρέχει,
φοβούνται να θυμούνται.
Το χέρι ενός φίλου που δε θέλει
έκπτωση ουδέ προμήθεια μήτε προθεσμία
σαν πουλάκι ζεστό
το χέρι τους ποτέ δε θα το σφίξη.
Φοβούνται την ελπίδα,  Ρόουμπσον, φοβούνται την ελπίδα:
Φοβούνται, καναρίνι μου με τις φτερούγες του αετού,
φοβούνται τα τραγούδια μας, Ρόουμπσον…

Οκτώβριος 1949


(Μετάφραση Άρης Δικταίος)

Από το βιβλίο «ΝΑΖΙΜ ΧΙΚΜΕΤ, 122 ΠΟΙΗΜΑΤΑ» (μετάφραση, πρόλογος, σχόλια ΑΡΗ ΔΙΚΤΑΙΟΥ), εκδόσεις Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 1981.


Σάββατο, 27 Απριλίου 2013

ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ - Εγκώμιο στη διαλεκτική


Το άδικο προχωράει σήμερα με βήμα όλο σιγουριά.
Οι καταπιεστές προετοιμάζονται για δεκάδες χιλιάδες χρόνια.
Η βία εξασφαλίζει: Όπως ακριβώς είναι, έτσι θα μείνει.
Καμιά φωνή δεν αντηχεί έξω από τη φωνή των κυρίαρχων
και στις αγορές λέει η εκμετάλλευση αδιάντροπα: Τώρα
εγώ πρώτη ξεκινάω.
Μα κι από τους καταπιεσμένους λένε τώρα πολλοί:
Αυτό που θέλουμε, ποτέ δεν πρόκειται να γίνει.
Όποιος ακόμα ζει, δε λέει: Ποτέ!
Το σίγουρο δεν είναι σίγουρο.
Όπως ακριβώς είναι, έτσι δεν μένει.
Όταν πουν ό,τι είχανε  οι κυρίαρχοι να πούνε
θα μιλήσουνε οι κυριαρχούμενοι.
Ποιος τολμάει να πει: Ποτέ;
Ποιος φταίει, σαν η καταπίεση παραμένει; Εμείς.
Ποιος θα φταίει σαν η καταπίεση συντιβεί; Εμείς πάλι.
Όποιος γονατισμένος είναι, όρθιος να σηκωθεί!
Όποιος χαμένος είναι, να παλέψει!
Όποιος την κατάστασή του έχει αναγνωρίσει, πώς να εμποδιστεί;
Γιατί οι νικημένοι του σήμερα είναι οι νικητές του αύριο
Και το Ποτέ γίνεται: Σήμερα ακόμα!

ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ

«Εγκώμιο στη διαλεκτική»
Lob der Dialektik

(μετάφραση: Νάντια – Όλγα Βαλαβάνη)

Παρασκευή, 26 Απριλίου 2013

Αυτός που έκανε τον κομμουνισμό ποίηση – Ρεπορτάζ από την παρουσίαση του «άγνωστου ΒΑΡΝΑΛΗ» στη Θεσσαλονίκη



"ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ. Εγινε χτες 21 Απρίλη η εκδήλωση παρουσίαση του «Αγνωστου Βάρναλη». Θα χρησιμοποιήσω τα λόγια μιας φίλης που παρακολούθησε την εκδήλωση. «Εχω παρακολουθήσει πολλές παρουσιάσεις βιβλίων, η σημερινή όμως δεν ήταν παρουσίαση ενός βιβλίου αλλά εκδήλωση». Αρκετοί με διάφορους τρόπους μας είπαν το ίδιο. Στη δημιουργία αυτής της ατμόσφαιρας συνέβαλε η θεατρική ομάδα που απέδωσε την κατάθεση Βαρναλη στη δίκη Λουντέμη (Κώστας Γατίδης, Λευτέρης Παπαθανασίου, Αλέκος Κωσταντής), η Σίσυ Ιγνατίδου με τις απαγγελίες, ο Μάκης Σεβίλογλου και το συγκρότημά του και οι ομιλητές. Πάνω από όλα όμως ήταν οι Θεσσαλονικείς που μας τίμησαν με την παρουσία τους. Το να παρακολουθήσουν 200 και πλέον άνθρωποι μια παρουσίαση βιβλίου είναι ασύνηθες ακόμη και για την Αθήνα. Είναι όμως η αγάπη του κόσμου για τον Βάρναλη και η «επικοινωνία» μαζί του που συνεχίζει να υπάρχει και τους έφερε στην εκδήλωση. Εκ μέρους όλων των ομιλητών και των άλλων συντελεστών της εκδήλωσης τους ευχαριστώ θερμά." Ηρακλής Κακαβάνης (εδώ).


Το φιλικό ιστολόγιο Σφυροδρέπανο ήταν στην εκδήλωση και έγραψε το ρεπορτάζ που αναδημοσιεύουμε:

Αυτός που έκανε τον κομμουνισμό ποίηση 

Τις προάλλες η κε του μπλοκ βρέθηκε στη δημοτική βιβλιοθήκη της πόλης για να παρακολουθήσει την παρουσίαση του «άγνωστου βάρναλη» -που δε μας είναι πλέον και τόσο άγνωστος μετά από την ανάγνωση του βιβλίου του ηρακλή κακαβάνη και από τόσες παρουσιάσεις του. Εδώ θα επιχειρήσω μια επιλεκτική παρουσίαση βασικών σημείων και στιγμιότυπων της εκδήλωσης, προσπαθώντας στο μέτρο του δυνατού να μη διαστρεβλώσω το περιεχόμενο των εισηγήσεων –είτε λόγω κακής δικής μου πρόσληψης, είτε λόγω βιαστικών σημειώσεων που αλλοιώνουν το νόημα.

Την εκδήλωση άνοιξε μια ζωντανή θεατρική αναπαράσταση της κατάθεσης του βάρναλη στη δίκη του λουντέμη, με την αίθουσα εκδηλώσεων να μετατρέπεται προσωρινά σε αίθουσα δικαστηρίου και το κοινό να απολαμβάνει την περήφανη στάση του ποιητή απέναντι στους δικαστές. Κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης υπήρχε επίσης καλλιτεχνικό πρόγραμμα με απαγγελίες και μελοποιημένα ποιήματα του βάρναλη, καθώς κι ένα τετράλεπτο βιντεάκι από την κηδεία του ποιητή, το δεκέμβρη του 74’, που τα αναφέρω εκτός χρονικής σειράς, χωρίς περαιτέρω ανάλυση, για να δώσω βάρος στις εισηγήσεις.

Πέμπτη, 25 Απριλίου 2013

"Μυστηριώδης ομορφιά"



 
Moonlight Sonata, Ludwig van Beethoven


"Στο μισοσκόταδο του δωματίου η γωνιά του κρεβατιού φωτίζονταν απ’ το απαλό ροζ φως. Όλα γύρω ήταν βυθισμένα σε μια μυστηριώδη ομορφιά. Η Σόνια είχε το ένα χέρι απλωμένο κατά τα κάγκελα. Το σεντόνι περνούσε απ’ την αμασχάλη, τυλιγόταν στο μπράτσο και κρεμόταν τσαλακωμένο όξω απ’ το κρεβάτι. Τα χυμένα μαλλιά της σκέπαζαν το μισό μαξιλάρι και στο φως του ηλεκτρικού φαίνονταν σα μεταξένιες κλωστές χρυσαφιού. Με τ’ άλλο κρατούσε τον ορθό κρουστό κόρφο της, π’ ανεβοκατέβαινε ήρεμα. Στα χείλη της έπαιζε ένα χαμόγελο, λες και κάτι έβλεπε στον ύπνο. Το δεξί της πόδι ήταν απλωμένο στο κρεβάτι και τ’ αριστερό έκανε μια γωνία, ορθή σχεδόν, έγερνε προς τον τοίχο, χωρίς ν’ ακουμπάει, και στη σκιά που άφηνε, έβλεπες όλες τις καμπύλες απ’ τη φτέρνα χαμηλά ως το γουφό ψηλά. Το κορμί της λυτό, ήταν παραδομένο σε μια μακάρια εγκατάλειψη, σε μια νάρκη ηδονική. Έμοιαζε θάλασσα που την έδειρε η μπόρα. Αναταράχτηκε ως το βυθό της και φουρτούνιασε. Χτύπησε μ’ ορμή τη στεριά, παρασέρνοντας τα βότσαλα, γύρισε πάλι κατά τον πόντο, βογκώντας, πάλεψε με τα στοιχεία της φύσης κι όταν το κύμα έφτασε στα μεσούρανα, ο αγέρας έκοψε απότομα. Η φουρτούνα κάλμαρε και μ’ ένα γλυκό φλοίσβο, σαν ηδονικό σπασμό, φίλησε τ’ ακρογιάλι και γαλήνεψε.

Ζύγωσε και κάθισε απαλά στην άκρη τον κρεβατιού. Έμεινε κάμποση ώρα ακίνητος και τη χαιρόταν. «Σαν τη Σόνια θα ήταν και η αδερφούλα μου αν…» 'Επειτα έσκυψε, φίλησε τα μαλλιά της κι από κει απίθωσε σιγά τα χείλη του στο κοχύλι τ’ αυτιού της. Η Σόνια άνοιξε τα μάτια και χαμογέλασε."

Κώστα Μπόση, "…και το τρένο τραβούσε για τα ξεχερσώματα", εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1998

Τρίτη, 23 Απριλίου 2013

Ἀπὸ τὰ ‘Τρία Γράμματα στὴ Μητέρα’ - Κώστας Μόντης

Κώστας Μόντης
 
«Μητέρα θυμᾶσαι τὸν oὐρανὸ
πoύχαμε δεμένo κὸμπo στo μαντήλι;
Μᾶς τoν πῆραν oἱ ταχυδακτυλoυργoί, μητέρα
ἔτσι ὅπως πρὶν τὴν μπάλα μεσ' ἀπ' τὸ κoυτί.
Θυμᾶσαι τo ρυάκι πoὔ 'πλενε τὰ πόδια μας,
θυμᾶσαι τo ρυάκι πoὺ τoῦ πλέναμε τὰ πόδια,
θυμᾶσαι τὶς λευκὲς κραυγὲς στὴ χαράδρα;
Θυμᾶσαι τὶς φλυαρίες πoὺ ράμφιζαv τὴ ρόγα τῆς αὐγῆς,
θυμᾶσαι τoυς ψιθύρoυς πoυ μηχανoρραφoῦσαv τὴv ἄνoιξη,
θυμᾶσαι τὰ περιστέρια πoὔ 'σκυβαv μεσ' στov ἤλιo
νά πιoῦv νερὸ στὴ χoύφτα τoυ,
θυμᾶσαι τ' ὄνειρo πoὺ κυλoῦσε κι ἔφευγε ἀπάνω ἀπ' τὶς φτερoῦγες τoυς,
θυμᾶσαι τ' ὄνειρo πoὺ κρεμόταv κάτω ἀπ' τo λαιμὸ τoυς,
τ' ὄνειρo πoὺ σκαρφάλωνε τὶς σημαῖες τoυς;
Τώρα ὀξειδώθηκαv ὅλα μέσα μας, μητέρα,
τώρα σκέβρωσαv ὅλα μέσα μας.»
 
ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΤΗΣ
 

Δευτέρα, 22 Απριλίου 2013

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ - Είδα τον Λένιν!


Τον είδα να τρέχει χέρι - χέρι με τη Ζωή.
Να σπρώχνει κατά τον ανήφορο με τον ώμο του την Ιστορία.
Τον είδα να λαχανιάζει και να βιάζεται.
Γιατί όλα τότε ήταν βιαστικά. Όλα.
Οι ώρες, οι σελίδες, οι στιγμές.
«Σήμερα νωρίς - αύριο θα 'ν' αργά».
Η Επανάσταση κοίταξε το παιδί της στα μάτια. Ναι. Ηταν καιρός...
Το φώναξε κι η «Αβρόρα» απ' το ποτάμι.
Ηταν καιρός.
Θολός σιγόψελνε δίπλα της κι ο Νέβας.
Τον ακολούθησαν σιγοψέλνοντας και τα κανάλια.
Ηταν καιρός: Η Πόλη σώπαινε πνιγμένη στα σκότη. Και μόνο το «Σμόλνυ» έφεγγε.
Μόνο το «Σμόλνυ» έφεγγε σαν φανάρι.
Για να δείξει στο Μέλλον να περάσει.

Μενέλαος Λουντέμης
(από τη συλλογή "Κραυγή στα πέρατα").


ΠΡΩτοβουλίαΚΑΤοίκων στα ΝΟΤΙΑ

Κυριακή, 21 Απριλίου 2013

ΑΛΕΚΟΣ ΠΑΝΑΓΟΥΛΗΣ – Ποιήματα από την απομόνωση




Ο Αλέκος Παναγούλης (1939-1976) υπήρξε κορυφαία ηρωική μορφή του αντιδικτατορικού αγώνα. Ο Παναγούλης κατέγραψε με στίχους τα βιώματά του στην απομόνωση της  φυλακής, όπου κλείστηκε για την αντιδικτατορική αγωνιστική του δράση. Τα ποιήματά του συγκεντρώθηκαν σε έναν τόμο που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Παπαζήση με τίτλο «τα ποιήματα». Από την έκδοση αυτή παρουσιάζουμε τέσσερα ποιήματα.


Η ΜΠΟΓΙΑ

Ζωντάνεψα τους τοίχους
φωνή τους έδωσα
πιο φιλική να γίνουν συντροφιά
Κι οι δεσμοφύλακες ζητούσαν να μάθουνε
που βρήκα τη μπογιά
Οι τοίχοι του κελιού
το μυστικό το κράτησαν
κι οι μισθοφόροι ψάξανε παντού
Όμως μπογιά δε βρήκαν
Γιατί στιγμή δε σκέφτηκαν
στις φλέβες μου να ψάξουν


Η ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΜΟΥ

Ένα σπιρτόξυλο για πέννα
αίμα στο πάτωμα χυμένο για μελάνι
το ξεχασμένο περιτύλιγμα της γάζας για χαρτί
Μα τι να γράψω;
Τη Διεύθυνσή μου μονάχα ίσως προφτάσω
παράξενο και πήζει το μελάνι
Μέσ’ από φυλακή σας γράφω στην Ελλάδα

(Στρατιωτικές Φυλακές Μπογιατίου, 5 Ιουνίου 1971 – Μετά ξυλοδαρμό)


ΟΙ ΦΥΛΑΚΕΣ

Ψυχή φυλακισμένη στο κορμί
Κορμί φυλακισμένο στη ζωή
Ζωή φυλακισμένη μεσ’ στο Χρόνο
Πνεύμα π’ απ’ όποια φυλακή κι αν βγει
σε φυλακή πάλι θα πέσει
Κι είναι μονάχα το κορμί π’ αγάπησε τη φυλακή του
Πώς να μην έρθει ο θάνατος λοιπόν;


Η ΔΙΑΔΡΟΜΗ

Τρία βήματα μπροστά
και τρία πίσω πάλι
Χίλιες φορές την ίδια διαδρομή
Έξη χιλιάδες βήματα…
Ο σημερινός περίπατος με κούρασε ίσως
γιατί τα βήματα μετρούσα
Τώρα σταμάτησα
μα αύριο αντίθετα θ’ αρχίσω να βαδίζω (η ποικιλία ομορφαίνει τη ζωή)
και κάτι άλλο σκέφτομαι
μικρότερα τα βήματα αν κάνω
τέσσερα – τέσσερα μπορεί να τα μετρώ!
Καλά το σκέφτηκα
Πιο όμορφη θα γίν’ η διαδρομή!!...

Σάββατο, 20 Απριλίου 2013

Μικέλης Άβλιχος (1844-1917). Ο Κεφαλλονίτης αναρχικός ποιητής



«Ωραία τα λες, μας συγκινεί βαθιά η ομιλία σου,
αλλά μας βάζει εις πειρασμό η στρογγυλή κοιλία σου.»
(Είς προγάστορα ιεροκύρηκα)

Ο Μικέλης (Μιχαήλ) Άβλιχος ήταν σατιρικός ποιητής. Γεννήθηκε από εύπορους γονείς στο Ληξούρι της Κεφαλονιάς το 1844 και σπούδασε στο εκεί Πετρίτσειο Γυμνάσιο και μετά στην Ελβετία στο Πανεπιστήμιο της Βέρνης. Από την παιδική  του ηλικία βρέθηκε σε ένα περιβάλλον όπου δέχτηκε την επίδραση του ποιητή Ανδρέα Λασκαράτου και  αργότερα στην εφηβική του ηλικία των αναρχικών Πατρινών ριζοσπαστών όπως ο Ανδρέας Μομφεράτος. Ενθουσιάζεται με τον αγώνα τους και συνδέεται φιλικά μαζί τους. Στη Bέρνη κατά τη διάρκεια των σπουδών του  έρχεται ακόμη πιο κοντά με τις αναρχικές ιδέες,  γνωρίζει προσωπικά τον Mιχαήλ Mπακούνιν και γίνεται φίλος του, ενώ γίνεται και μέλος της A΄ Διεθνούς. Κατά μία (ανεξακρίβωτη) πληροφορία, συμμετείχε στα γεγονότα της Παρισινής Κομμούνας.

Μετά το τέλος των σπουδών του, έζησε κάποια χρόνια στο Παρίσι, την Ζυρίχη και την Βενετία. Tο 1872 επέστρεψε για λίγο στην Κεφαλλονιά, με αρκετές γνώσεις και διάθεση για επαναστατική δράση. Τότε γνωρίσθηκε και συνεργάσθηκε για ένα διάστημα με τον Παναγιώτη Πανά και τον Aριστοτέλη Bαλαωρίτη, που και αυτός είχε επηρεασθεί αρχικά από τις αναρχικές ιδέες, αλλά τις “ξέχασε” κατόπιν όταν εξελέγη βουλευτής Επτανήσων.

Ξαναφεύγει για την Ευρώπη και το 1877 σε ηλικία 34 χρονών, επιστρέφει οριστικά στην Ελλάδα. Αρχικά για λόγους υγείας μένει ένα διάστημα στην Κέρκυρα ενώ αργότερα εγκαταστάθηκε μόνιμα πιά στο Ληξούρι. Όταν επέστρεψε στην πατρίδα του, συνέχισε και συμπλήρωσε την ποίηση του συμπατριώτη του Λασκαράτου, εστιάζοντας την λεπτή ειρωνεία του στον αγώνα κατά της κοινωνικής αδικίας, της θρησκοληψίας, της πλουτοκρατίας και του πολέμου.

Η πολιτική και κοινωνιολογική εγκυκλοπαίδεια του Ανεξάρτητου, (Αθήνα 1934,) στη σελίδα 18 γράφει για τον ποιητή:

«Σατιρικός ποιητής γεννηθείς εν Ληξούρι Κεφαλληνία το 1844.Εσπούδασεν εν Βέρνη, όπου συνεδέθη μετά του ιδρυτού του νεωτέρου αναρχισμού Μπακούνιν, όστις είχε τότε μεγάλην επιρροήν μεταξύ των φοιτητικών κύκλων της Βέρνης.Αι αναρχικαί και επαναστατικαί ιδέαι του Μπακούνιν επέδρασαν μεγαλώς επί του Αβλίχου, του οποίου η ποίησης φέρει έκδηλον την επίδρασιν αυτήν.Είναι αντάξιος συνεχιστής του συμπατριώτου του Ανδρέα Λασκαράτου.Εις τα ποιήματα του εκαυτηρίασε το καθεστώς της εκμετάλλευσης, του μιλιταρισμού και την παπαδοκρατία.»

Χριστούγεννα

Στη φάτνη των χτηνών Χριστός γεννάται
χωρίς της Επιστήμης συνδρομή
η θεία Φύσις κάνει για μαμμή
κι ο δράκος, σαν αρνί, θεός κοιμάται.

Αύριον, άντρας, σα ληστής κρεμάται –
νέα του κόσμου θέλει οικοδομή.
Σταυρό του δίνει ο Νόμος πληρωμή -,
πλην άγιο φως στον τάφο του πλανάται.

Διάκοι του Βάαλ, δεν είναι δικός σας
αυτός της φάτνης ο φτωχός Χριστός,
που εκήρυξε για νόμο του τη χάρη.
Εσάς τιμή σας μόνη το στιχάρι.
Πομπές, θεοπομπές το ιδανικό σας,
κι είναι ο Θεός σας, σαν κι εσάς, μιαρός!

O Mικέλης  Άβλιχος άρχισε γρήγορα να γράφει στίχους και να ζει μόνος σαν ασκητής. Παρέμεινε αναρχικός και με τους στίχους του σατίριζε όλα τα κακώς κείμενα της εποχής του. H σάτιρά του, δουλεμένη, άμεση και καυστική, στρεφόταν κατά πάντων των δεινών του λαού. Δεν σκέφθηκε ποτέ να γράψει μια δική του θεωρητική άποψη και του αρκούσε να σατιρίζει το θεομπαίχτη, τον πατριώτη, το φοροεισπράκτορα, το θρησκόληπτο, το δικαστή, τον αστυνομικό, τον κυβερνήτη. Oι στίχοι του ήταν οργισμένοι και είχαν ένα εντελώς προσωπικό ύφος που τους έκανε να διαφέρουν από τους στίχους των άλλων σατιρικών ποιητών της εποχής του.

Στη Θεσσαλονίκη αύριο ο «άγνωστος Βάρναλης»



«Ο άγνωστος ΒΑΡΝΑΛΗΣ ΚΑΙ 19 ΑΔΗΜΟΣΙΕΥΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ», το βιβλίο του Ηρακλή Κακαβάνη από τις εκδόσεις ΕΝΤΟΣ, μετά τις επιτυχημένες παρουσιάσεις του στην Αθήνα  και σε άλλες πόλεις, συνεχίζει το ταξίδι του  ανά την Ελλάδα. Αυτή τη φορά κάνει στάση στη Θεσσαλονίκη, όπου αύριο Κυριακή 21 Απριλίου 2013 και ώρα 7 μ.μ. θα παρουσιαστεί στην Αίθουσα Εκδηλώσεων της Δημοτικής Βιβλιοθήκης (Εθνικής Αμύνης 27,  2ος όροφος - τηλ. 2310 374807-8).
Για τον Κώστα Βάρναλη και το βιβλίο θα μιλήσουν οι:
Γιώργος Χουρμουζιάδης, Αρχαιολόγος, Καθηγητής του Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιου,
Γιώργος Φαρσακίδης, Εικαστικός – Ζωγράφος,
Περικλής Παυλίδης, Επίκουρος Καθηγητής ΑΠΘ - Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης,
Σοφία Τεμεκενίδου, Φιλόλογος,
Γιώργος Σαρρής, Τραγουδοποιός,
Γιάννης Καλατζόπουλος, ηθοποιός.
Την εκδήλωση θα συντονίσει ο Δημοσιογράφος  – Ποιητής Απόστολος Λυκεσάς. Μελοποιημένα τραγούδια του Βάρναλη θα ερμηνεύσει ο Μάκης Σεβίλογλου με το συγκρότημά του. Ομάδα ηθοποιών της Θεσσαλονίκης θα αποδώσει υπό τη μορφή θεατρικού αναλογίου την κατάθεση του Κώστα Βάρναλη στη δίκη Λουντέμη το 1956. Θα προβληθεί ντοκιμαντέρ για τη ζωή του ποιητή και ρεπορτάζ από την πάνδημη κηδεία του.
Το βιβλίο τού Ηρακλή Κακαβάνη ερευνά άγνωστες ή λιγότερο γνωστές πλευρές του Βάρναλη και φέρνει στο φως της δημοσιότητας 19 ποιήματα. Όμως εκτός από αυτά -και άλλα- πολύ σημαντικά, η σπουδαιότητά του έγκειται στο γεγονός ότι φέρνει τον ποιητή πιο κοντά στους «ανίδεους» σαν και του λόγου μου, που επιπλέαμε στην επιφάνεια του έργου του με τη σιγουριά ότι ταξιδεύαμε σε γνωστά νερά. Το βιβλίο τού Κακαβάνη μας δίνει τη δυνατότητα να βουτήξουμε σ’ αυτά τα βαθιά νερά και να θαυμάσουμε την ομορφιά και τον πλούτο τους. Με την εκδήλωση αυτή, οι φίλοι της ποίησης και του έργου του Βάρναλη στη Θεσσαλονίκη, θα έχουν την ευκαιρία να γνωρίσουν το βιβλίο και διαβάζοντάς  το να ζήσουν  αυτό το συναρπαστικό ταξίδι.
Ο συγγραφέας
Ο Ηρακλής Κακαβάνης γεννήθηκε το 1966 στη Γαλανόβρυση Ελασσόνας, νομού Λάρισας. Σπούδασε φιλολογία και από το '91 εργάζεται ως διορθωτής στην εφημερίδα "Ριζοσπάστης", όπου σποραδικά αρθρογραφεί. Όπως επίσης και στο περιοδικό «Θέματα Παιδείας». Είναι μέλος της ΕΣΗΕΑ. Παράλληλα, ασχολείται με την επιμέλεια εκδόσεων.
Είναι συγγραφέας του βιβλίου «Ο δαίμων του τυπογραφείου», εκδόσεις «Προσκήνιο», 2008. Είχε τη φιλολογική επιμέλεια και έγραψε το εισαγωγικό σημείωµα στο Λεύκωμα «Ομήρου Ιλιάδα, 21 Λιθογραφίες το Henri Motte», εκδόσεις «Τυποεκδοτική», 2008, καλλιτεχνική επιμέλεια Γιώργου Φαρσακίδη. Το 2009 επιμελήθηκε  τις αναμνήσεις του αγωνιστή της Εθνικής Αντίστασης και αξιωματικού του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας, Λύσανδρου Ταμουρίδη, με τον τίτλο «Από τον Όλυμπο στο Γράμμο». Έχει γράψει το επίμετρο που συνοδεύεται από παρουσίαση του αντιστασιακού τύπου της Ελασσόνας νομού Λάρισας. Το 2010 προλόγισε το βιβλίο της μαχήτριας του ΔΣΕ «Και τώρα πού να πάω;» (εκδόσεις «BalkanXpress») .
Στο 2011 στο Επιστημονικό Συνέδριο του για τον Κώστα Βάρναλη έκανε την εισήγηση γα τον «Δημοτικιστή Βάρναλη». Η ομιλία του συμπεριλαμβάνεται στην έκδοση των πρακτικών του Συνεδρίου από τη «Σύγχρονη Εποχή» υπό τον τίτλο «Κώστας Βάρναλης: Φως που πάντα καίει» (2012). Το Σεπτέμβρη το 2012 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις εντός το βιβλίο του «Ο άγνωστος Βάρναλης και 19 αδημοσίευτα ποιήματά του».
Είπαν για το βιβλίο:
Γεωργία Λαδογιάννη (επίκουρος καθηγήτρια): Εχει πολλές αρετές αυτό το βιβλίο. Από την πρώτη του αράδα μέχρι την τελευταία περιέχει μικρούς και μεγάλους θησαυρούς. Με το υλικό που περιέχει θα μπορούσαν να γραφτούν πολλά βιβλία (...) φέρνει στη συζήτηση καίρια θέματα άλλα γνωστά και άλλα άγνωστα, μα και στα γνωστά όμως ο κύριος Κακαβάνης έχει διεξέλθει όλη τη συζήτηση  που έχει κάνει η φιλολογία.
Διονύσης Τσακνής (συνθέτης): «Το βιβλίο αυτό είναι πάρα πολύ χρήσιμο (...): Γιατί δικαιώνει τον τίτλο του αρχικά και τον δικαιώνει διότι εμάς τους μη μελετητές αλλά τους απλούς εραστές της ποίησής του και της στάσης ζωής του μας φέρνει σε επαφή με άγνωστες ή λιγότερο γνωστές πλευρές του ποιητή και του έργου του. (...) Επίσης, η ημερολογιακή παράθεση που υπάρχει στο βιβλίο το καθιστά το βιβλίο αυτό και ιδιαίτερα χρηστικό.
Νίκος Μπογιόπουλος (δημοσιογράφος): Το βιβλίο του Ηρακλή είναι έτσι κι αλλιώς σπουδαίο και (...) νομίζω για εμάς τους μη ειδικούς η αξία του βιβλίου κρίνεται από την αντοχή του στο χρόνο, όπως και για τους ειδικούς, και όταν λέω για την αξία του στο χρόνο έχει να κάνει με το πόσες φορές εμείς οι μη ειδικοί θα το αναζητήσουμε στη βιβλιοθήκη μας. Από αυτή την άποψη, είναι σίγουρο ότι το βιβλίο του Ηρακλή πολλές φορές θα διαπιστώσουμε πόσο αξίζει γιατί πολλές φορές θα το αναζητήσουμε.
Σοφία Κολοτούρου (ποιήτρια): Οφείλουμε πολλά στον Ηρακλή Κακαβάνη για την συγκέντρωση αυτού του υλικού σε ένα βιβλίο, το οποίο και ελπίζω να αποτελέσει το πρώτο βιβλίο μιας μεγάλης σειράς κατά την οποία θα επανεκδοθούν τα άπαντα του Βάρναλη, με τον σχολιασμό που τους πρέπει από τους μελετητές τους και θα μπορέσουμε να τα έχουμε κι εμείς στη σύγχρονη βιβλιοθήκη μας. Γιατί ο Βάρναλης παραμένει πεισματικά σύγχρονος όσο οι καιροί αγριεύουν, παραμένει, όπως το είπε και μόνος του στους Σκλάβους Πολιορκημένους «η Ακοή του Κόσμου».
Νίκος Σαραντάκος (μεταφραστής συγγραφέας): Πρόκειται για ένα πολύ χρήσιμο βιβλίο, που καλύπτει πολλά κενά της βαρναλικής βιβλιογραφίας και που (ελπίζω τουλάχιστον ότι) θα βοηθήσει όσους θελήσουν να ασχοληθούν στο μέλλον με το έργο του Βάρναλη

Πέμπτη, 18 Απριλίου 2013

Ελλάδα μας – Ελλάδα μας



 

Ελλάδα μας, Ελλάδα μας
ως πότε σκλάβα θάσαι;
Τον μαύρον ύπνο της σκλαβιάς –Ελλάδα μας-
ως πότε θα κοιμάσαι;

Ξετίναξε πια το ζυγό
τις αλυσίδες σπάσε
και με λεβέντες του ΕΛΑΣ –Ελλάδα μας-
κανέναν μη φοβάσαι.

Σαν δουλευτάδες του χεριού
και του μυαλού εργάτες,
θα σε σηκώνουμε ψηλά –Ελλάδα μας-
με τις δικές μας πλάτες.

Δουλειά, χαρά και μόρφωση
να το ιδανικό μας!
και θέλουμε στον τόπο μας, -Ελλάδα μας-
Αφέντη το λαό μας.

(Αντάρτικο τραγούδι της Κατοχής)


«Τα αντάρτικα τραγούδια», εκδόσεις «τετράδιο», Αθήνα 1975.

Τετάρτη, 17 Απριλίου 2013

Το κολαστήρι της Μακρονήσου μέσα από την ποίηση του αγώνα




Το κολαστήρι της Μακρονήσου μέσα από την ποίηση του αγώνα βρίσκεται στο επίκεντρο της ταινίας του Ελβετού σκηνοθέτη, Ολιβιέ Ζισουά «Σαν πέτρινα λιοντάρια στη μπασιά της νύχτας - ποιητικές μνήμες της Μακρονήσου» που θα προβάλλεται στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος. Την Πέμπτη 18/4 στις 7.30 γίνεται και η επίσημη πρεμιέρα (είσοδος μόνο με προσκλήσεις) και θα ακολουθήσει συζήτηση με τον σκηνοθέτη.

Ο σκελετός της ταινίας στηρίζεται στα ποιήματα και τα ημερολόγια εξορίας που γράφτηκαν στη Μακρόνησο από τον Γιάννη Ρίτσο, τον Τάσο Λειβαδίτη και τον Μενέλαο Λουντέμη.

Οπως σημειώνει στο σημείωμά του ο σκηνοθέτης: «Οι ποιητές της Μακρονήσου έκαναν να αναδυθεί από τα κείμενά τους μια φωνή, αντίστασης, ένας πίδακας ζωτικής δύναμης. Τα ποιητικά χρονικά της ζωής των πολιτικών εξόριστων πάνω στο νησί αφηγούνται τον τρόμο και την επιβίωση μέσα σε αυτό το βάρβαρο εργαστήριο που στόχο είχε τον «πνευματικό επαναπρογραμματισμό» των αντιστεκόμενων κομμουνιστών (...) Οταν, κατά λογοτεχνική τύχη, διάβασα τα ποιήματα αυτά, «είδα» εικόνες ενός φρικτού παρελθόντος, τις οποίες θέλησα να φέρω αντιμέτωπες με εικόνες του παρόντος: αυτές των ερειπίων των στρατοπέδων της Μακρονήσου. Θέλησα να ψάξω στους σωρούς από πέτρα και σκυρόδεμα για αποτυπώματα των όσων συνέβησαν, να τα αντιπαραθέσω στα ουρλιαχτά των μεγαφώνων που μετέδιδαν εθνικιστικά συνθήματα, να τα τοποθετήσω δίπλα στις φωτογραφίες των εξόριστων. Μια ταινία μνήμης που μάχεται ενάντια στη λήθη, σήμερα που αποτρόπαιες εθνικιστικές εξάρσεις αναδύονται ξανά στην Ελλάδα...».

Τρίτη, 16 Απριλίου 2013

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ - Ακόμα δεν μπόρεσα...



Ἀκόμα δὲν μπόρεσα νὰ χύσω ἕνα δάκρυ
πάνω στὴν καταστροφὴ
δὲν κοίταξα ἀκόμα καλὰ τοὺς πεθαμένους,
δὲν πρόφτασα νὰ δῶ πὼς λείπουνε
ἀπὸ τὴ συντροφιά μου,
πὼς ἔχασαν τὸν ἀέρα ποὺ ἐγὼ ἀναπνέω
καὶ πὼς ἡ μουσικὴ τῶν λουλουδιῶν,
ὁ βόμβος τῶν ὀνομάτων ποὺ ἔχουνε τὰ πράγματα
δὲν ἔρχεται στ᾿ αὐτιά τους·
ἀκόμα δὲν χλιμίντρισαν τ᾿ ἄλογα
ποὺ θὰ μὲ φέρουν πλάι τους.
Νὰ τοὺς μιλήσω,
νὰ κλάψω μαζί τους
καὶ ὕστερα νὰ τοὺς σηκώσω ὄρθιους·
ὅλοι νὰ σηκωθοῦμε σὰν ἕνας ἄνθρωπος,
σὰν τίποτα νὰ μὴν εἶχε γίνει
σὰν ἡ μάχη νὰ μὴν εἶχε περάσει πάνω ἀπὸ τὰ κεφάλια μας.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ