Κυριακή, 31 Μαρτίου 2013

Νίκος Καββαδίας – ΓΡΑΜΜΑ ΕΝΟΣ ΑΡΡΩΣΤΟΥ (στην αίσθηση του τέλους που πλησιάζει)



Θάλασσα και Καββαδίας τόσο σφιχτά δεμένοι... Δεν μπόρεσες ποτέ να φανταστείς πως ο ποιητής που ύμνησε με το έργο του τον εργάτη της θάλασσας, την κούραση, τη σκέψη, τα φαντάσματα, τις αδυναμίες, τα όνειρά του, όλα να διαδραματίζονται πάνω σ’ ένα βαπόρι που σκίζει τους ωκεανούς των πιο μακρινών ταξιδιών στους πιο ξωτικούς, για σένα, προορισμούς, έχοντας σημαία την ελευθερία του νου και της ψυχής, ή στη χειρότερη περίπτωση σ’ ένα λιμάνι, όπου το βαπόρι δένει προσωρινά μέχρι, σε λίγο,  να σαλπάρει και το ταξίδι να ξαναρχίσει και η  αίσθηση της δύναμης που δίνει η ελευθερία της απέραντης  θάλασσας να πλημμυρίσει  και πάλι, εσένα, τον αναγνώστη. Δεν μπόρεσες ποτέ να φανταστείς πως  ο ποιητής κάποτε θα σου μιλούσε για τον Αλέξη, που βλέπει το φως της ζωής να λιγοστεύει και το όνειρο να στέκεται απέναντί του  θλιμμένο και να τον αποχαιρετά λίγες στιγμές πριν το  τελευταίο του ταξίδι. Πόσο σκληρό είναι να πεθαίνεις έχοντας πριν στερηθεί την ελευθερία της δυνατότητας να κάνεις το όνειρό σου πραγματικότητα, ή της επιλογής της γωνιάς που θ’ αφήσεις την ψυχή  σου.  Πόσο  σκληρό και απάνθρωπο, και πόση προκαλεί απογοήτευση και    πόνο,  ανείπωτο πόνο, στην αίσθηση του τέλους που πλησιάζει…

Οι στίχοι του Καββαδία ακούγονται από τον αξέχαστο –και- ηθοποιό Νότη Περγιάλη:



ΓΡΑΜΜΑ ΕΝΟΣ ΑΡΡΩΣΤΟΥ

Φίλε μου Αλέξη, το 'λαβα το γράμμα σου·
και με ρωτάς τι γίνομαι, τι κάνω;
Μάθε, ο γιατρός πως είπε στη μητέρα μου
ότι σε λίγες μέρες θα πεθάνω...

Είναι καιρός όπου έπληξα, διαβάζοντας
όλο τα ίδια που έχω εδώ βιβλία,
κι όλο εποθούσα κάτι νέο να μάθαινα
που να μου φέρει λίγη ποικιλία.

Κι ήρθεν εχθές το νέο έτσι απροσδόκητα
- σιγά ο γιατρός στο διάδρομο εμιλούσε -
και τ’ άκουσα. Στην κάμαρα εσκοτείνιαζε
κι ο θόρυβος του δρόμου εσταματούσε.

Έκλαψα βέβαια, κάτω απ’ την κουβέρτα μου.
Λυπήθηκα. Για σκέψου, τόσο νέος!
Μα στον εαυτό μου αμέσως υποσχέθηκα
πως θα φανώ, σαν πάντοτε, γενναίος.

Θυμάσαι, που ταξίδια ονειρευόμουνα
κι είχα ένα διαβήτη κι ένα χάρτη
και πάντα για να φύγω ετοιμαζόμουνα
κι όλο η μητέρα μου 'λεγε: Το Μάρτη...

Τώρα στο τζάμι ένα καράβι εσκάρωσα
κι ένα του Μαγκρ στιχάκι έχω σκαλίσει:
«Τι θλίψη στα ταξίδια κρύβεται άπειρη!»
Κι εγώ για ένα ταξίδι έχω κινήσει.

Να πεις σ’ όλους τους φίλους χαιρετίσματα,
κι αν τύχει ν’ απαντήσεις την Ελένη,
πως μ’ ένα φορτηγό -πες της- μπαρκάρισα
και τώρα πια να μη με περιμένει...

Αλήθεια! Ο Χάρος ήθελα να 'ρχότανε
σαν ένας καπετάνιος να με πάρει
χτυπώντας τις βαριές πέτσινες μπότες του
κι ένα μακρύ τσιμπούκι να φουμάρει.

Αλέξη, νιώθω τώρα πως σ’ εκούρασα.
Μπορεί κιόλας να σ’ έκαμα να κλάψεις.
Δε θα 'βρεις, βέβαια, λόγια για μι’ απάντηση.
Μα δε θα λάβεις κόπο να μου γράψεις...

ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ


ΜΑΡΑΜΠΟΥ, εκδόσεις ΑΓΡΑ 1995

Το ποίημα μελοποιημένο από τον Θάνο Ανεστόπουλο, από τον δίσκο του «Ως το Τέλος». Ερμηνεύει ο ίδιος:




Πολλά χρόνια νωρίτερα (1986) το «ΓΡΑΜΜΑ ΕΝΟΣ ΑΡΡΩΣΤΟΥ» μελοποίησαν οι «Ξέμπαρκοι» (Ηλίας Αρώνης – Νότης Χασάπης), στο δίσκο τους «S/S IONION 1934». Το τραγούδι ερμήνευσε η Δήμητρα Γαλάνη:




Ένα ακόμη τραγούδι βασισμένο στους στίχους του Καββαδία. Αυτή τη φορά από μαθήτριες του Β' Λυκείου Νεάπολης Κοζάνης (Loco de choco), οι οποίες και το ερμηνεύουν στο βίντεο που ακολουθεί:


Σάββατο, 30 Μαρτίου 2013

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ - Στους Μπελογιάννηδες




«Ο Μπελογιάννης πέθανε. Δε θυσίασε τίποτε από την τιμή μας. Ούτε από την ελπίδα που έχουμε στο Αύριο που στραφτοβολά».  ΠΟΛ ΕΛΥΑΡ

Χαραβγή κατεπάνω του θανάτου
βάδιζεν η καρδιά σου, Παληκάρι,
λες κ’ είταν άλλος: άγουρος που ορθρίζει
ν’ ανταμώσει κρυφά την πρώτη αγάπη.

Σε κάθε βήμα ψήλωνε η κορφή σου,
το ηλιοστεφάνι τ’ ουρανού να φτάσει.
Κι αν χάραζε για σένα αιώνια Νύχτα,
η προδοσιά χορέβοντας σε φτυούσε.

Με χέρι’ αλυσωμένα, που αγαπούσαν
να κρατάνε για τον οχτρό ντουφέκι
και γαρούφαλο για το μάβρο Νόμο
σε βάλανε σημάδ’ οι πλερωμένοι

οι αρματολόγοι το χεροδεμένο,
τον Έναν οι πολλοί, τον άντρα οι φούστες,
οι τρίδουλοι το λέφτερο κ’ η λάσπη
τον πρωτανθό της Αρετής, Εσένα!

Δεν έχεις τάφο, άλλ’ όπου ηλιοβολιέται
γαρούφαλο στητό κι όπου βροντάει
καριοφίλι της λεφτεριάς, ολόρθον
η Μούσα σε φιλεί κι ο Μακρυγιάννης.
Δεν έχεις κι όνομα. Οι μάβροι το μαβρίσαν.
Μα το λένε στη ρεματιά τα’ αηδόνια,
οι ανέμοι στα πλατάνια και στα ελάτια
και τα νερά σε θάλασσα και βρύσες.
Μην κλαίτε, μάνες μαβρομαντηλούσες
και συ, Μεγάλη Μάνα των μανάδων!
Όπου να ναι, Θα τον νεκραναστήσει
μέγας λαός κι αφτός αναστημένος

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ


Από το blog της εφημερίδας Ανασύνταξη.
Η φωτογραφία από εδώ.

Παρασκευή, 29 Μαρτίου 2013

Ο Θεός, ο Θάνατος και ο Εωσφόρος ακόμη ρίχνουν τα ζάρια τους για τον Μίλτο Σαχτούρη. Και τέλος δεν έχει αυτή η παρτίδα…




Ο ποιητής Μίλτος Σαχτούρης έφυγε από τη ζωή, σαν σήμερα, στις 29 Μαρτίου του 2005. Σημαντικότερο από τις ημερομηνίες και τους  αριθμούς, από το πότε ήρθε, πόσο έζησε και πότε έφυγε ένας ποιητής, είναι το αποτύπωμα που άφησε πίσω του. Κατά πόσο κατάφερε να σημαδέψει τις γενιές, τις σύγχρονές του,  και κυρίως τις επόμενες. Ο Σαχτούρης άφησε βαθύ το αποτύπωμά του στην ποίηση και μέσα από αυτή σε όλους όσους κοινωνούν με το έργο του. Ποιος είναι όμως καταλληλότερος να μιλήσει γι’ αυτό, αμ όχι ένας –άλλος- ποιητής; Αναδημοσιεύουμε από τον Ριζοσπάστη ένα κείμενο του  Γιώργου Κακουλίδη, που δημοσιεύτηκε σε δυο συνέχειες λίγες μέρες μετά το θάνατο του ποιητή. Από το κείμενο αυτό  και ο τίτλος της ανάρτησης.

Ακόμη είναι νύχτα, κύριε Σαχτούρη

1. Είναι νύχτα στο υπόγειο δωματιάκι του ποιητή Νίκου Καρούζου. «Ο Σαχτούρης, φωνάζει ο Νίκος, όταν γεννήθηκε, διάλεξε την τυφλότητα ως τη μόνη αληθινή κατάσταση της όρασης».

2. Είναι νύχτα στο παγωμένο Σάλτσμπουργκ. Ενα κορίτσι με κόκκινο φόρεμα οδηγεί επάνω στον πάγο έναν τυφλό. Τους βλέπω μέσα από το σπίτι του ποιητή Γκέοργκ Τρακλ. Βρίσκομαι στο δωμάτιό του, που είναι και δωμάτιό σας, κύριε Σαχτούρη.

3. Είναι νύχτα. Ο κύριος Σαχτούρης γλίτωσε. Γλίτωσε από την εταιρία που δολοφονούσε ποιητές, της οποίας ιδρυτής ήταν ο Κατσίμπαλης. Αυτός ο πλούσιος φτηνός γέροντας, που απειλούσε με το μπαστούνι του όποιον δεν προσκυνούσε τον πρέσβη Γιώργο Σεφέρη. Οταν ο θάνατος αποφάσισε να πάρει τον Κατσίμπαλη, δεν τον χτύπησε με το δρεπάνι του, αλλά με το μπαστούνι, το μπαστούνι που όλοι έτρεμαν στην εμφάνισή του, το μπαστούνι που δεν τον έσωσε από το θάνατο.

4. Είναι νύχτα και διασχίζουμε τρέχοντας τη Φωκίωνος Νέγρη με τον ακριβό μου, αδελφό Χρήστο Μπράβο. Πρέπει επειγόντως να δει τον ποιητή. Ο Μίλτος Σαχτούρης του ανοίγει την πόρτα. Εγώ περιμένω απ' έξω, στο δρόμο. Ο ποιητής του λέει: «Φύγε, Χρήστο, γιατί το θηρίο είναι εδώ». Υστερα από μερικές ημέρες αφιερώνει στον Χρήστο το ποίημα για τον Ντίλαν Τόμας.

5. Σε μια ασπρόμαυρη βλέπω τον Ντίλαν Τόμας να γελάει μέσα σ' ένα κοιμητήριο. Ιδού ο τρελός λαγός όπως τον ονειρεύτηκε ο Σαχτούρης.

Πέμπτη, 28 Μαρτίου 2013

Στη μνήμη του Φώτη Αγγουλέ - Ας γίνει ο στίχος του φωτεινός οδηγός στη νέα δύσκολη πορεία μέσα στη νύχτα...




Στις 28 Μάρτη του 1964 πεθαίνει ο κομμουνιστής ποιητής Φώτης Αγγουλές. Γεννημένος στη Χίο ο Φ. Αγγουλές έρχεται σε επαφή με το κομμουνιστικό κίνημα από τις αρχές της δεκαετίας του 1930. Με την Κατοχή καταφεύγει στη Μέση Ανατολή, όπου τον Απρίλη του 1944 συλλαμβάνεται για την ΕΑΜική του δράση από τους Άγγλους και μαζί με άλλους κομμουνιστές κλείνεται σε φυλακή της Παλαιστίνης. Από κει σε διάφορα στρατόπεδα και τέλος στο κολαστήριο του Ντεκαμερέ. Τέλη Νοέμβρη του 1945 απελευθερώνεται και επιστρέφει στη Χίο (χωρίς τη γυναίκα του - δεν το επέτρεψαν οι Άγγλοι), όπου συνεχίζει να αγωνίζεται και να διώκεται.

Στις 10 Γενάρη 1946 ο ταγματάρχης - διοικητής της Χωροφυλακής Χίου, Ντουβλάς Ελευθέριος, ενημερώνει εγγράφως το Γραφείο ΧΙ/Γ του Γενικού Επιτελείου Στρατού, ότι «ο Φώτης Αγγουλές (...) εδηλητηριάσθη ψυχικώς, διεστράφη πνευματικώς και επίστεψε εις τας ιδέας του κομμουνισμού. Κλεισθείς δε υπό των Συμμαχικών Δυνάμεων εις Ντεκαμερέ, ετελειοποίησε τας αντεθνικάς ιδέας του». Παρακάτω ο διοικητής ενημερώνει το ΓΕΣ ότι «εις τον εν λόγω ασπασθέντα τας κομμουνιστικάς ιδέας, επεδείχθη η συνήθης δήλωσις, συνταχθείσα συμφώνως προς τας σχετικάς διαταγάς». Και το έγγραφο καταλήγει: «Την υπογραφήν της δηλώσεως ηρνήθη επιμόνως. Έκτοτε παρακολουθείται η δράσις του».



Με την ανάπτυξη της πάλης του Δημοκρατικού Στρατού, ο Αγγουλές τυπώνει έντυπα του ΔΣΕ κρυμμένος σε μια στέρνα στο Βατάδο. Εκεί μια μέρα του Μάρτη του 1948 συλλαμβάνεται, δικάζεται από στρατοδικείο και καταδικάζεται σε θάνατο. Ο Αγγουλές γλίτωσε την εκτέλεση χάρη στον ξεσηκωμό όλου του νησιού και διεθνείς διαμαρτυρίες. Δεσμώτης επί οκτώ χρόνια στα κολαστήρια Βούρλων, Μακρονήσου, Κεφαλονιάς, Αλικαρνασσού, Ιτζεδίν, του νοσοκομείου «Άγιος Παύλος» και Κέρκυρας, αποφυλακίστηκε βαριά άρρωστος το 1956. Επιστρέφει στη Χίο και «ζει» παρακολουθούμενος...

Συνέρχεται λίγο και γίνεται - επιτέλους - μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών. Κανείς δεν επιτρέπεται να του δώσει δουλειά. Ανέχεια και μοναξιά τον βασανίζουν. Το 1963 καταρρέει - σωματικά και ψυχολογικά - από μολυβδίαση. Δεν τρώει, δεν πίνει, δεν μιλά. Αρχές του 1964, με παρέμβαση του Σωματείου Τυπογράφων, του δίνεται μια ψωροσύνταξη. Στις 27 Μάρτη παίρνει το καράβι «Κολοκοτρώνης», για Πειραιά. Ταξιδεύοντας στην τρίτη θέση ξεψυχά από πνευμονικό οίδημα. Στην τσέπη του βρέθηκαν μόνο 20 δραχμές. Αμέσως μετά το θάνατό του, ο Γιάννης Ρίτσος τον τιμά με ένα ποίημά του και ο Ανδρέας Καραντώνης ραδιοφωνικά. Ποιήματά του μεταφράστηκαν και εκδόθηκαν σε Γαλλία, Γερμανία, Αγγλία, Σοβιετική Ένωση, Βουλγαρία, κ.α.


Με αφορμή την επανέκδοση της συλλογής του Φώτη Αγγουλέ «Πορεία μέσα στη νύχτα» το 2007, ο ποιητής Γιώργος Κακουλίδης θα γράψει στον Ριζοσπάστη:

«Το Πολιτιστικό Τμήμα της Νομαρχιακής Επιτροπής Χίου του Κομμουνιστικού Κόμματος προχώρησε ενθουσιαστικά στην επανέκδοση της συλλογής του Φώτη Αγγουλέ «Πορεία μέσα στη νύχτα». Στην πραγματικότητα, δεν πρόκειται για επανέκδοση, αλλά για το ίδιο το βιβλίο που είχε τυπωθεί το 1958 και ένα μέρος των αντιτύπων του παρέμεναν άδετα σε κάποια αποθήκη, αφού ο ποιητής δεν πρόλαβε να τα διαθέσει. Με αυτή την επαναστατική πράξη - που εύχομαι και προσεύχομαι να βρει μιμητές - οι σύντροφοι από τη Χίο καταργούν τη λησμονιά, που είναι ο τάφος του ποιητή. Στη σελίδα που έχουν επισυνάψει στην αρχή του βιβλίου, εξηγούν τους λόγους της έκδοσης:

Ο Φώτης Αγγουλές αποφυλακίστηκε το 1956 μετά από οκτώ ολόκληρα χρόνια. Ηρθε στη Χίο, που τη θεωρούσε του ξενιτεμού του πατρίδα. Με την υγεία του σοβαρά κλονισμένη από τις κακουχίες της φυλακής, κατατρεγμένος, περιφρονημένος και βαθιά πληγωμένος, έβρισκε στέκι στο λιμάνι σε κάτι απόμερα ταβερνάκια και παρηγοριά στο πιοτό. Φίλοι παλιοί τού συμπαραστάθηκαν, σύντροφοι στον αγώνα και τη ζωή. Ο εκδότης της εφημερίδας «Χιακός Λόγος» τον πήρε στο τυπογραφείο, εκεί με τα ίδια του τα χέρια στοιχειοθέτησε μια επιλογή από παλιά δημοσιευμένα και νέα ποιήματα. Τα μετέφερε μετά και τα τύπωσε στο Τυπογραφείο του Ζήσιμου, όπου λίγα λίγα τα έδενε σε τόμους. Αλλα τα μοίραζε σε γνωστούς και φίλους και άλλα τα πούλαγε για χαρτζιλίκι. Ηταν η τελευταία ποιητική συλλογή που μας άφησε.


Ο Φώτης πέθανε το Μάρτη του 1964, και τα οχτασέλιδα, στοίβες ολόκληρες, περίπου 1.000 τόμοι, μείνανε ξεχασμένα 39 ολόκληρα χρόνια στη σκοτεινή και υγρή φυλακή της ύλης. Από κει τα μαζέψαμε κι εμείς με ευλάβεια που αρμόζει στο πνεύμα και το στίχο του Φώτη, τα βάλαμε σε τάξη και αποτελειώσαμε το έργο των χεριών του. (...)

Το έργο του Αγγουλέ, διαχρονικό, αγγίζει το σήμερα. Η φτώχεια, η ανεργία, η στέρηση, η ανασφάλεια, η βία, ο φόβος του πολέμου, ο θάνατος, που ήταν πηγές έμπνευσης του ποιητή, είναι τόσο επίκαιρα σήμερα. Ας γίνει ο στίχος του Αγγουλέ φωτεινός οδηγός στη νέα δύσκολη πορεία μέσα στη νύχτα.

Ο ίδιος ο Αγγουλές έγραφε στον πρόλογο του βιβλίου του: «(...)Δεν το κάνω για να σας δείξω την τέχνη μου. Και μονάχοι σας θα δείτε πως μερικά απ' αυτά τα ποιήματα δεν αντέχουν. Σας βεβαιώνω όμως πως περισσότερο από την τέχνη τους αγαπώ τις στιγμές που τα δημιούργησαν, τη ζωή που υφάνθηκε μέσα τους, με τις χαρές και τις λύπες της, τις συμφορές της και τις ελπίδες. Η ζωή αυτή πέρασε. Η εποχή μας ήταν ταραγμένη. Σήμερα, συμμαζεύοντας τα ποιήματά μου, μου φαίνεται πως γυρίζω ανάμεσα σε χαλάσματα κάποιας έρημης χώρας και συμμαζεύω τα τελευταία απομεινάρια».

Κείμενα από 902.gr και Ριζοσπάστη

Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2013

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ο επόμενος σταθμός του «άγνωστου Βάρναλη»




«Ο άγνωστος ΒΑΡΝΑΛΗΣ ΚΑΙ 19 ΑΔΗΜΟΣΙΕΥΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ», το βιβλίο του Ηρακλή Κακαβάνη από τις εκδόσεις ΕΝΤΟΣ, μετά τις επιτυχημένες παρουσιάσεις του στην Αθήνα  και σε άλλες πόλεις, συνεχίζει το ταξίδι του  ανά την Ελλάδα. Αυτή τη φορά κάνει στάση στη Θεσσαλονίκη, όπου την Κυριακή 21 Απριλίου 2013 και ώρα 7 μ.μ. θα παρουσιαστεί στην Αίθουσα Εκδηλώσεων της Δημοτικής Βιβλιοθήκης (Εθνικής Αμύνης 27,  2ος όροφος - τηλ. 2310 374807-8).

Για τον Κώστα Βάρναλη και το βιβλίο θα μιλήσουν οι:

Γιώργος Χουρμουζιάδης, Αρχαιολόγος, Καθηγητής του Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιου,
Γιώργος Φαρσακίδης, Εικαστικός – Ζωγράφος,
Περικλής Παυλίδης, Επίκουρος Καθηγητής ΑΠΘ - Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης,
Σοφία Τεμεκενίδου, Φιλόλογος,
Γιώργος Σαρρής, Τραγουδοποιός,
Γιάννης Καλατζόπουλος, ηθοποιός.

Την εκδήλωση θα συντονίσει ο Δημοσιογράφος  – Ποιητής Απόστολος Λυκεσάς. Μελοποιημένα τραγούδια του Βάρναλη θα ερμηνεύσει ο Μάκης Σεβίλογλου με το συγκρότημά του. Ομάδα ηθοποιών της Θεσσαλονίκης θα αποδώσει υπό τη μορφή θεατρικού αναλογίου την κατάθεση του Κώστα Βάρναλη στη δίκη Λουντέμη το 1956. Θα προβληθεί ντοκιμαντέρ για τη ζωή του ποιητή και ρεπορτάζ από την πάνδημη κηδεία του.

Το βιβλίο τού Ηρακλή Κακαβάνη ερευνά άγνωστες ή λιγότερο γνωστές πλευρές του Βάρναλη και φέρνει στο φως της δημοσιότητας 19 ποιήματα. Όμως εκτός από αυτά -και άλλα- πολύ σημαντικά, η σπουδαιότητά του έγκειται στο γεγονός ότι φέρνει τον ποιητή πιο κοντά στους «ανίδεους» σαν και του λόγου μου, που επιπλέαμε στην επιφάνεια του έργου του με τη σιγουριά ότι ταξιδεύαμε σε γνωστά νερά. Το βιβλίο τού Κακαβάνη μας δίνει τη δυνατότητα να βουτήξουμε σ’ αυτά τα βαθιά νερά και να θαυμάσουμε την ομορφιά και τον πλούτο τους. Με την εκδήλωση αυτή, οι φίλοι της ποίησης και του έργου του Βάρναλη στη Θεσσαλονίκη, θα έχουν την ευκαιρία να γνωρίσουν το βιβλίο και διαβάζοντάς  το να ζήσουν  αυτό το συναρπαστικό ταξίδι.

Ο συγγραφέας

Ο Ηρακλής Κακαβάνης γεννήθηκε το 1966 στη Γαλανόβρυση Ελασσόνας, νομού Λάρισας. Σπούδασε φιλολογία και από το '91 εργάζεται ως διορθωτής στην εφημερίδα "Ριζοσπάστης", όπου σποραδικά αρθρογραφεί. Όπως επίσης και στο περιοδικό «Θέματα Παιδείας». Είναι μέλος της ΕΣΗΕΑ. Παράλληλα, ασχολείται με την επιμέλεια εκδόσεων.

Είναι συγγραφέας του βιβλίου «Ο δαίμων του τυπογραφείου», εκδόσεις «Προσκήνιο», 2008. Είχε τη φιλολογική επιμέλεια και έγραψε το εισαγωγικό σημείωµα στο Λεύκωμα «Ομήρου Ιλιάδα, 21 Λιθογραφίες το Henri Motte», εκδόσεις «Τυποεκδοτική», 2008, καλλιτεχνική επιμέλεια Γιώργου Φαρσακίδη. Το 2009 επιμελήθηκε  τις αναμνήσεις του αγωνιστή της Εθνικής Αντίστασης και αξιωματικού του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας, Λύσανδρου Ταμουρίδη, με τον τίτλο «Από τον Όλυμπο στο Γράμμο». Έχει γράψει το επίμετρο που συνοδεύεται από παρουσίαση του αντιστασιακού τύπου της Ελασσόνας νομού Λάρισας. Το 2010 προλόγισε το βιβλίο της μαχήτριας του ΔΣΕ «Και τώρα πού να πάω;» (εκδόσεις «BalkanXpress») .

Στο 2011 στο Επιστημονικό Συνέδριο του για τον Κώστα Βάρναλη έκανε την εισήγηση γα τον «Δημοτικιστή Βάρναλη». Η ομιλία του συμπεριλαμβάνεται στην έκδοση των πρακτικών του Συνεδρίου από τη «Σύγχρονη Εποχή» υπό τον τίτλο «Κώστας Βάρναλης: Φως που πάντα καίει» (2012). Το Σεπτέμβρη το 2012 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις εντός το βιβλίο του «Ο άγνωστος Βάρναλης και 19 αδημοσίευτα ποιήματά του».

Είπαν για το βιβλίο:

Γεωργία Λαδογιάννη (επίκουρος καθηγήτρια): Εχει πολλές αρετές αυτό το βιβλίο. Από την πρώτη του αράδα μέχρι την τελευταία περιέχει μικρούς και μεγάλους θησαυρούς. Με το υλικό που περιέχει θα μπορούσαν να γραφτούν πολλά βιβλία (...) φέρνει στη συζήτηση καίρια θέματα άλλα γνωστά και άλλα άγνωστα, μα και στα γνωστά όμως ο κύριος Κακαβάνης έχει διεξέλθει όλη τη συζήτηση  που έχει κάνει η φιλολογία.

Διονύσης Τσακνής (συνθέτης): «Το βιβλίο αυτό είναι πάρα πολύ χρήσιμο (...): Γιατί δικαιώνει τον τίτλο του αρχικά και τον δικαιώνει διότι εμάς τους μη μελετητές αλλά τους απλούς εραστές της ποίησής του και της στάσης ζωής του μας φέρνει σε επαφή με άγνωστες ή λιγότερο γνωστές πλευρές του ποιητή και του έργου του. (...) Επίσης, η ημερολογιακή παράθεση που υπάρχει στο βιβλίο το καθιστά το βιβλίο αυτό και ιδιαίτερα χρηστικό.


Νίκος Μπογιόπουλος (δημοσιογράφος): Το βιβλίο του Ηρακλή είναι έτσι κι αλλιώς σπουδαίο και (...) νομίζω για εμάς τους μη ειδικούς η αξία του βιβλίου κρίνεται από την αντοχή του στο χρόνο, όπως και για τους ειδικούς, και όταν λέω για την αξία του στο χρόνο έχει να κάνει με το πόσες φορές εμείς οι μη ειδικοί θα το αναζητήσουμε στη βιβλιοθήκη μας. Από αυτή την άποψη, είναι σίγουρο ότι το βιβλίο του Ηρακλή πολλές φορές θα διαπιστώσουμε πόσο αξίζει γιατί πολλές φορές θα το αναζητήσουμε.

Σοφία Κολοτούρου (ποιήτρια): Οφείλουμε πολλά στον Ηρακλή Κακαβάνη για την συγκέντρωση αυτού του υλικού σε ένα βιβλίο, το οποίο και ελπίζω να αποτελέσει το πρώτο βιβλίο μιας μεγάλης σειράς κατά την οποία θα επανεκδοθούν τα άπαντα του Βάρναλη, με τον σχολιασμό που τους πρέπει από τους μελετητές τους και θα μπορέσουμε να τα έχουμε κι εμείς στη σύγχρονη βιβλιοθήκη μας. Γιατί ο Βάρναλης παραμένει πεισματικά σύγχρονος όσο οι καιροί αγριεύουν, παραμένει, όπως το είπε και μόνος του στους Σκλάβους Πολιορκημένους «η Ακοή του Κόσμου».

Νίκος Σαραντάκος (μεταφραστής συγγραφέας): Πρόκειται για ένα πολύ χρήσιμο βιβλίο, που καλύπτει πολλά κενά της βαρναλικής βιβλιογραφίας και που (ελπίζω τουλάχιστον ότι) θα βοηθήσει όσους θελήσουν να ασχοληθούν στο μέλλον με το έργο του Βάρναλη

Τρίτη, 26 Μαρτίου 2013

Κράτησα τη ζωή μου




Κράτησα τη ζωή μου κράτησα τη ζωή μου ταξιδεύοντας
ανάμεσα στα κίτρινα δέντρα κατά το πλάγιασμα της βροχής
σε σιωπηλές πλαγιές φορτωμένες με τα φύλλα της οξιάς,
καμιά φωτιά στην κορυφή τους· βραδιάζει.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

(ΕΠΙΦΑΝΙΑ, 1937)


Κυριακή, 24 Μαρτίου 2013

Ρήγας Βελεστινλής - ΘΟΥΡΙΟΣ




ΘΟΥΡΙΟΣ

ήτοι ορμητικός Πατριωτικός Ύμνος πρώτος,
εις τον ήχον Μία προσταγή μεγάλη

Ως πότε, παλληκάρια, να ζούμεν στα στενά,
μονάχοι, σαν λιοντάρια, στες ράχες, στα βουνά;
σπηλιές να κατοικούμεν, να βλέπωμεν κλαδιά,
να φεύγωμ’ απ’ τον κόσμον, για την πικρή σκλαβιά;
να χάνωμεν αδέλφια, Πατρίδα και γονείς,
τους φίλους, τα παιδιά μας, κι όλους τους συγγενείς;

Καλλιό ΄ναι μιας ώρας ελεύθερη ζωή,
παρά σαράντα χρόνοι σκλαβιά και φυλακή!

Τι σ’ ωφελεί αν ζήσεις και είσαι στη σκλαβιά;
Στοχάσου πως σε ψένουν, καθ’ ώραν στη φωτιά.
Βεζύρης, Δραγουμάνος, Αφέντης κι αν σταθείς,
ο Τύραννος αδίκως σε κάμνει να χαθείς·
δουλεύεις όλ’ ημέρα, σε ό,τι κι αν σοι πη,
κι αυτός πασχίζει πάλιν, το αίμα σου να πιη.
Ο Σούτζος κι ο Μουρούζης, Πετράκης, Σκαναβής
Γκίκας και Μαυρογένης, καθρέπτης, είν’ να ιδής.
Ανδρείοι καπετάνοι, παπάδες, λαϊκοί,
σκοτώθηκαν, κι αγάδες, με άδικον σπαθί·
κι αμέτρητ’ άλλοι τόσοι, και Τούρκοι και Ρωμιοί,
ζωήν και πλούτον χάνουν, χωρίς καμιά ΄φορμή.

Ελάτε μ’ έναν ζήλον, σε τούτον τον καιρόν,
να κάμωμεν τον όρκον επάνω στον Σταυρόν·
συμβούλους προκομμένους, με πατριωτισμόν,
να βάλωμεν, εις όλα να δίδουν ορισμόν·
οι Νόμοι ναν’ ο πρώτος και μόνος οδηγός,
και της Πατρίδος ένας να γένη αρχηγός·
γιατί κ’ η αναρχία ομοιάζει την σκλαβιά·
να ζούμε σα θηρία, είν’ πλιο σκληρή φωτιά.
Και τότε, με τα χέρια ψηλά στον ουρανόν,
ας πούμ’ απ’ την καρδιά μας ετούτα στον Θεόν:

Εδώ σηκώνονται οι Πατριώται ορθοί, και υψώντες τας χείρας
προς τον ουρανόν, κάμνουν τον Όρκον:

«Ω βασιλεύ του Κόσμου, ορκίζομαι σε Σε,
στην γνώμην των Τυράννων να μην ελθώ ποτέ!
Μήτε να τους δουλεύσω, μήτε να πλανηθώ
εις τα ταξίματά τους, για να παραδοθώ.
Εν όσο ζω στον κόσμον, ο μόνος μου σκοπός,
για να τους αφανίσω, θε να `ναι σταθερός.
Πιστός εις την Πατρίδα, συντρίβω τον ζυγόν,
αχώριστος για να `μαι, υπό τον στρατηγόν.
Κι αν παραβώ τον όρκον, ν’ αστράψ’ ο Ουρανός,
και να με κατακάψη, να γένω σαν καπνός!».

Σ’ Ανατολή και Δύσι και Νότον και Βοριά,
για την Πατρίδα όλοι να `χωμεν μια καρδιά·
στην πίστιν του καθένας ελεύθερος να ζη,
στην δόξαν του πολέμου να τρέξωμεν μαζί.
Βουλγάροι κι Αρβανίτες, Αρμένοι και Ρωμιοί,
αράπηδες και άσπροι, με μια κοινή ορμή,
για την Ελευθερίαν να ζώσωμεν σπαθί,
πως είμασθ’ αντρειωμένοι, παντού να ξακουσθή.
Όσ’ απ’ την Τυραννίαν, πήγαν στην ξενιτειά,
στον τόπον του καθένας ας έλθη τώρα πια·
και όσοι του πολέμου την τέχνην αγροικούν,
εδώ ας τρέξουν όλοι, Τυρράνους να νικούν·
η Ρούμελη τους κράζει μ’ αγκάλες ανοιχτές,
τους δίδει βιό και τόπον, αξίες και τιμές.
Ως ποτ’ οφφικιάλος(1), σε ξένους βασιλείς;
Έλα να γένης στύλος δικής σου της φυλής.
Κάλλιο για την Πατρίδα κανένας να χαθή,
ή να κρεμάσει φούντα για ξένον στο σπαθί.
Και όσοι προσκυνήσουν, δεν είναι πλιο εχθροί·
αδέλφια μας θα γένουν, ας είναι κ’ εθνικοί.
Μα όσοι θα τολμήσουν αντίκρυ να σταθούν,
εκείνοι και δικοί μας αν είναι, ας χαθούν.

Σουλιώτες και Μανιάτες, λιοντάρια ξακουστά
ως πότε στες σπηλιές σας κοιμάσθε σφαλιστά;
Μαυροβουνιού καπλάνια(2), Ολύμπου σταυραετοί
κι Αγράφων τα ξεφτέρια(3) γενήτε μια ψυχή.
Ανδρείοι Μακεδόνες, ορμήσετε για μια
και αίμα των Τυράννων ρουφήστε σα θεριά.
Του Σάβα και Δουνάβου αδέλφια χριστιανοί,
με τ’ άρματα στο χέρι καθένας ας φανή·
το αίμα σας ας βράση με δίκαιον θυμόν·
μικροί, μεγάλ’ ομώστε Τυράννου τον χαμόν.
Λεβέντες αντρειωμένοι Μαυροθαλασσινοί,
ο βάρβαρος ως πότε θε να σας τυραννή;
Μην καρτερήτε πλέον, ανίκητοι Λαζοί,
χωθήτε στο μπογάζι μ’ εμάς και σεις μαζί.
Δελφίνια της θαλάσσης, αζδέρια των νησιών,
σαν αστραπή χυθήτε, κτυπάτε τον εχθρόν.
Της Κρήτης και της Νύδρας θαλασσινά πουλιά,
καιρός είν’ της Πατρίδος, ν’ ακούστε την λαλιά.
Κι όσ’ είστε στην αρμάδα, σαν άξια παιδιά,
οι Νόμοι σας προστάζουν να βάλετε φωτιά.
Μ’ εμάς κ’ εσείς, Μαλτέζοι, γενήτ’ ένα κορμί·
κατά της Τυραννίας, ριχθήτε με ορμή.
Σας κράζει η Ελλάδα, σας θέλει, σας πονεί,
ζητά την συνδρομήν σας με μητρικήν φωνή.

Τι στέκεις, Πασβαντζόγλου, τόσον εκστατικός;
Τινάξου στο Μπαλκάνι, φώλιασε σαν αϊτός·
τους μπούφους και κοράκους καθόλου μη ψηφάς·
με τον ραγιά ενώσου, αν θέλης να νικάς.
Σιλίστρα και Μπραΐλα, Σμαήλι και Κιλί,
Μπενδέρι και Χοτίνι εσένα προσκαλεί·
στρατεύματά σου στείλε κ’ εκείνα προσκυνούν,
γιατί στην Τυραννίαν να ζήσουν δεν μπορούν.
Γκιουρτζή, πλια μη κοιμάσαι, σηκώσου με ορμήν·
τον Μπρούσια να μοιάσης έχεις την αφορμήν.

Και συ, που στο Χαλέπι ελεύθερα φρονείς,
πασιά, καιρόν μη χάνης, στον κάμπον να φανείς·
με τα στρατεύματά σου ευθύς να σηκωθής,
στης Πόλης τα φερμάνια ποτέ να μη δοθής.
Του Μισιριού ασλάνια(4), για πρώτη σας δουλειά,
δικόν σας ένα μπέη, κάμετε βασιλιά·
χαράτζι της Αιγύπτου στην Πόλ’ ας μη φανή,
για να ψοφήσ’ ο λύκος, οπού σας τυραννεί.

Με μια καρδίαν όλοι, μια γνώμην, μια ψυχή,
κτυπάτε του Τυράννου την ρίζαν να χαθή!
Ν’ ανάψωμεν μια φλόγα σε όλην την Τουρκιά,
να τρέξ’ από την Μπόσνα και ως την Αραπιά!
Ψηλά στα μπαϊράκια σηκώστε τον Σταυρόν,
και σαν αστροπελέκια χτυπάτε τον εχθρόν!
Ποτέ μη στοχασθήτε πως είναι δυνατός·
καρδιοκτυπά και τρέμει σαν τον λαγό κι αυτός.
Τρακόσιοι Γκιρτζιαλήδες τον έκαμαν να διή
πως δεν μπορεί με τόπια(5), μπροστά τους να εβγή.

Λοιπόν, γιατί αργείτε; τι στέκεσθε νεκροί;
Ξυπνήσατε, μην είσθε ενάντιοι κ’ εχθροί.
Πώς οι προπάτορές μας ωρμούσαν σαν θεριά,
για την Ελευθερίαν πηδούσαν στη φωτιά,
έτζι κ’ ημείς, αδέλφια, ν’ αρπάξωμεν για μια
τ’ άρματα, και να βγούμεν απ’ την πικρή σκλαβιά!
Να σφάξωμεν τους λύκους, που τον ζυγόν βαστούν
και Χριστιανούς και Τούρκους σκληρά τους τυραννούν·
στεριάς και του πελάγου να λάμψη ο Σταυρός,
κ’ εις την δικαιοσύνην να σκύψη ο εχθρός·
ο κόσμος να γλιτώση απ’ αύτην την πληγή
κ’ ελεύθεροι να ζώμεν, αδέλφια, εις την Γη!

  1. Αξιωματούχος.
  2. Τίγρεις.
  3. Γεράκια.
  4. Λιοντάρια.
  5. Οι μπάλες των κανονιών, τα κανόνια.



Από το βιβλίο: «Ρήγα Βελεστινλή, Τα Επαναστατικά», πέμπτη έκδοση Επιστημονικής Εταιρείας Μελέτης Φερών-Βελεστίνου-Ρήγα, Αθήνα 2005,

όπως μεταφέρθηκε στην έκδοση:

«Δημήτριος Καραμπερόπουλος, Ο Θούριος του Ρήγα – Εμψυχωτής των Ραγιάδων Επαναστατών», έκδοση Επιστημονικής Εταιρείας Μελέτης Φερών-Βελεστίνου-Ρήγα, Αθηνα 2009.

Σάββατο, 23 Μαρτίου 2013

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ – Χρυσή πατρίδα




Ήλιος, βουνά και θάλασσα χρυσά
κι’ οι μέσα κόσμοι, ο αγέρας που φυσά.
Χρυσομήνας, χρυσάνθια, χρυσοπώρες,
χρυσές κι’ απ’ την αυγή ως τα δυσμά οι ώρες.

Τράβ’ ανοιχτά στον Παρνασσό. Φαντάσου
τη Μούσα να πορεύεται κοντά σου.
Πιες το νερό τ’ αθάνατο στη βρύση.
Θα βγει ο Λοξίας να σε καλωσορίσει,

να στεφανώσει τα χρυσά μαλλιά σου:
-«Νιάτα και γεια και πρώτε στη δουλιά σου,
βλογημένε απ’ τη Μοίρα και την Πλάση,
δεν μπόρεσε η Κακία να σε χαλάσει!».

«Με τα φτερά κατάκορφα σηκώσου,
το κάθε ψήλος τ’ ουρανού δικό σου.
Στην πιο ΄μορφη πατρίδα όμορφα ζήσε,
της Ομορφιάς ο πλαστουργός εσύ ΄σαι»!

Μαύρο φως, λάσπη γύρα, σκλάβα γνώμη
κι’ ούτε Μάνα-Πατρίδα κι’ ούτε Νόμοι
κι’ ούτε Ομορφιά κι’ Αλήθεια κι’ Αρετή.
Τα πάντα λεία του ξένου Πειρατή.

Ξύπνα Λαέ, κι’ όλ’ οι Λαοί μετά σου,
να καθαρίσεις τα καθάρματά σου!
Τότε μονάχα θα ΄ναι αληθινά
κατάχρυσα ήλιος, θάλασσα, βουνά!

Τότε θα ΄χεις πατρίδα, θα ΄χεις δίκιο,
θα ΄χεις γνώμη και λόγο κι’ αίμ’ αντρίκιο.
Κι’ όλα δικά σου κι’ όχι των Ολίγων!
Όλα των δουλευτάδων, των κολλήγων!

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ

(Όπως δημοσιεύτηκε στον Ριζοσπάστη της 13/10/1974)

Λεφτέρης Πούλιος - ΒΟΥΕΡΗ ΣΕΛΙΔΑ




Κάθομαι αργά τη νύχτα γυμνός με μακριά μαγεμένα μαλλιά
κοιτώντας έξω απ’ το παράθυρο του κρανίου, με όρεξη
  να τραγουδήσω κάτι το μεγαλόστομο.

Βιτσιά των ριψοκίνδυνων δώσε ώθηση
στην εποχή της κιθάρας μετά την εποχή του σφυριού
και του νομίσματος, την εποχή της νεκροκεφαλής
που γνωρίζει το κοσμικό «Εγώ».
Ήχοι αυλού των επαναστάσεων
οι πόλεις δαγκωματιές του στόματος του πολέμου
κι ένα ταραγμένο φτερούγισμα από λάμψεις
του σκληρού μέταλλου της εξουσίας.
Η χώρα μου ένα δωμάτιο αδειασμένο ώς το στερνό έπιπλο.
Η σκέψη νούλα η τέχνη πατσαβούρα
και η Δημοκρατία μ’ ένα ημίψηλο
φοδραρισμένο με μπατσαρία
σε μια γη ζεστή από δάκρυα κι από αγώνες
εδώ που βρίσκεται τ’ όνειρό μου κι η κατοικία μου
μισή από άβυσσο και μισή από τοίχους ανέμου
στη λεωφόρο των στίχων και του ιλίγγου.

ΛΕΦΤΕΡΗΣ ΠΟΥΛΙΟΣ

Από το βιβλίο: Λεφτέρης Πούλιος, «Το αλληγορικό σχολείο», Κέδρος, Αθήνα 1978, σελ. 38.

Παρασκευή, 22 Μαρτίου 2013

«Κοντά σου» - Ποίηση: ΜΑΡΙΑ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ, μουσική-ερμηνεία: Θάνος Ανεστόπουλος


Μια μαγική συνάντηση ποιητικού λόγου, μουσικής και ερμηνείας. 

Κοντά σου

Κοντά σου δεν αχούν άγρια οι ανέμοι.
Κοντά σου είναι η γαλήνη και το φως.
Στου νου μας τη χρυσόβεργην ανέμη
ο ρόδινος τυλιέται στοχασμός.

Κοντά σου η σιγαλιά σα γέλιο μοιάζει
που αντιφεγγίζουν μάτια τρυφερά
κι αν κάποτε μιλάμε, αναφτεριάζει,
πλάι μας κάπου η άνεργη χαρά.

Κοντά σου η θλίψη ανθίζει σα λουλούδι
κι ανύποπτα περνά μές στη ζωή.
Κοντά σου όλα γλυκά κι όλα σα χνούδι,
σα χάδι, σα δροσούλα, σαν πνοή.

ΜΑΡΙΑ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ


Οι τρίλλιες που σβήνουν, 1928

«Μαρία Πολυδούρη – Κώστας Καρυωτάκης, Έρωτας και θάνατος στη σκιά της ποίησης», επιμέλεια-ανθολόγηση Γιάννης Η. Παππάς, εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2009.

Τα δώρα.




Τα περισσότερα παιδιά σήμερα είναι «χορτασμένα». Έχουν δει τόσα πολλά πράγματα –μέσα στον λιγοστό χρόνο της ζωής τους- τα μάτια τους που δύσκολα κάποιο δώρο θα τα συγκινήσει βαθιά. Τα τελευταία χρόνια της δεκαετίας του ΄60 και τα πρώτα του ΄70 τα παιχνίδια ήταν λίγα και φτιαγμένα από «συνηθισμένα» υλικά, όπως χαρτί, ξύλο, δέρμα, ύφασμα, μέταλλο. Το πλαστικό δεν είχε ακόμα κατακλύσει την αγορά και δεν είχε εισβάλει για τα καλά στα παιδικά όνειρα. Τα παιχνίδια, απλά, ανθρώπινα  -πριν ακόμα βαπτιστούν «εκπαιδευτικά»- πρόσφεραν αληθινή χαρά. Τα  λαχταρούσες τόσο, που όταν έφταναν στα χέρια σου νόμιζες πως ήσουν ο κυρίαρχος ολόκληρου του κόσμου, όπως ο άνθρωπος που βλέπει το όνειρό του να γίνεται πραγματικότητα. Δεν θα ξεχάσω ποτέ  το μικρό επιτραπέζιο ξύλινο ποδοσφαιράκι, με το βαμμένο πράσινο πάτωμα και τους γυαλιστερούς ξύλινους παίκτες, το πρώτο δώρο που ονειρεύτηκα πριν το αποχτήσω.

Μεγαλώνοντας, τα δώρα αλλάζουν, «μεγαλώνουν» κι αυτά μαζί με μας, παύουν να είναι παιχνίδια. Πολλές φορές δεν έχουν καν υλική υπόσταση. Δεν μπορείς να τα πιάσεις, να τα περιεργαστείς, να τα μυρίσεις, να τα τοποθετήσεις σε μέρος ξεχωριστό που να τα βλέπεις και να σου θυμίζουν πρόσωπα και στιγμές. Ακόμα και να τα δεις, δεν είναι πάντα δυνατό. Μπορείς όμως να νιώσεις το μέγεθος και την αξία τους, την ανυπολόγιστη αξία των συναισθημάτων αυτού που στα προσφέρει, και αυτών που γεννιούνται μέσα σου κατά τη διάρκεια της αποδοχής. Και όταν έρθουν, ακόμα και αν δεν τα ονειρεύτηκες, ακόμα και αν δεν περίμενες να φτάσουν στα χέρια σου –κοίτα κάτι παράξενα πράματα- σε κάνουν να νιώθεις πάλι όπως τότε που ήσουν παιδί: κυρίαρχος ολόκληρου του κόσμου.

Τρία δώρα σαν αυτά, δεμένα με τρόπο μοναδικό μεταξύ τους, έφτασαν χτες (21/3) με το ταχυδρομείο της στηθάγχης. Μια φωτογραφία, ένα ποίημα και μια ευχή: «Η Άνοιξη, που σήμερα έρχεται επίσημα, να εγκατασταθεί μόνιμα». Αποστολέας τους μια  αγαπημένη φίλη, ή καλύτερα, η αγαπημένη μου φίλη. Τα παίρνω κι εγώ και τα τοποθετώ σε «μέρος ξεχωριστό», όχι για να τα βλέπω και να μου θυμίζουν το πρόσωπο και την στιγμή, αλλά γιατί νιώθω την ανάγκη, όπως τότε με το μικρό ξύλινο ποδοσφαιράκι, να τα δείξω σε όλους τους φίλους μου. Να μοιραστώ τη χαρά και τη συγκίνησή μου μαζί τους.


Ο Επίλογος

Κι αν έφτασα τόσο μακριά, ήταν για να μην ακούσω που δε μου αποκρίθηκαν
κι αχ, πλανήθηκα πολύ σε δρόμους, ακολουθώντας τούτο η εκείνο, κληρονόμος μιας ανεξήγητης ώρας:
τότε που όλα θα εξηγηθούν,
χωρίς λόγια ή και χωρίς να υπάρχουμε καν —όταν, τέλος, ξαναγύρισα η πόλη είχε λεηλατηθεί, τα βαγόνια αναποδογυρισμένα,
η εξέγερση ήταν πια παρελθόν κι όσοι απόμεναν όρθιοι πυροβολούσαν ακόμα
για ένα φτωχό έπαθλο στα υπαίθρια σκοπευτήρια
και το βράδυ «τι ώρα είναι;» ρωτάς, «οχτώ» σου απαντάνε, με τέτοιες άθλιες βεβαιότητες ζούμε
και κανείς δεν είδε το έγκλημα — αφού το τέλειο έγκλημα έγινε
εκεί που δεν μπορεί πια τίποτα να συμβεί. Όμως εγώ υπήρξα ανυπόμονος
σαν κάποιον που ανοίγει την ομπρέλα του σε καιρούς ξηρασίας (ίσως γιατί δε θέλει να ξεχάσει),
ή κάποιον που ντύνεται γυναίκα για να πει ένα ψέμα ακόμα παιδικό —
μη μ’ αδικείτε, λοιπόν, αν έκλεισα τα μάτια, ήταν για να υπερασπίσω τον κόσμο
ή θυμόμουν τα χέρια της μητέρας καθώς έβαζαν τη σκούπα πίσω απ’ τη χαλαρωμένη πόρτα
— στερεώνοντας ίσως κάτι πιο μακρινό,
ενώ το κοιμητήρι, αντίκρυ, θρόιζε απαλά, σαν το σύντομο επίλογο ενός μυστηρίου

Τάσος Λειβαδίτης

Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2013

Η ποίηση είναι «μια βαθιά αλληλεγγύη» στη ζωή - Παγκόσμια Μέρα Ποίησης



Κώστας Γρηγοριάδης

«Η ποίηση δεν ανήκει σ' αυτούς που τη γράφουν, αλλά σε εκείνους που την έχουν ανάγκη»(Π. Νερούντα). Και την έχουμε τόση ανάγκη σήμερα. Εχουμε ανάγκη να ακουμπήσουμε στις λέξεις των ποιητών, στα ποιητικά εκείνα σύμβολα, τα γεννημένα στο παρελθόν μέσα από τα οποία αναγνωρίζουμε καινούρια πάντα μηνύματα, αδέσμευτα και οικουμενικά, αναγκαία και ικανά να «θρέψουν» και τις σημερινές και αυριανές νέες γενιές.

Γιατί «το ποίημα» -όπως έλεγε ο Γιάννης Ρίτσος- «ξεπηδάει από μιαν ανάγκη να αποδοθεί η σιωπή, από μιαν εντολή της ανθρώπινης προϊστορίας, ιστορίας και μεθιστορίας. Μια εντολή που δίνεται στον ποιητή άθελά του κι εκφράζεται μέσα απ' αυτόν. Γράφοντας ποίηση κάνει μια μάχη, σώμα με σώμα, με το θάνατο. Κι όταν λέμε θάνατο δεν εννοούμε μόνο το φυσικό, αλλά και όλες τις μορφές κοινωνικού θανάτου. Η καταπίεση, η σκλαβιά, οι επιθυμίες που δεν εκπληρώνονται, είναι μια καθημερινή εκτέλεση, ένας θάνατος. Κι όσο θα υπάρχει ο θάνατος, θα υπάρχει και η αντίσταση στο θάνατο».

Θα υπάρχει η ποίηση. Όσο για το «τι αντιπροσωπεύει η ποίηση σε μια τέτοια κοινωνία ηθικού χάους, ο Οδυσσέας Ελύτης απαντά: «Είναι ο μόνος χώρος, όπου η δύναμη του αριθμού δεν έχει πέραση».

Παγκόσμια Μέρα Ποίησης η 21η Μάρτη και η ανάγκη προστρέχει να πάρει δύναμη από εκείνους που με μια ρηξικέλευθη ματιά μεταμόρφωσαν τη ζωή και τα πράγματα, στοχάστηκαν μέσω της ποίησης και δε «χάθηκαν». Δε «χάθηκαν» γιατί, μέσω της ποίησης, συνομίλησαν με τον κόσμο, βλέποντάς τους σαν φίλους και συναγωνιστές στον ίδιο δρόμο, για τον ίδιο σκοπό, για τα ίδια όνειρα, σε εποχές συγκρούσεων και αγώνων, διωγμών και ελπίδων, καταστροφών και προσδοκιών που δεν επιτεύχθηκαν ακόμη.

Ο ποιητής πιστεύει πάντα στην αξία της ζωής γιατί, αν πραγματικά τη θεωρούσε μάταιη, δε θα είχε λόγο να γράφει. «Ακόμη και η άρνηση της ζωής» - πίστευε ο Γιάννης Ρίτσος - «όταν γίνεται τέχνη, μετασχηματίζεται σε κατάφασή της. Αυτός είναι και ο λόγος που ακόμη και η επαφή μας με έργα παρακμής μάς δημιουργεί αίσθημα ευφορίας. Η ποίηση και όλη γενικά η τέχνη έχει μια ενέργεια εξυγιαντική».

Έχουμε ανάγκη να νιώσουμε... «Σφίξαμε το χέρι τόσων συντρόφων! Όταν καμιά φορά λιποψυχάμε/ νιώθουμε σαν ένα μαχαίρι να τρυπάει την παλάμη μας/ η ανάμνηση του χεριού τους./ Κι όταν κάνουμε το καθήκον μας/ νιώθουμε κάτω απ' την παλάμη μας κάτι σίγουρο κι ακέριο/ σα να κρατάμε μες στα χέρια μας / ολάκερο τον κόσμο»... (Τ. Λειβαδίτης).

Η αληθινή ποίηση απευθύνεται και στους λίγους και στους πολλούς, προσφέροντας πάντα, και στους λίγους και στους πολλούς, περισσότερα απ' όσα μπορούνε να πάρουν. Ας αναζητήσουμε εκείνους τους χρυσούς κρίκους που συνδέουν τις ψυχές και των Λίγων και των Πολλών, με τον κόσμο των Οραμάτων και των Μορφών, μέσα από την ποίηση. Ας αναζητήσουμε εκείνους τους ποιητές που η ποίησή τους δεν είναι μια εκκεντρική συγγραφική ενασχόληση, για σκεπτόμενους διανοούμενους με περίπλοκες ψυχοσυνθέσεις, αλλά ένας δρόμος συνεχούς ρίσκου και ανατροπής. Ένα παιχνίδι σοβαρό, υγιές, αλλά και παράδοξο, που μπορεί να κάνει τον κόσμο να φαίνεται σαν μια μαγική περιοχή απρόβλεπτων συνδυασμών και οδηγώντας στην κατάκτηση της ελευθερίας.

Εκείνους τους ποιητές που συνομίλησαν με τον κόσμο, βλέποντάς τους σαν φίλους και συναγωνιστές στον ίδιο δρόμο, για τον ίδιο σκοπό, για τα ίδια όνειρα, σε εποχές συγκρούσεων και αγώνων, διωγμών και ελπίδων, καταστροφών και προσδοκιών που δεν επιτεύχθηκαν ακόμη. Εκείνους που «στρατεύτηκαν» με τα οράματα των λαών και απέδειξαν με τα έργα τους πως η τέχνη έχει σκοπό.

Αλλά κι εκείνους που μπορεί να φαίνεται ότι ταξιδεύουν με την ποιητική γλώσσα στην άρνηση... Αλλα ας σκεφτούμε ότι ακόμη και πίσω από την άρνηση υπάρχει μια πίστη που προστατεύει από την απελπισία και μια στιβαρή αίσθηση των πραγμάτων που προφυλάσσει από τη διάλυση και το μηδενισμό.

Διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας ποίηση δικαιούμαστε να συμφωνήσουμε με τον Γιάννη Ρίτσο: «Ο κόσμος, σου λέω, είναι όμορφος/ Ό,τι κι αν πεις, ό,τι κι αν κάνεις/ όμορφος/ Το μέλλον είναι σίγουρο/ αδελφέ μου./ Ό,τι κι αν γίνει - σίγουρο./ Δεν υπάρχουν πια αποσιωπητικά/ στη φωνή ή στη σιωπή μας./ Όμορφος. Μπορείς να κάνεις πίσω/ τους τροχούς του ήλιου;». Γιατί η ποίηση είναι «μια βαθιά αλληλεγγύη» στη ζωή. Ναι... «Κι αν χιονίζει στο πνεύμα... Ο κόσμος πρέπει να προχωρήσει»... (Ν. Καρούζος).

Σ. ΑΔΑΜΙΔΟΥ στον Ριζοσπάστη