Παρασκευή, 22 Μαρτίου 2013

Τα δώρα.




Τα περισσότερα παιδιά σήμερα είναι «χορτασμένα». Έχουν δει τόσα πολλά πράγματα –μέσα στον λιγοστό χρόνο της ζωής τους- τα μάτια τους που δύσκολα κάποιο δώρο θα τα συγκινήσει βαθιά. Τα τελευταία χρόνια της δεκαετίας του ΄60 και τα πρώτα του ΄70 τα παιχνίδια ήταν λίγα και φτιαγμένα από «συνηθισμένα» υλικά, όπως χαρτί, ξύλο, δέρμα, ύφασμα, μέταλλο. Το πλαστικό δεν είχε ακόμα κατακλύσει την αγορά και δεν είχε εισβάλει για τα καλά στα παιδικά όνειρα. Τα παιχνίδια, απλά, ανθρώπινα  -πριν ακόμα βαπτιστούν «εκπαιδευτικά»- πρόσφεραν αληθινή χαρά. Τα  λαχταρούσες τόσο, που όταν έφταναν στα χέρια σου νόμιζες πως ήσουν ο κυρίαρχος ολόκληρου του κόσμου, όπως ο άνθρωπος που βλέπει το όνειρό του να γίνεται πραγματικότητα. Δεν θα ξεχάσω ποτέ  το μικρό επιτραπέζιο ξύλινο ποδοσφαιράκι, με το βαμμένο πράσινο πάτωμα και τους γυαλιστερούς ξύλινους παίκτες, το πρώτο δώρο που ονειρεύτηκα πριν το αποχτήσω.

Μεγαλώνοντας, τα δώρα αλλάζουν, «μεγαλώνουν» κι αυτά μαζί με μας, παύουν να είναι παιχνίδια. Πολλές φορές δεν έχουν καν υλική υπόσταση. Δεν μπορείς να τα πιάσεις, να τα περιεργαστείς, να τα μυρίσεις, να τα τοποθετήσεις σε μέρος ξεχωριστό που να τα βλέπεις και να σου θυμίζουν πρόσωπα και στιγμές. Ακόμα και να τα δεις, δεν είναι πάντα δυνατό. Μπορείς όμως να νιώσεις το μέγεθος και την αξία τους, την ανυπολόγιστη αξία των συναισθημάτων αυτού που στα προσφέρει, και αυτών που γεννιούνται μέσα σου κατά τη διάρκεια της αποδοχής. Και όταν έρθουν, ακόμα και αν δεν τα ονειρεύτηκες, ακόμα και αν δεν περίμενες να φτάσουν στα χέρια σου –κοίτα κάτι παράξενα πράματα- σε κάνουν να νιώθεις πάλι όπως τότε που ήσουν παιδί: κυρίαρχος ολόκληρου του κόσμου.

Τρία δώρα σαν αυτά, δεμένα με τρόπο μοναδικό μεταξύ τους, έφτασαν χτες (21/3) με το ταχυδρομείο της στηθάγχης. Μια φωτογραφία, ένα ποίημα και μια ευχή: «Η Άνοιξη, που σήμερα έρχεται επίσημα, να εγκατασταθεί μόνιμα». Αποστολέας τους μια  αγαπημένη φίλη, ή καλύτερα, η αγαπημένη μου φίλη. Τα παίρνω κι εγώ και τα τοποθετώ σε «μέρος ξεχωριστό», όχι για να τα βλέπω και να μου θυμίζουν το πρόσωπο και την στιγμή, αλλά γιατί νιώθω την ανάγκη, όπως τότε με το μικρό ξύλινο ποδοσφαιράκι, να τα δείξω σε όλους τους φίλους μου. Να μοιραστώ τη χαρά και τη συγκίνησή μου μαζί τους.


Ο Επίλογος

Κι αν έφτασα τόσο μακριά, ήταν για να μην ακούσω που δε μου αποκρίθηκαν
κι αχ, πλανήθηκα πολύ σε δρόμους, ακολουθώντας τούτο η εκείνο, κληρονόμος μιας ανεξήγητης ώρας:
τότε που όλα θα εξηγηθούν,
χωρίς λόγια ή και χωρίς να υπάρχουμε καν —όταν, τέλος, ξαναγύρισα η πόλη είχε λεηλατηθεί, τα βαγόνια αναποδογυρισμένα,
η εξέγερση ήταν πια παρελθόν κι όσοι απόμεναν όρθιοι πυροβολούσαν ακόμα
για ένα φτωχό έπαθλο στα υπαίθρια σκοπευτήρια
και το βράδυ «τι ώρα είναι;» ρωτάς, «οχτώ» σου απαντάνε, με τέτοιες άθλιες βεβαιότητες ζούμε
και κανείς δεν είδε το έγκλημα — αφού το τέλειο έγκλημα έγινε
εκεί που δεν μπορεί πια τίποτα να συμβεί. Όμως εγώ υπήρξα ανυπόμονος
σαν κάποιον που ανοίγει την ομπρέλα του σε καιρούς ξηρασίας (ίσως γιατί δε θέλει να ξεχάσει),
ή κάποιον που ντύνεται γυναίκα για να πει ένα ψέμα ακόμα παιδικό —
μη μ’ αδικείτε, λοιπόν, αν έκλεισα τα μάτια, ήταν για να υπερασπίσω τον κόσμο
ή θυμόμουν τα χέρια της μητέρας καθώς έβαζαν τη σκούπα πίσω απ’ τη χαλαρωμένη πόρτα
— στερεώνοντας ίσως κάτι πιο μακρινό,
ενώ το κοιμητήρι, αντίκρυ, θρόιζε απαλά, σαν το σύντομο επίλογο ενός μυστηρίου

Τάσος Λειβαδίτης

Δεν υπάρχουν σχόλια: