Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2017

Στρατής Τσίρκας: Για την Ισπανία και τον Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα (4 ποιήματα)


Στρατευμένος διανοούμενος, συγγραφέας των «Ακυβέρνητων Πολιτειών» και της «Χαμένης Άνοιξης», ο Στρατής Τσίρκας (ψευδώνυμο του Γιάννη Χατζηανδρέα) γεννήθηκε στο Κάιρο της Αιγύπτου στις 10 του Ιούλη 1911 και πέθανε στην Αθήνα στις 27 του Γενάρη 1980. Το 1927 δημοσιεύει στα «Παναιγύπτια» το πρώτο του πεζό με τίτλο «Φεγγάρι». Το 1929 εργάζεται ως λογιστής και κατόπιν ως διευθυντής σε εκκοκκιστήριο βάμβακος στην Άνω Αίγυπτο, για δέκα χρόνια. Το 1935 αναλαμβάνει ενεργό δράση μέσα στις τάξεις της αντιφασιστικής οργάνωσης Ligue Pacifiste, ενώ παράλληλα το 1936, μαζί με τον αδελφικό του φίλο Θεοδόση Πιερίδη, πρωτοστατούν στην ίδρυση της κομμουνιστικής οργάνωσης της Αιγύπτου. Τον Ιούλη του 1937 πηγαίνει στο Παρίσι, όπου γίνεται το 2ο Διεθνές Συνέδριο Συγγραφέων για την υπεράσπιση της κουλτούρας ενάντια στον πόλεμο και το φασισμό. Γράφει μαζί με τον Λάγκστον Χιούις τον «Όρκο» στον Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα.

Ο Στρατής Τσίρκας έχει γράψει μυθιστορήματα, διηγήματα, μεταφράσεις, μελέτες και δοκίμια (για τον Καβάφη κ.ά.) και ελάχιστα ποιήματα. Τα τέσσερα ποιήματα υπό τον γενικό τίτλο “Για την Ισπανία και τον Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα” περιλαμβάνονται στην έκδοση «Στρατής Τσίρκας, Τα ποιήματα» (Κέδρος,  1981), που επιμελήθηκε ο Παύλος Α. Ζάννας.

ΟΡΚΟΣ

Στ’ όνομά σου, Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα,
που πέθανες στην Ισπανία για τη λευτεριά
του ζωντανού λόγου,
Εμείς, ποιητές απ’ όλες τις χώρες του κόσμου,
μιλώντας και γράφοντας στις διάφορες και ποικίλες
γλώσσες μας,
παίρνουμε εδώ τον όρκο τον κοινό,
τ’ όνομά σου να μην ξεχαστεί ποτές πάνω στη γης,
κι όσο υπάρχει τυραννία και καταπίεση
στ’ όνομά σου
να τις πολεμούμε
όχι μονάχα με το λόγο
μα και με τη ζωή μας.

[Υπογράφηκε από σαράντα ποιητές και συγγραφείς ―Μπρεχτ, Νερούδα, Αραγκόν, Έρενμπουργκ, Τολστόι, Γκιγιέν κ.ά.― που αντιπροσώπευαν 26 χώρες. Απαγγέλθηκε στο Théâtre de la Porte Saint-Martin στο Παρίσι, στις 18 του Ιούλη 1937, τελευταία μέρα των εργασιών του 2ου Διεθνούς Συνεδρίου των Συγγραφέων.]


ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Mε την γκρίζα κάπα του
ο αγέρας σάρωσε όλα τ’ άστρα
και τα ’κρυψε στους ελαιώνες και τους πρόσταξε
αδιάκοπα να τραγουδούν:
κρι… κρι
κρι… κρι.

Όμως, Εσύ δεν ήρθες,
Φεντερίκο,
παρά την ώρα που κουνούσε
τόσο σιγά της βάρκας μας το ξάρτι,
σαν ένα δάχτυλο που γαργαλούσε
την πίσω από τα σύννεφα κρυμμένη
κοιλιά
του Φεγγαριού.

Και το Φεγγάρι, α, το Φεγγάρι, το «Φεγγάρι Σου»
γελούσε,
― μα ξεκαρδίζονταν στα γέλια το Φεγγάρι, ―
και κυλούσε
από τον ουρανό ως τη θάλασσα
και πάλι
ανέβαινε ψηλά και χαχανούσε.
(Κ’ ήταν το ίδιο το Φεγγάρι,
που τα παιδιά μες στα τραγούδια Σου,
το πιπιλούνε
σαν κεράσι).

Έτσι ήρθες κ’ είχες δώδεκα
πλανήτες κεντημένους στο πετσί Σου
και γύρω απ’ το λαιμό Σου φόραγες
το κόκκινο μαντίλι των τσιγγάνων.
Κ’ είχες στο μέτωπο
τ’ αστέρι το λευκό που σημαδεύει
τον Ταύρο τον καλό,
τ’ αστέρι που ντροπιάζει στους αιώνες
το Φράνκο και το Μόλα και το Λάνο.

Έθεσες πάνω μου τα δυο Σου χέρια,
(τα χέρια Σου… που κλαίει όλη η Γρενάδα…
τα κλαιν οι σπαραγμένες της κιθάρες,
μα πιο πολύ ― αχ, πιο πολύ απ’ όλους ―
τ’ αρφανεμένα στήθια της Καλής Σου)…
Κι αμίλητος εκοίταζες μαζί μου,
Φεντερίκο,
Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα,
το Φεγγάρι…


ΤΟΝ ΠΟΝΟ ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΚΟ

Απόψε μάταια πολεμώ ν’ απολησμονηθώ…
Μάταια σε κράζω θάλασσα, θάλασσα κυματούσα,
να ’ρθεις με τους άνεμους σου, να ’ρθεις με τις δροσιές σου
και με την αναστάσιμη χαρά των ταξιδιών.
Της θύμησης τα βλέφαρα ορθάνοιχτα του κάκου
αναζητούν τα ηλιόλαμπρα ξεφτίδια τα χρυσά
να παίζουν με τα κύματα και τα λευκά πανιά
πού εφήμεροι συντρόφοι μας, χανόταν με τους γλάρους.

Απόψε μάταια προσκαλώ τους κάμπους τους πλατιούς,
που στόλισαν και πλούμισαν οι μόχτοι των ανθρώπων,
τα πεύκα και τα έλατα και τους λαούς των δέντρων,
που τρικυμίζει ο άνεμος και νοσταλγούν πουλιά.
Και το φεγγάρι αναζητώ και τη φωτοπλημμύρα
την ξωτική, που δόξαζε τους δρόμους του νησιού,
τους φράχτες και τις πέργολες που γέρνανε βαριές,
τα ρόδα και τα γιασεμιά και τα πορτοκαλάνθια.

Απόψε εντός μου θέριεψαν οι αγωνίες πολλών
που μες στης μεγαλούπολης αυτής τ’ άμετρα σπίτια
καρδιοχτυπούν θανάσιμα για χάρη της Μαδρίτης…

Τον πόνο το μαρτυρικό της Ισπανίας πονώ.


Σ’ ΕΝΑΝ ΠΟΙΗΤΗ

Πώς ένιωθε
η Παναγία Παρθένα,
στης Βηθλεέμ τους ακάθαρτους στάβλους,
από τις άκρες των σκονισμένων πελμάτων της
ν’ ανεβαίνει το γάλα;
Πώς αναβρύζει το κρίνο
μέσ’ απ’ τον ταπεινό βολβό
και τα βράδια γελάει
στα κοπάδια των άστρων,
γαλανές ρεματιές
σαν περνούν τιντινίζοντας;

Έτσι σε νιώθω!
Μια καταιγίδα από γάλα,
στοργή και κραυγές ανοιξιάτικες,
πλανήτες κι ουράνιους γλυκασμούς,
που με τυλίγει.

Μας δένουν τα ίδια πράματα:
Τα χιονισμένα παράθυρα,
οι ελαιώνες με τα κίτρινα χώματα
οι γλάροι, ω οι γλάροι… κ’ η θάλασσα,
οι μουσικές μαρμάρινες βρύσες
και τα παιδιά που τρέχουν κάτω απ’ τα πλατάνια.

Και μια πίκρα μας αδερφώνει:
Το αίμα.
Το κόκκινο αίμα που τρέχει
καταγής.

Πώς να σου τραγουδήσω
τη φιλία μου;
Καταλαβαίνω που έρχεται
από τη ρίζα του κορμιού μου
και με γεμίζει
γλύκα και φως.

Στρατής Τσίρκας