Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2016

Ναπολέων Λαπαθιώτης φιλοσοφών και αυτοσαρκαζόμενος


«Κινητοποίησα τις αναμνήσεις μου, συγκέντρωσα κάτι, ό,τι μπόρεσα να βρω, από τις αναμνήσεις των άλλων, έβαλα κάτω και τα δικά του χαρτιά, ― και με βάση κυρίως τα τελευταία αυτά, προσπάθησα να τον δω, να τον στήσω ολόκληρο, πάλι, μπροστά μου ζωντανό, κ’ έτσι να τον δείξω. Μα δεν είναι εύκολο. Δεν είναι καθόλου εύκολο να πεις, ότι ο άνθρωπος τούτος, είναι τούτος ο άνθρωπος, πράγματι. Παλιά αλήθεια, ότι τα φαινόμενα απατούν. Μια άλλη, το ίδιο παλιά, αλήθεια, είναι, πως κ’ οι ίδιοι εμείς δεν είμαστε πάντα βέβαιοι, ότι ξέρουμε τον εαυτό μας. Και μια τρίτη, πως, όσο να ’ναι πάντα γνωρίζουμε τον εαυτό μας καλύτερα απ’ όσο ξέρουμε τον άλλον, κι απ’ όσο μας ξέρει ο άλλος. Γι’ αυτό, ας δώσουμε, για μιαν ακόμη φορά, τον λόγο στον ίδιο τον ποιητή, να μας μιλήσει για τον εαυτό του»:

lapathioths8Ο παραπάνω πρόλογος του κειμένου που θα ακολουθήσει ανήκει στον Άρη Δικταίο, συγγραφέα του βιβλίου «Ναπολέων Λαπαθιώτης, η ζωή και το έργο του», (εκδ. Γνώση, 1984). Ο ποιητής, μεταφραστής, μελετητής Άρης Δικταίος (1919-1983, πραγματικό όνομα Κώστας Κωνσταντουλάκης) γνώρισε στα νεανικά του χρόνια τον Λαπαθιώτη, που ήταν ένα από ινδάλματά του, και κέρδισε τη στήριξή του στα πρώτα του βήματα στη λογοτεχνία. Η γνωριμία τους ξεκίνησε μέσω αλληλογραφίας και όταν ο Δικταίος ήρθε στην Αθήνα (γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης) για σπουδές, γνωρίστηκαν δια ζώσης και έκαναν παρέα. Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου του ο Δικταίος παρουσιάζει πτυχές της ζωής και του έργου του Ναπ. Λαπαθιώτη και ένα μικρό ανθολόγιο ποιημάτων του. Όμως, πέρα από τα «διαδικαστικά», δεν έχει αξία να συνεχιστεί αυτή η διακοπή. Ο λόγος, λοιπόν, στον ποιητή:

«Πολλές φορές, μες στις νυχτερινές μου περιπλανήσεις, βλέπω ξαφνικά τη σκιά μου, πού φέρνει βόλτες, γύρω μου, είτε σαλεύει επάνω στους τοίχους, παρακολουθώντας με, κάτω από το φως των φαναριών κ’ επειδή, την ώρα εκείνη, είτε παραπατώ απάνω ατά πετραδάκια, είτε ακούω το χτύπο των βημάτων μου στην άσφαλτο, σ υ λ λ α μ β ά ν ω, για μια στιγμή, όλο το μηχανισμό του κορμιού μου, καθώς αυτό παρουσιάζεται εξωτερικά: και τότε βλέπω καθαρά, το πόσο, και γω, δεν είμαι παρά ένα νευρόσπαστο, ένα μηχανικό και κουρντισμένο ανδρείκελλο, που εκτελεί τις ίδιες ακριβώς (λέξη δυσανάγνωστη εδώ) κινήσεις με όλα τ’ άλλα όντα ― πόσο δε διαφέρω σε τίποτα από τ’ άλλα νευρόσπαστα που με περιστοιχίζουν και με διασταυρώνουν… Και τότε συλλογίζομαι ότι οι άλλοι δε βλέπουν απ’ τον εαυτό μου, παρά μόνο αυτό το τυχαίο ανδρείκελλο, που μ’ εκπλήσσει κάθε φορά πού τ’ αντικρύζω, χωρίς να το γνωρίζω για δικό μου! Κι αν μου ’λεγε κανένας: «Και όμως, αυτό ήσουν εσύ!», θα του απαντούσα: «Όχι, φίλε μου, α υ τ ό δεν είμαι γω· αυτό το πράμα, που βλέπεις και που βλέπω (και μάλιστα εγώ το βλέπω πιο σπάνια από σένα, και συ, τουλάχιστον, μπορεί να το ’χεις συνηθίσει, όμως εγώ δεν το συνήθισα διόλου, και μου κάνει πιο πολλή εντύπωση), αυτό το πράμα μου είναι τόσο ξένο. Όσο και σε σένα… Δεν έχω καμιά σχέση μαζί του, πίστεψέ με ― δεν υποψιαζόμουν καν την παρουσία του»… Κι όμως, όλοι κρίνομε ο ένας τον άλλον, απ’ αυτό το κωμικό ανδρείκελλο, το επίπλαστο και άγνωστο νευρόσπαστο, που μάς εμφανίζει στη ζωή, με την αξίωση πως μας εκπροσωπεί… Και μου φαίνεται σα να ’μαστε όλοι, στη ζωή, σ’ εν’ αδιάκοπο καρναβάλι, με το πλαστό το ρούχο του κορμιού μας και την αιώνια μάσκα της μορφής μας ― με την τραγική διαφορά, ότι τούτα δεν τα βγάζομε ποτέ! Και γι’ αυτό πεθαίνομε μια μέρα, χωρίς ποτέ πραγματικά να γνωριστούμε…»

lapathiotis12Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης (γεννήθηκε στις 31 Οκτώβρη του 1888 – αυτοκτόνησε στις 7 Γενάρη του 1944) είναι απ’ τους αγαπημένους μου ποιητές. Τρυφερός, ευαίσθητος και ερωτικός, αλλά και αιχμηρός, ειρωνικός, πότε σαρκαστικός και πότε αυτοσαρκαζόμενος, με το έργο του (και πρώτ’ απ’ όλα με τη ζωή του) πάει κόντρα στις συμβάσεις του καιρού του, εχθρεύεται την ανθρώπινη ματαιοδοξία, δεν βολεύεται με τα «κοινώς αποδεκτά». Με την ευκολία που μπορεί να σε απογειώνει στους ουρανούς του ανικανοποίητου, της αναπόλησης και της μελαγχολίας, καταφέρνει να σε προσγειώσει, απότομα, στην «πεζή» πραγματικότητα· αυτή που, σχεδόν πάντα, η ανθρώπινη αδυναμία αποφεύγει κατάματα ν’ αντικρίσει.


Σε ένα από τα ποιήματά του ο Λαπαθιώτης ξαναπιάνει τη σκυτάλη που «άφησε» στην τελευταία φράση (Και γι’ αυτό πεθαίνομε μια μέρα, χωρίς ποτέ πραγματικά να γνωριστούμε…) του παραπάνω κειμένου του και «περιγράφει» τη… «συνέχεια». Διαβάζοντάς το ο νους συναντιέται αυτόματα με το Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι (ή «του χυνόπωρου» όπως πρωτοδημοσιεύτηκε στον «Νουμά» το 1915, πριν κυκλοφορήσει σε βιβλίο, το 1920) του Κώστα Ουράνη, που έγινε ιδιαίτερα γνωστό όταν μελοποιήθηκε και ερμηνεύτηκε, εξαιρετικά, από τα Διάφανα Κρίνα (δείτε και ακούστε εδώ).

Τα δυο ποιήματα μοιάζουν στο ότι «περιγράφουν» τη ζωή (των άλλων) μετά τον θάνατο των δημιουργών τους, όμως οι ομοιότητες σταματούν εκεί. Σε αντίθεση με τον ―χαμηλών τόνων εδώ― Ουράνη που τους στίχους του κυριεύουν η μελαγχολία και μια γλυκειά παραίτηση, από τους στίχους του Λαπαθιώτη ξεπηδά μια επιθετική ειρωνεία για το σινάφι του, των γραφιάδων, και αυτοσαρκασμός για την χαμένη πια ομορφιά (ο Λαπαθιώτης ξεχώριζε στους κύκλους της Αθηναϊκής κοινωνίας για την εξεζητημένη κομψότητά του), την κλεισμένη σ’ ένα άχαρο κοινό σανιδένιο φέρετρο· σαν να ήθελε, με την πένα του, όταν το έγραφε, να τρυπήσει το χαρτί…


[ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ]

….

Το φέρετρό μου σανιδένιο
δε θα ’χη καμιάν ομορφιά·
θα το καρφώσουν μάνι-μάνι,
με τα κοινότερα καρφιά,

κι ύστερα βίρα και στον ώμο
(λίγο μακρύ, λίγο φαρδύ)
θα πάρει σε δυο μέρες δρόμο
για το στερνό μου το τσαρδί…

Θα είναι ο Άγγελος, ο Χάρης,
ο Κλέων, ο Τάκης, η Λιλή,
ο Γιώργος ο Μυλωνογιάννης,
κι άλλοι πολλοί, πολλοί, πολλοί…

….

Και την επαύριο θ’ αρχινίσουν
κάποιες γραμμές, εδώ κ’ εκεί,
― κι αμέσως θα με παραλάβουν
οι κριτικές, κι οι κριτικοί:

«τεχνίτης», «μουσικός του στίχου»,
«πολύ λεπτός αισθητικός»,
― αυτά που γράφονται συνήθως
κι αυτά που γράφουν σχετικώς·

«τύπος ανώμαλος εκφύλου»,
«γνωστή και συμπαθής μορφή»…
Μα εμέ για ό,τι θα μου γράψουν
δε θα μου καίγεται καρφί!

Γιατί από μένα, ό,τι θα μείνει
―κι εκεί που τώρα κατοικεί, ―
δεν θ’ ασχολείται με τους άλλους,
δε θα διαβάζη κριτική…

….

Ο φίλτατός μου Πέτρος Χάρης
με σφίξιμο χεριού γερό
θα λέει αράδα στους γνωστούς του:
― Τι φοβερό! τι φοβερό!…

Και παρατώντας τις δουλειές του,
βιβλία και πολιτική,
τη «Νέα Εστία» και τις «Τέχνες»,
θα μου σκαρώση κριτική!

Μα κι ο Βαγιάνος θα αρχίσει
σ’ όλη, γραμμή, την Αττική,
μ’ αστούς, μ’ εργάτες, με χωριάτες,
καμπάνια λαπαθιωτική!

Και κυνηγώντας άρον-άρον
θα γράφη μέσα σε καρνέ,
ως και τις γνώμες των γαϊδάρων
της πολιτείας Αχαρναί!!!

(1943)

lapathioths44

Το ποίημα, μαζί με μερικά ακόμα, το δίνει ο Άρης Δικταίος στο ίδιο βιβλίο.

Δεν υπάρχουν σχόλια: