Παρασκευή, 29 Ιουλίου 2016

Γιάννης Ρίτσος: «Εικόνες» καλοκαιριού

Diego Rivera, Sunflowers, 1943
1

«(…) Πώς αφήσαμε τις ώρες μας και χάθηκαν, πασχίζοντας ανόητα
να εξασφαλίσουμε μια θέση στην αντίληψη των άλλων. Ούτε ένα
δικό μας δευτερόλεπτο, μέσα σε τόσα μεγάλα καλοκαίρια, να δούμε
τον ίσκιο ενός πουλιού πάνω στα στάχυα — μια μικρή τριήρης
σε μια πάγχρυση θάλασσα· — μπορεί μ’ αυτήν ν’ αρμενίζαμε
για έπαθλα σιωπηλά, για κατακτήσεις πιο ένδοξες. Δεν αρμενίσαμε.

Ώρες - ώρες, μου φαίνεται πως είμαι ένας ήσυχος νεκρός που κοιτάζει εμένα τον ίδιο να υπάρχω (…)»

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ, Δεκέμβρης 1966 – Οχτώβρης 1970


2

«(…) Οι αγρότες θα κοιμήθηκαν με τα μεγάλα χέρια τους πάνω στην κοιλιά τους
και τα πουλιά με τα μικρά τους χέρια ελαφρά γαντζωμένα απ’ τα κλαδιά μες στον ύπνο τους
σα να μην προσπαθούν να κρατηθούν, σα να μην είναι τίποτα η προσπάθεια,
σα να μην έγινε τίποτα, σα να μην πρόκειται τίποτα να γίνει —
ανάλαφρα - ανάλαφρα, σα νάχει εισδύσει ο ουρανός στα φτερά τους,
σαν κάποιος να περνάει το στενόμακρο διάδρομο μ’ ένα λύχνο στο χέρι
κ’ είναι όλα τα παράθυρα ανοιχτά κ’ έξω στο ύπαιθρο ακούγονται
τα ζώα ν’ αναμηρυκάζουν γαληνιαία σαν μέσα στην αιωνιότητα.

Μ’ αρέσει αυτή ή νωπή ησυχία. Κάπου εδώ κοντά, σ’ ένα χαγιάτι,
μια νέα γυναίκα θα χτενίζει τα μακριά μαλλιά της
και πλάι της θ’ ανασαίνουν τ’ απλωμένα εσώρρουχα στο φεγγαρόφωτο. Όλα ρευστά, γλυστερά, ευτυχισμένα. Μεγάλες υδρίες μες στους λουτήρες
θαρρώ πως χύνουνε νερό στων κοριτσιών τους αυχένες και τα στήθη,
γλυστράνε τα μικρά, αρωματικά σαπούνια στα πλακάκια,
οι φυσαλίδες διασχίζουν τους θορύβους των νερών και των γέλιων,
μια γυναίκα γλύστρησε κ’ έπεσε,
γλύστρησε το φεγγάρι απ’ το φεγγίτη,
όλα γλυστρουν απ’ το σαπούνι — δεν μπορείς να τα κρατήσεις
ούτε μπορείς να κρατηθείς· — αυτό το γλύστρημα
είναι ο επανερχόμενος ρυθμός της ζωής· οί γυναίκες γελάνε
τραντάζοντας λευκούς, πανάλαφρους πυργίσκους σαπουνάδας
επάνω στο δασάκι του εφηβαίου τους. Έτσι νάναι ή ευτυχία; (…)»

ΟΡΕΣΤΗΣ, Ιούνης 1962 – Ιούλης 1966


3

«(…) Άλλοτε πάλι, τα μεγάλα μεσημέρια, σ’ ένα διάλειμμα της μάχης,
ή σ’ ώρα πορείας, σ’ ένα σταμάτημα, νιώθαμε μονομιάς πώς διψούσαμε —
τίποτ’ άλλο: διψούσαμε. Δεν ονομάζαμε το νερό και τη δίψα μας·
σκύβαμε μόνο αμήχανοι να δέσουμε τάχα τα σαντάλια μας,
κ’ έτσι, σκυμμένοι, κοιτούσαμε πέρα, κρατώντας
μια εικόνα αντεστραμμένη από τοπία, ανθρώπους κι από μας τούς ίδιους, μια εικόνα απατηλή, συγγνωστική, διαυγή, τεθλασμένη,
σάμπως καθρεφτισμένη σε νερό. Και νερό δεν υπήρχε. Διψούσαμε.

Κείνος ο δρόμος ερημώθη ως τό βάθος. Απ’ τις δυο πλευρές του
πηγάδια σκεπασμένα, μολυσμένα απ’ τους νεκρούς. Ράγιζε ή πέτρα
απ’ τη μεγάλη ζέστη. Τα τζιτζίκια ξεφώνιζαν. Ο ορίζοντας
είταν ασβέστης και γλώσσες φωτιάς. Μέσα στην ανελέητη λιακάδα
σπίθιζαν στα σαμάρια των τειχών, όρθια, σπασμένα τζάμια,
χωρίζοντας συντρόφους, φίλους, συμπολεμιστές. Πάρ’ όλη
την αιχμηρή, δοξαστική ακτινοβολία, δεν κρυβόταν τίποτα. Είδα άντρες
γενναίους
να ρίχνουν στάχτη στα μαλλιά τους· κ’ είδα τη στάχτη
ν’ ανακατεύεται με τα δάκρυά τους· μαύρα αυλάκια
χώνονταν μες στα γένεια τους, ως κάτω στα σαγόνια τους.

Αυτοί που πλέναν τ’ άλογά τους άλλοτε στ’ ακροθαλάσσι ολόγυμνοι
κι αλείβανε τις χαίτες με λάδι ξανθό, λάμποντας όλοι
άνθρωποι κι άλογα σε μεγαλόφωτα πρωινά· αυτοί οι ίδιοι
που χόρευαν τα βράδια πάνω απ’ τις φωτιές κι αστράφτανε
τα γυμνά πέλματά τους ολοπόρφυρα, — τώρα ζαρώνουνε
ανάμεσα στα βράχια, χολώνουν, γκρινιάζουν, βάζουν την παλάμη
μπροστά στα σκέλια τους, ντρέπονται, κρύβονται,
σα νάχουν φταίξει, σα να τους έχουν όλοι φταίξει. Κ’ ίσως να φθονούν
τους νέους πολεμιστές για την ωραία ανυποψία τους, για την τόλμη τους, για την ενθουσιαστική, αποστηθισμένη ευφράδειά τους, κ’ ίσως πιότερο
απ’  όλα
για τα βαριά, στιλπνά μαλλιά τους, τα ογκωμένα από υγεία και έρωτα.

Κι όμως κι αυτοί ξεκίνησαν κάποτε με τη χαριτωμένη αφέλεια
και την κρυφή ματαιοδοξία ν’ αναμορφώσουν τον κόσμο. Ξεκίνησαν
όλοι μαζί, καθένας χώρια, και τόδαν και τόβλεπαν: καθένας
για ένα δικό του λόγο, μια ξεχωριστή φιλοδοξία, στεγασμένη
κάτω από μια μεγάλη ιδέα, έναν κοινό σκοπό, — διάφανη στέγη
που κάτω της διακρίνονταν καλύτερα του καθενός το κομμάτιασμα,
η δυστυχία κ’ η μικροπρέπεια όλων. Πώς νάβαζες, φίλε μου, τάξη
σ’ αυτό το χάος; Πώς να σταθείς κοντά τους; Τώρα καταλαβαίνω.(…)»

ΦΙΛΟΚΤΗΤΗΣ, Μάης 1963 – Οχτώβρης 1965


4

«(…) Το καλοκαίρι πάλι,
έκαιγε ακέριο το βουνό σαν καμίνι,
άχνιζε με τα πέτρινα ρουθούνια του, σαν παράξενο τέρας,
το καυτερό του χνώτο καταπρόσωπο στο σπίτι μας· διατηρούσε τη ζέστα
πιο πέρα απ’ τα μεσάνυχτα, ως τις 2 ή τις 3. Και τα τζιτζίκια
ανόητα, ματαιόσχολα, όλη μέρα (και τη νύχτα ακόμη)
χτυπούσαν στα μικρά ταμπούρλα τους το σύνθημα
ενός φωτεινού συναργεμού, χωρίς αιτία ή κίνδυνο
ή τουλάχιστον κίνδυνο ορατό — τα συνηθίσαμε κι αυτά· σχεδόν πια δεν ακούγαμε
αυτούς τους φλύαρους νάνους στρατιώτες των ζεστών μεσημεριών
μέσα σε καλοκαίρια τόσο απέραντα και φωτεινά σαν πεθαμένα
όταν η λιγοστή δροσιά κατέφευγε στις σκεπασμένες στέρνες
ή στις στοές των νεκρών όπου λιώναν τα ρούχα τους
και σκούριαζαν απ’ την υγρασία οι χρυσές υδρίες που αποθέσαμε πλάι τους.

Τότε το μόνο που σου θύμιζε πως είσαι ζωντανός
είταν ο ιδρώς στο μέτωπό σου που μούσκευε το μαξιλάρι
και προπάντων ο ιδρώς στο λαιμό σου
μ’ αυτήν την ταπεινωτικήν ενόχληση και την επίγνωση
για τη μικρότητα αυτής της ενόχλησης που επεκτεινόταν
σε μιαν απέραντη, διεισδυτική δυσφορία ως τις ρίζες του κόσμου
που πάνω της επέπλεαν μονάχα οι  μύγες,
κάτι μεγάλες, μαύρες μύγες, βουερές κι αναίσχυντες.

Ίσως γι’ αυτό οι δικοί μας ξενητεύτηκαν,
κατέβηκαν στα παράλια, ετοίμασαν καράβια,
έκαναν εκστρατείες και ναυμαχίες, λέει,
μόχθησαν κ’ ίδρωσαν αλλιώς, ίσως μονάχα
για να ξεπλύνουν τον ιδρώτα του βουνού μέσα στη θάλασσα,
να ξεπλυθούν, να πνιγούν μες στο νερό, να γλυτώσουν
από τούτον τον κάθετο βράχο· — δεν ξέρω
να ορίσω το τι και το πώς — όλα μπλέκονται:
εκείνες οι ζεστές, στυφές μυρουδιές της φτέρης, του σκίνου,
της πέτρας, της μούχλας, του ασβέστη, στα φλογερά μεσημέρια,
ο ιδρώτας, τα τζιτζίκια, το βουνό, τα καράβια,
οι σκοτωμένοι στη στεριά κ’ οι πνιγμένοι
όταν τους ξέβραζε η θάλασσα σ’ ένα στρωτό ακρογιάλι
μια νύχτα, μ’ ένα κίτρινο φεγγάρι καρφωμένο σ’ ένα ακόντιο,
κι ούτε είχαν μια λαβωματιά οι πνιγμένοι στο σώμα τους —
πώς πέθαναν λοιπόν; — ποτέ μου δεν είδα πνιγμένους.
Και τ’ ασημένιο φάσμα μιας σφαγμένης κόρης
να κυματίζει ανάερο πάνω απ’ τους πνιγμένους
μ’ ένα μακρύ κρίνο στα χέρια, — άχραντη, απείραχτη
απ’ τον ιδρώτα κι απ’ τους άσημους, τους τρωκτικούς δικούς μας πόνους.

Μπορεί και να μην ενοχλούνται οι άντρες απ’ αυτά
τα εξευτελιστικά ρυάκια του ιδρώτα
που σε χρησιμοποιούν αυθαίρετα για κοίτη τους
σα νάσουν πέτρα ή χώμα ή καμένο χορτάρι. Δεν ξέρω.
Αυτοί, τα μεσημέρια, κατέφευγαν στα δημόσια λουτρά
παίζοντας ίσως και γελώντας γυμνοί, κυνηγώντας
ο ένας τον άλλον, καταβρέχοντας
ο ένας τον άλλον, με μεγάλα λαγήνια, — πώς μπορεί
να τρέχει ή να γελάει κανένας
όταν είναι γυμνός; — ποτέ δεν το κατάλαβα. Όταν έβγαιναν
απ’ τα λουτρά (τους συνάντησα κάποτε) είταν πιο όμορφοι,
πιο ευγενικοί, σαν αόριστα ένοχοι· — τα πρόσωπά τους,
δροσερά τότε και ρόδινα, υπογράμμιζαν
μια παράξενη, παρθενική συστολή, και τότε μόνο αισθάνθηκα πώς και οι άντρες μπορεί νάναι μονάχοι και μπορεί να πεθάνουν.(…)»

ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΟΝ ΙΣΚΙΟ ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ, Μάης 1960

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

ΤΕΤΑΡΤΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ, εκδ. ΚΕΔΡΟΣ (27η)