Παρασκευή, 10 Ιουνίου 2016

Μενέλαος Λουντέμης: Απ’ τη Μακρόνησο στον Αη Στράτη


Το ποίημα αναφέρεται στη μεταφορά των πολιτικών εξορίστων από τη Μακρόνησο στον Αη Στράτη. Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Αυγή (Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας – ΑΣΚΙ) στις 31 του Μάη 1953.

ΑΗ ΣΤΡΑΤΗΣ

Χτες την αυγή φουντάραμε
στο νέο Πετρονήσι μας.
Ο «Αλφειός» («Μεταγωγόν ο Αλφειός»),
εσύρθηκε νωθρά στ’ ακροθαλάσσι,
άνοιξε τις μασέλες του. Και ξέρασε-
μιαν αμπαριά καινούργιους Ιωνάδες.

Βαρύ ήταν το ταξίδι μας. Ενάντιο.
Κι’ η θάλασσα ένα πέλαγο χολή.
Το πλοίο οκνό, π’ ολονυχτίς μάς εσεργιάνιζε
στα βορινά σοκάκια του Αιγαίου.
― μεταλλικό κιβούρι ―
που έψαχνε για το νεκροταφείο μας.

Είμαστ’ ένα φορτίο αγύριστα μυαλά,
παραδομένα με το μέτρο.
Ένα φορτίο αντίγνωμοι,
φερέοικοι Ροβινσώνες του Αιγαίου,
που ζαλωθήκαμε στην πλάτη την τιμή μας,
και πάμε στης θυσίας το Μαραθώνιο.

… Πίσω στο βράχο του Μακρονησιού
ακόμη κυματίζει
η διψασμένη ανάσα μας.
Και στο γιαλό απ’ την πέτρινη εξέδρα της
μ’ ένα γυμνό κλαρί,
μας ξεπροβόδισε ξεσκούφωτη η Ιστορία.
Είχαμε κάτι μάτια θεονήστικα για πράσινο.
Κάτι χείλια ραγισμένα για νερό.
Και κάτι χέρια κόκαλα…

Και χτες αυγή φουντάραμε στον Κ ό σ μ ο μας
σε νέο καταστρωμένο ανθρωποστάσι,
νησί μικρό, χαμένο στα νερά
(«κλωβός επικινδύνων»).
Μα ο Κόσμος ήταν πάλι χωροφύλακες…
Αμπαρωμένα σπίτια και τουφέκια.
Σπίτια τεφρά. Και βράχοι κυματόδαρτοι.
Βράχοι ξανά. Όλο βράχοι. Και βοριάδες.
(Η Μακρόνησο μας πήρε το κατόπι…)

Μα σαν επήραμε σιγά τη ρεματιά,
πατώντας στο εμβατήριο που μας έψελναν
οι ραψωδοί της ζέστης, τα τζιτζίκια…
Σαν πήραμε το ρέμα για το πλάτωμα,
εκεί που βούιζε το πάνινο χωριό μας.
Εκεί που πρασινίζαν και μας πρόσμεναν
κάτι γριούλες μυγδαλιές ― ζητιάνες του νερού…
Σαν πήραμε το ρέμα-ρέμα για το πλάτωμα…
Μια λυγαριά καταμεσίς στη στράτα,
(προσκυνητάρι της Πανώριας Άνοιξης)
αγκάλιασε τη μέση μας σαν αδερφή
και μας θυμιάτισε με τη μοσχοβολιά της…

Κι’ εκεί… Αυτή η ψυχή,
αυτή η ψυχή που ελύγισε τα σίδερα.
Αυτή η ψυχή η ορθή, αυτή η ψυχή μας,
(μπροστά στο τέμπλο της Πανώριας Άνοιξης).
Ανάσανε βαθιά. Βαθιά πολύ.
Ανάσανε για όλες τις ανάσες.
Και π ρ ο σ κ ύ ν η σ ε.
Ήταν η πρώτη φορά.

Μενέλαος Λουντέμης

Δεν υπάρχουν σχόλια: