Τρίτη, 1 Σεπτεμβρίου 2015

“ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΙ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ” - Ο Γιώργος Κοτζιούλας γράφει στον «Ρίζο της Δευτέρας» (5/12)

Συνεχίζουμε την παρουσίαση των άρθρων του Γιώργου Κοτζιούλα στην εφημερίδα «Ρίζος της Δευτέρας», με τη μεταφορά στο διαδίκτυο του πέμπτου από τα δώδεκα συνολικά άρθρα που έγραψε ο ποιητής-συγγραφέας στην εφημερίδα.

Οι περισσότεροι γνωρίσαμε τον Γιώργο Κοτζιούλα από τα ποιήματά του. Αγνοούμε το μεγαλύτερο μέρος του πολυδιάστατου έργου του και ο κυριότερος λόγος είναι γιατί αυτό παραμένει ανέκδοτο (αξιοσημείωτο είναι πάντως πως τον τελευταίο καιρό επανακυκλοφορούν με ενθαρρυντικό ρυθμό παλαιότερα έργα του και κάποια άλλα κυκλοφορούν για πρώτη φορά). Μια πτυχή αυτού του έργου είναι η αρθρογραφία στον τύπο. Σε εφημερίδες και περιοδικά έχουν δημοσιευτεί κατά καιρούς πολλά άρθρα του Κοτζιούλα για λογοτεχνικά ζητήματα, κριτικές, χρονογραφήματα και θεωρητικά κείμενα.

Στην προσπάθειά μας να συμβάλλουμε στην ανάδειξη αυτής της λιγότερο γνωστής πλευράς  του έργου του, συγκεντρώσαμε και θα μεταφέρουμε στο διαδίκτυο, σταδιακά από τη στηθάγχη, τα άρθρα του Κοτζιούλα στην εφημερίδα «Ρίζος της Δευτέρας». Τον «Ρίζο της Δευτέρας» με τον υπότιτλο «Εβδομαδιαία δημοκρατική εφημερίδα του λαού - Πολιτική, οικονομική, φιλολογική, σατιρική» τον έβγαζε το ΚΚΕ αυτή την συγκεκριμένη μέρα της βδομάδας που ο Ριζοσπάστης, ως πρωινό φύλλο, δεν κυκλοφορούσε. Η έρευνά μας αφορά την περίοδο από 21/10/1946 έως 22/12/1947, δηλαδή από το πρώτο μέχρι και το 62ο φύλλο της εφημερίδας. Στο διάστημα αυτό στον «Ρίζο της Δευτέρας» δημοσιεύτηκαν 12 άρθρα και 3 ποιήματα του Γιώργου Κοτζιούλα. Να πρσθέσουμε πως την ίδια περίοδο ο Κοτζιούλας έχει και τη στήλη «Γλωσσοφιλολογικά» στον Ριζοσπάστη της Πέμπτης.

Στο σημερινό μας άρθρο ο Γ. Κοτζιούλας καταπιάνεται με το ζήτημα της στρατευμένης τέχνης που τόσο χτυπιέται διαχρονικά από την αστική διανόηση και τους εχθρούς  της εργατικής τάξης ευρύτερα, ως τέχνη υποδεέστερη, χωρίς ιδιαίτερη ποιοτική αξία φορτωμένη με συνθηματολογία και το βάρος μιας ιδεολογίας, παρεμπιπτόντως, επικίνδυνης για τα συμφέροντα  της καθεστηκυίας τάξης. Ο Γ. Κοτζιούλας αποδομεί τα τέτοια «επιχειρήματα» με κατανοητά από τον αναγνώστη παραδείγματα και βάζει τη σχέση διανοουμένων-πολιτικής στη σωστή της βάση που δεν είναι άλλη από την υπηρέτηση των συμφερόντων του λαού.

(Για να δείτε και τα προηγούμενα άρθρα, πατήστε ΕΔΩ.)

Καλή ανάγνωση!


ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΙ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

(Ρίζος της Δευτέρας, αρ. φ. 29, Δευτέρα 5 Μάη 1947)

Πολύς λόγος γίνεται τον τελευταίο καιρό, κι όχι από μια παράταξη μόνο, για τη στάση που κρατούν ή πρέπει να κρατήσουν οι άνθρωποι των γραμμάτων απέναντι στην πολιτική. Και τονίζεται ιδιαίτερα ο ρόλος τους επειδή μπορούν να επηρεάσουν ευκολώτερα απ’ τους άλλους το κοινό, να το προσελκύσουν συναισθηματικά, τόσο με το καθαυτό γράψιμό τους όσο και με την ηθική τους ακτινοβολία, εφόσον βέβαια την έχουν.

Ένας λογοτέχνης έρχεται σε πλατύτερη επαφή με τους ομοεθνείς του από έναν επιστήμονα π.χ. ή όποιον άλλον επαγγελματία και ως ένα σημείο διαμορφώνει το ρεύμα της κοινής γνώμης. Απ’ αυτήν την άποψη έχουν δίκιο όσοι επιμένουν στην σπουδαιότητα του ρόλου των διανοούμενων και στη σοβαρή ευθύνη τους απέναντι του λειτουργήματος που ασκούν αλλά και των αναγνωστών που τους παρακολουθούν.  Μπορεί ο τεχνίτης στην Ελλάδα να μην αμείβεται καλά (και η αλήθεια είναι πως τον έχουν καταντήσει  Πτωχοπρόδρομο, αποτελεί όμως πάντα υπολογίσιμη μονάδα και υπάρχουν ορισμένοι που τον κρίνουν αυστηρά, είτε έχουν δίκιο είτε όχι.

Αφορμή στη σχετική συζήτηση έδωσε η λογοτεχνία της Αντίστασης. Βγήκαν μερικοί και φωνάζουν πως αυτά δεν είναι τέχνη, αλλά έντεχνη προπαγάνδα και μάλιστα προδοσία του πνεύματος. Οι λογοτέχνες μας που καταπιάνονται με τέτοια θέματα αποκαλούνται ειρωνικά στρατευμένοι. Δεν έχουν δική τους πρωτοβουλία, λέν’, παίρνουν κατεύθυνση απ’ αλλού, απ’ τους πολιτικούς.  Γι’ αυτό και τα γραφτά τους δεν έχουν αξία πνευματική, έχασαν το δικαίωμα να θεωρούνται λογοτεχνήματα.

Οι κατηγορίες αυτές διατυπώνονται πότε αόριστα, πότε με παραδείγματα. Μα και στην περίπτωση αυτή διαλέγονται τα χειρότερα κομμάτια με αρκετή δόση κακοπιστίας. Τα παραθέτουν σποραδικά, διανθισμένα με εύκολο πνεύμα, κι έπειτα ξεφωνίζουν θριαμβικά: «Νάτα! Δεν σας τάπαμε εμείς; Οι διανοούμενοι της Αριστεράς  πρόδωσαν την αποστολή τους. Δεν είναι να τους υπολογίζουμε πια στην οικογένεια των πνευματικών ανθρώπων, στον άχραντο χώρο της τέχνης». Κι απάνω σ’ αυτό φεύγουν κιόλας απ’ το επαγγελματικό μας σωματείο, εύθικτοι δήθεν, μήπως κολλήσουν κι αυτοί απ’ την επιδημία της πολιτικομανίας που έπιασε τους άλλους.

Αν όμως θελήσουμε να κοιτάξουμε το ζήτημα βαθύτερα, θα ιδούμε πως τα επιχειρήματα των επικριτών είναι μπόσικα και δε στέκουν σ’ εξέταση σοβαρή. Αν σήμερα υπάρχει στον τόπο μας μια τέχνη που αξίζει να γίνει λόγος γι’ αυτήν, έστω κι αν δεν έχει δώσει ακόμη τους καλύτερους καρπούς της, αυτή είναι ― και σ’ όλους μάλιστα τους κλάδους: ποίηση, πεζογραφία, θέατρο, ζωγραφική, γλυπτική ― η τέχνη της Αντίστασης. Τη λέμε για ευκολία μας έτσι, επειδή πυρήνα και αφετηρία της έχει τον ένδοξο αγώνα του λαού μας κατά του κατακτητή, ενώ στην πραγματικότητα αγκαλιάζει πλατύτερο θέμα και σωστότερο θάταν να λέγεται πρωτοποριακή, προοδευτική, λαοκρατική τέχνη. Το περιεχόμενό της έχει ανθρωπιστικό πνεύμα και τείνει ν’ απελευθερώσει τις δεσμευτικές δυνάμεις, αυτές  που κρατούσε ανεκδήλωτες τόσα χρόνια η λογοκρισία του Μεταξά, η τρομοκρατία της Κατοχής και σήμερα η εξαθλίωση που μας έφεραν οι Σύμμαχοι. Μια τέτοια τέχνη βαδίζει παράλληλα με τους σκληρούς αγώνες του λαού για ν’ αποκτήσει την εθνική του αυτονομία και να χειραφετηθεί κοινωνικά με την αξιοποίηση, το ανέβασμα των λαϊκών στρωμάτων. Ο τεχνίτης που δουλεύει μ’ αυτή τη γραμμή, μ’ αυτήν  την πίστη δεν έχει κανένα λόγο να φοβηθεί μήπως ξεφύγει απ’ τον προορισμό του ή μήπως δεν ενεργεί, δεν αισθάνεται μ’ ελληνικό τρόπο.

Μια ματιά στην Ιστορία δεν θα ‘ταν χαμένος καιρός. Βλέπουμε τον Δ’ αιώνα π.Χ. έναν Δημοσθένη να χαλάει τον κόσμο με τις δημηγορίες του ― γιατί; Επειδή ο Φίλιππος της Μακεδονίας ετοιμαζόταν να εισβάλει και στην Αττική, να «ενοποιήσει» την Ελλάδα. Και όμως ο Φίλιππος ο Μακεδόνας δεν ήταν κανένας αλλόφυλος, ήταν Έλληνας μονάρχης και μάλιστα με σπάνια αξία. Ο ρήτορας ωστόσο τον κεραύνωνε με τους φιλιππικούς του, γιατί προτιμούσε την πατρίδα του ανεξάρτητη, δίχως το ζυγό της στρατοκρατίας. Τι έχουν ν’ απαντήσουν σ’ αυτό το παράδειγμα οι σημερινοί Γραικύλοι, που χθες πρόσφερναν γην κι ύδωρ στους Ιταλογερμανούς, ενώ σήμερα κάνουν τεμενάδες στους Αγγλοαμερικάνους; Αυτοί βέβαια είναι λιγοστοί, τα περιτρίμματα της εθνοπροδοσίας, οι αθεράπευτοι νοσταλγοί της Τετάρτης Αυγούστου.

Αλλά έχουμε και τους άλλους, τους μετριοπαθείς, αυτούς που αποστρέφονται, λέει, το φανατισμό των δύο άκρων. Οι ίδιοι απέχουν επιμελέστατα από κάθε ανάμιξη που θα τους εκθέσει και για τα γραφτά τους προτιμούν ανώδυνα θέματα: τον έρωτα, τη φύση, τη φυγή. Περιχαρακώθηκαν στην άχαρη αυτάρκειά τους και ακολουθούν τάχατες τον ίσιο δρόμο. Είναι οι Απόστολοι της «καθαράς τέχνης».

Αλλά σήμερα ο δρόμος του Έθνους μας ― και της τέχνης, φυσικά ― είναι ανήφορος, ανήφορος  δύσκολος και τραχύς. Αυτό συμβαίνει κάθε φορά που η ελευθερία (όχι η πατρίς!) κινδυνεύει. Όταν τα ιστορικά μας χώματα πατιούνται από στρατό ξενικό, όταν οι θάλασσές μας αυλακώνονται από ξένα πολεμικά δεν υπάρχει καιρός για καμιά άλλη φροντίδα, καμιά άλλη λαχτάρα. Τ’ αδέρφια μας σκοτώνονται, ρίχνονται στις φυλακές, πετιούνται στα ξερονήσια. Κι εμείς θα κάτσουμε κλεισμένοι στο φιλντισένιο μας πύργο, θα επιδοθούμε στην ομφαλοσκοπία; Αυτό δεν είναι ανθρωπισμός, σιχασιά για το αίμα, είναι συγχρονισμένος Ιησουιτισμός ή απίθανη παχυδερμία. Όταν μας σπαράζουν τ’ αυτιά οι φωνές των θυμάτων, όταν ο τόπος μας πλημμύρισε αίμα παλληκαριών, εμείς θα πάρουμε τη βραδυνή αλλέα να εμπνευσθούμε από το σεληνόφως; Ή θα βγούμε στο ραδιόφωνο να τα βάλουμε με τους Σλάβους, ενώ ξέρουμε ποια είναι η αιτία του κακού; Ας το κάνουν αυτό οι πληρωμένοι, εκείνοι που για να διατηρήσουν τις αργομισθίες ή τις θεσούλες τους αναγκάζονται να κάνουν ολοένα και νέες αβαρίες στη συνείδησή τους.

Αν ζούσαν σήμερα ο Σολωμός, ο Κάλβος, ο Βαλαωρίτης, θάμεναν αναίσθητοι στο δράμα του λαού ήμ το χειρότερο, θα διάστρεφαν  την αλήθεια; Μα τότε θάταν ανάξιοι για τον τίτλο του εθνικού ποιητή που τους αναγνωρίζουμε. Εκείνοι στιγμάτισαν με όλη τους της δύναμη τον Αγαρηνό, χωρίς να ξεχάσουν και τα ντόπια κοπέλλια του, ακόμα και τους ξένους «προστάτες». Κανένας δεν τους κατηγόρησε για τους αψιούς των στίχους, τους όλο θέρμη και φωτιά, πως παραστρατίζουν απ’ το νόημα της τέχνης ή πως δεν εξυπηρετούν τους σκοπούς της τέχνης. Απεναντίας τους έχουν στα σχολεία και τους μαθαίνουν απέξω. Για σκεφτήτε νάβγαινε ένας κριτικός και νάλεγε πως οι εθνικοί μας αυτοί ποιητές θάκαναν καλύτερα αν υμνούσαν τον Τούρκο ή κάθονταν ουδέτεροι! Και όμως κάτι τέτοιο ζητούν σήμερα απ’ τους αληθινούς πατριώτες, τους πρωτοπόρους λογοτέχνες.

Αναφέραμε παραπάνω δύο τρία μεγάλα ονόματα, επειδή είναι σε όλους γνωστά, για να συνεννοηθούμε καλύτερα. Αυτό δε σημαίνει πως θεωρούμε τους τεχνίτες της Αντίστασης μεγαλοφυΐες. Η αξία του καθενός μετριέται ανάλογα με την καλλιτεχνική απόδοση του ιδεολογικού του περιεχομένου. Αν ένας έχει μέτριο τάλαντο δε σημαίνει πως φταίνε οι ιδέες του. Αλλά υπάρχει πολύ μεγαλύτερη πιθανότητα να πετύχει ένας που ακολουθάει την ιδέα της προόδου παρά ένας καθυστερημένος ή αντιδραστικός, όσα τεχνικά εφόδια κι αν διαθέτει αυτός ο τελευταίος.

Η πολιτική, που ο Σωκράτης τη λογάριαζε για τη σπουδαιότερη απ’ όλες τις τέχνες (γιατί πραγματικά αποβλέπει στην οργάνωση και τη διοίκηση του κοινωνικού συνόλου), η πολιτική, λέμε, μπορεί να βλάψει, μπορεί και να ωφελήσει. Τι ζημιώθηκε απ’ την πολιτική ένας μαχητής δημιουργός σαν τον Γκόρκυ ή απ’ τους δικούς μας ο Βάρναλης; Όλους τους στιχουργούς της αντίδρασης αν τους μαζέψεις και τους στίψεις δε βγάζεις ένα ποίημα δικό του. Το αποτέλεσμα λοιπόν εξαρτάται από την συγγραφική σου ικανότητα καθώς και από το είδος της πολιτικής που ακολουθάς.

Οπωσδήποτε κάπου ανήκεις, κάτι πιστεύεις, σαν όλους τους άλλους. Αυτό κανένας δεν μπορεί να το αποκλείσει από έναν διανοούμενο, που πρέπει να ‘ναι η άγρυπνη συνείδηση του καιρού του, αφού άλλωστε η πολιτική έγινε στην εποχή μας το κλειδί των πάντων κι αφού καταγίνεται μ’ αυτήν ο καθένας, άσχετα με την μόρφωση και την ποιότητα του. Θα ήταν ένας υπεροπτικός  αριστοκρατισμός ή μια διανοητική αναπηρία  να μην ενδιαφέρονται  για τα τρέχοντα ζητήματα καθημερινά και γενικώτερα, εκείνοι που ίσα ίσα προορίσθηκαν για την πνευματική ηγεσία του λαού.

Θα ήταν ασυγχώρετο να τον αφήσουν αβοήθητον στις κρίσιμες περιστάσεις που περνά και που τόσο έχει ανάγκη να του παρασταθούν με τον παρήγορο, τον γενναίο τους λόγο, αυτοί που δε θέλουν να το κρατήσουν για τον εαυτό τους ή να το ξεπουλήσουν στους δυνάστες του λαού.

Γ. ΚΟΤΖΙΟΥΛΑΣ


Ευχαριστούμε το Επιμορφωτικό Κέντρο Βιβλιοθήκη - Αρχείο "Χαρίλαος Φλωράκης" για την ευγενική παραχώρηση της σειράς των άρθρων.

Δεν υπάρχουν σχόλια: