Κυριακή, 28 Δεκεμβρίου 2014

24 προτάσεις για να χαρίσετε ένα βιβλίο ― Πράξη αντίστασης και… πλάνα αυτομόρφωσης


Διαβάζοντας ένα καλό βιβλίο δίνουμε στη σκέψη την κινητήρια δύναμη να δουλέψει τα γρανάζια της, να αναπνεύσει μέσα στο ασφυκτικό περιβάλλον που δημιουργεί η αδυσώπητη καθημερινότητα του αγώνα για την επιβίωση και να ανοίξει ρωγμές στα ―φαινομενικά― αδιαπέραστα τείχη που χτίζει τριγύρω η κυρίαρχη προπαγάνδα.
Χαρίζοντας ένα καλό βιβλίο… στον εαυτό μας ή στους φίλους μας, συμμετέχουμε σε μια πράξη αντίστασης απέναντι στην πολτοποίηση των συνειδήσεων, απέναντι στον καταναγκασμό της τηλεοπτικής αποχαύνωσης και στη μιζέρια που μάς έχουν φυλαγμένη για  «αποκούμπι» όταν και τα τελευταία αποθέματα κουράγιου στερέψουν. Αυτά τα αποθέματα δεν στερεύουν όσο τα χωράφια της ανθρώπινης ψυχής καλλιεργούνται με τα εργαλεία που χάραξαν την πορεία του λαού μας και την μπόλιασαν με τα ιδανικά της εργατικής τάξης. Τότε οι ορίζοντες μένουν ανοιχτοί και φωτίζουν την ελπίδα.

Το βιβλίο αντί να αντιμετωπίζεται από την πολιτεία (όχι βέβαια από αυτή την πολιτεία) ως κοινωνικό αγαθό και να είναι προσιτό σε όλους, πέρα από βαλάντια, έχει γίνει σήμερα κάτι σαν είδος πολυτελείας. Παρά το γεγονός ότι το κόστος της έκδοσης συρρικνώνεται ―η τεχνολογική εξέλιξη βοηθά― η τιμή του παραμένει ψηλή και απαγορευτική για τους περισσότερους. Απέναντι σε αυτό το δεδομένο δεν μένουμε με σταυρωμένα τα χέρια. Αξιοποιούμε τις όποιες δυνατότητες μάς δίνει ο εμπορικός ανταγωνισμός για χαμηλότερες  τιμές στις νέες κυκλοφορίες, επισκεπτόμαστε εκθέσεις και παζάρια, κάνουμε μια βόλτα στα παλαιοβιβλιοπωλεία ή σταματάμε μπροστά στους βαρυφορτωμένους υπαίθριους πάγκους όπου με λίγη τύχη μπορούμε να ανακαλύψουμε πραγματικά διαμάντια (και όχι απαραίτητα πολύ παλιές εκδόσεις) σε τιμές αντίστοιχες μιας τυρόπιτας ή μιας επίσκεψής μας σε ένα καφέ! Χωρίς βέβαια να παραβλέπουμε πως για να διαβάσεις ένα βιβλίο δεν είναι απαραίτητο σώνει και καλά να το αγοράσεις. Μπορείς και να το δανειστείς.

Οι μέρες των γιορτών είναι πάντα μια αφορμή ―για όσους έχουν τη δυνατότητα― για να κάνουμε ένα δώρο στον εαυτό μας ή στα αγαπημένα μας πρόσωπα. Το δώρο αυτό ας είναι ένα βιβλίο.

Στη λίστα που ακολουθεί προτείνουμε βιβλία (με τυχαία σειρά) που κατά τη γνώμη μας αξίζει να αλλάξουν χέρια και να διαβαστούν. Επιλέξαμε μια λίστα από 24 βιβλία που διαβάσαμε (τα περισσότερα τους τελευταίους μήνες) και κάποια (5) που ξεχωρίσαμε και σκοπεύουμε να διαβάσουμε σύντομα. Δεν θα βρείτε εδώ πολυδιαφημισμένες και «ευπώλητες» εκδόσεις με φανταχτερά εξώφυλλα, χώρια που κάποιους συγγραφείς ούτε που θα τους έχετε ακουστά, αλλά μερικά από αυτά τα ταπεινά «εργαλεία» που λέγαμε πιο πάνω.

Όλα τα βιβλία κυκλοφορούν στο εμπόριο. Αν έχετε σκοπό να μπείτε σε κάποιο βιβλιοπωλείο, τότε φροντίστε αυτό να μη συμβεί Κυριακή. Η πράξη αντίστασης που συνιστά η αγορά και μελέτη ενός καλού βιβλίου αποχτάει μεγαλύτερη και πιο ουσιαστική σημασία όταν συνοδεύεται από την ταξική αλληλεγγύη στους εργαζόμενους των εμπορικών καταστημάτων που απεργούν τις Κυριακές κόντρα στις επιταγές του σύγχρονου εργασιακού μεσαίωνα που πάνε να επιβάλλουν Ευρωπαϊκή Ένωση, τρόικες και κυβέρνηση.

ΥΓ. Η προτεινόμενη λίστα θα μπορούσε ―καλό και χρήσιμο θα ήταν― να μεγαλώσει με τη συμβολή των αναγνωστών. Αναμένονται προτάσεις στα σχόλια.

Σάββατο, 27 Δεκεμβρίου 2014

Δημήτρης Ραβάνης - Ρεντής (1925-1996) ― Ο δημιουργός αγωνίζεται στο πεζοδρόμιο

Ο Δημήτρης Ραβάνης - Ρεντής
Η εποχή μας δεν είναι επική και μεγαλειώδης, έχει πολλή σκληρότητα, πολλή πεζότητα, θέλει υπομονή και επιμονή, η φλόγα της ψυχής πρέπει να ζεσταίνει και να φωτίζει τη σκέψη και, από την άλλη, η «ψυχρή» ανάσα της σκέψης δεν πρέπει να σβήνει αυτή τη φλόγα.

Δύσκολο, αλλά όχι ακατόρθωτο.

Ο κομμουνιστής λογοτέχνης Δημήτρης Ραβάνης - Ρεντής το κατάφερε με τη στάση ζωής του και με το σύνολο του έργου του, προτρέποντας ταυτόχρονα: «Συνεχίστε...»

Του ήταν αρκετά μερικά μέτρα ενός ταπεινού δρομάκου για να δείξει το πολύπλευρο πλέγμα κοινωνικών σχέσεων, «πίσω» από τα πρόσωπα των έργων του, τα οποία παρακολούθησε στην «κίνησή» τους στη ζωή, αλλά κυρίως στις μεταβολές τους και στις αιτίες τους.

Ενιαία και αδιαίρετη με την πολιτική στράτευσή του στο ΚΚΕ, όχι ως άθροισμα, αλλά με την κάθε πλευρά να πηγάζει και να δένεται με την άλλη, η δημιουργία του διακρίνεται από την αταλάντευτη πίστη στη δυνατότητα της εργατικής τάξης και του λαού να γνωρίσει την αντικειμενική πραγματικότητα και να μετατρέψει αυτήν τη γνώση σε δύναμη, για να αλλάξει τον κόσμο.

Πέρα από τη συναισθηματική δόνηση, ωθεί τον αναγνώστη σε βαθιές σκέψεις και τον καλεί σε συνειδητή δράση κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες.

Είναι τρομακτικού βάθους, η «φωνή που βγάζει» στο θεατρικό του έργο «Η Σκοπιά», γραμμένο για την τελευταία μάχη στο Γράμμο, όταν ο ασυρματιστής αγωνιά «να μη χαθεί η σύνδεση...», δηλαδή η σύνδεση με το αύριο, καθώς ο αγώνας παίρνει νέα μορφή, αλλά ο στόχος παραμένει ο ίδιος.

Γεννήθηκε το 1925 στην Αθήνα, στο «Δρομάκο με την Πιπεριά» στην πλατεία Βικτωρίας, από όπου ξεκίνησε τους αγώνες του με την ΕΠΟΝ αρχικά και στη συνέχεια με το ΚΚΕ.

Σε ηλικία δεκαπέντε ετών, γράφει τη σατιρική επιθεώρηση «Ο Αρχικένταυρος» που ανέβηκε, αργότερα, από ερασιτεχνικό θίασο, για την προπαγάνδιση του ΕΑΜ.



Το 1942 συνεργάζεται με τον Γρηγόρη Ξενόπουλο στη «Διάπλαση των Παίδων» και δημοσιεύει αντιστασιακούς στίχους στον ΕΑΜικό, και στον ΕΠΟΝίτικο Τύπο.

Εντάσσεται στη συντακτική επιτροπή του περιοδικού «Νεανική φωνή», μαζί με την Αλκη Ζέη, τον Τάσο Λιγνάδη και άλλους, όπου δημοσιεύει ποιήματά του με το ψευδώνυμο «Στέφος Ροδάνθης», το πρώτο από μια σειρά καλλιτεχνικών ψευδωνύμων (Φώτης Αθηναίος, Δήμος Ροδάς, Φους - Φους κ.ά.), που θα χρησιμοποιήσει όλα τα επόμενα χρόνια είτε για να προστατευθεί στα χρόνια της παρανομίας είτε απλά για λόγους σεμνότητας και χιούμορ.
Ως υπεύθυνος Πολιτισμού στα Αετόπουλα και στην ΕΠΟΝ συμβάλλει αποφασιστικά στην πολιτιστική έκρηξη της Εθνικής Αντίστασης με το «Θέατρο του Δρόμου» στις γειτονιές και αργότερα με έργα στο Βουνό και το καλλιτεχνικό συγκρότημα του ΔΣΕ.
Για την προσφορά του θα προλάβει ήδη μέχρι το 1949 να ...τιμηθεί από το αστικό κράτος με δύο καταδίκες σε θάνατο!

Γράφοντας για τον πόλεμο, ο Ρεντής ξεγύμνωσε τις ταξικές αντιθέσεις και συγκρούσεις στις συνθήκες της Κατοχής, ανέδειξε τον αγώνα του ΕΑΜ, ψυχή και κύριος αιμοδότης του οποίου ήταν το ΚΚΕ, και υπογράμμισε τη σημασία της οργανωμένης πάλης.

Η θεματολογία του ήταν πρωτότυπη, όπως το έργο του «10 ατέλειωτες ώρες» που αφορά τη δράση του ΕΑΜ και του ΚΚΕ για την προστασία της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, από την επιχειρούμενη αρπαγή της εκ μέρους των ναζί και των συνεργατών τους.

Απέδειξε έτσι, πόσο ολοκληρωμένος ήταν και πρέπει να είναι ο αγώνας των κομμουνιστών, συμπεριλαμβάνοντας στην πάλη για το «καθημερινό ψωμί», και όλα όσα είναι αναγκαία για την ολόπλευρη ανάπτυξη του ανθρώπου, όπως ο Πολιτισμός.

Στα έργα του σκιαγραφείται επίσης, το «πρόπλασμα» του αυριανού ανθρώπου, έτσι όπως γεννιέται, συμμετέχοντας με όλο του το είναι στον αγώνα του σήμερα.

Η πένα του πάντοτε ανέδειξε το μεγαλείο του Ανθρώπου: Σε μια εκπληκτική σκηνή στον «Δρομάκο με την Πιπεριά», η νίκη της ανθρώπινης προσωπικότητας επί του αφρισμένου φασιστικού κτήνους έχει το πρόσωπο ενός δασκάλου κρατούμενου των ναζί στο Στρατόπεδο του Χαϊδαρίου, όπου στα παιδιά της γειτονιάς που τον επισκέφθηκαν είπε ότι εκτός από τα φρικτά σωματικά βασανιστήρια, οι ναζί εφάρμοζαν και ψυχολογικά βασανιστήρια, όπως το άσκοπο κουβάλημα τόνων πέτρας.

Οι κρατούμενοι, όμως, σώρευαν τις πέτρες σχηματίζοντας πυραμίδα, ένα γεωμετρικό σχήμα με μορφή, δηλαδή, για να «μη χάσουν το μυαλό τους».

Καμιά πλευρά της ανθρώπινης προσωπικότητας δεν απουσιάζει από το έργο του Ρεντή, στο οποίο ιδιαίτερα «γόνιμο», κοινωνικά, πρόσωπο αναδεικνύεται η Γυναίκα.

Πρόκειται για τα ντροπαλά κορίτσια που προπολεμικά περίμεναν στο σπίτι να τους φέρει ο πατέρας το «γαμπρό» και έφθασαν να καθοδηγούν με το αυτόματο στο χέρι, ολόκληρα τμήματα στο Γράμμο.

Αλλά και οι «βαριοί» σύντροφοι μαθαίνουν να εκδηλώνουν τα αισθήματά τους.

Βαθιά ανθρώπινες σελίδες για όλα εκείνα τα παιδιά που περπάτησαν το θάνατο δίχως να σκοντάψουν, χωρίς προηγουμένως να γνωρίσουν τη γλύκα του φιλιού και τον έρωτα που «σταματά το χρόνο».

Μετά τον αγώνα του ΔΣΕ, ακολούθησε η πολιτική προσφυγιά - κυρίως στη Ρουμανία - για δεκαεννιά έτη, από τα πλέον δημιουργικά της ζωής του.

Το 1962 τού απονέμεται το Πρώτο Βραβείο του Ελληνικού Κρατικού Θεατρικού Οργανισμού, και ανοίγει έτσι ο δρόμος για τον επαναπατρισμό του, που επικυρώθηκε με κυβερνητική απόφαση του 1966, αλλά υλοποιήθηκε το 1968.

Η επιστροφή του κατά τη διάρκεια της χούντας σήμανε - για ακόμα μια φορά - μια ζωή μέσα στο κυνηγητό και την παρανομία. Αρχικά συλλαμβάνεται και αργότερα αφήνεται ελεύθερος, αφού πρώτα του αφαιρούνται η ελληνική ιθαγένεια και το δικαίωμα προς εργασία.

Αδυνατώντας να εκδώσει οποιοδήποτε έργο του, κερδίζει το ψωμί του γράφοντας με ψευδώνυμα επιτυχημένες σειρές για το ραδιόφωνο («Το σπίτι των ανέμων» κ.ά.) αλλά και βραβευμένες διαφημίσεις, την αμοιβή των οποίων εισέπρατταν γνωστοί και φίλοι για λογαριασμό του.

Μετά την πτώση της χούντας, συνεχίζει την πετυχημένη δουλειά σε ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές σειρές, ενώ το 1974 εκδίδει το πρώτο βιβλίο του στην Ελλάδα, την ποιητική συλλογή «Ρεπορτάζ για ένα ζεστό Νοέμβρη», που γράφτηκε μέσα στην καρδιά των γεγονότων του Πολυτεχνείου και αρχικά μοιράστηκε σε χειρόγραφα από χέρι σε χέρι.

Το 1976 μετακομίζει στην Καλλιθέα όπου θα μείνει μέχρι το τέλος της ζωής του. Θα στηρίξει τη δημιουργία του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου και θα αφιερωθεί στη διαπαιδαγώγηση της νεολαίας.

Παρά τις απίστευτες δυσκολίες, την παρανομία και τα οικονομικά προβλήματα, η λογοτεχνική παραγωγή του Ρεντή είναι εξαιρετική τόσο σε όγκο όσο και σε ποιότητα, αφού αποτελείται συνολικά από 32 εκδομένα έργα, 15 ανέκδοτα, 21 ποιητικές συλλογές, 24 θεατρικά, 50 μονόπρακτα, σενάρια για πολλές ταινίες και τηλεοπτικές σειρές, 10 ραδιοφωνικές εκπομπές με 1.000 συνολικά επεισόδια και 22 τηλεοπτικές εκπομπές.

Αναπόσπαστο κομμάτι του έργου του η δημοσιογραφία μέσω της μακροχρόνιας συνεργασίας του με το «Ριζοσπάστη» και τον «902» και η απλόχερη βοήθειά του σε πολλούς νέους δημοσιογράφους.

Η πένα του αναμετρήθηκε με όλους όσοι ήθελαν να βάλει το ΚΚΕ «λίγο νερό στο κρασί του», να χάσει δηλαδή την επαναστατική του ψυχή.

Τιμήθηκε πολλές φορές για το έργο και την ανεκτίμητη προσφορά του. Ανάμεσα στα βραβεία αυτό της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Δημοκρατικών Νεολαιών, το Πρώτο Κρατικό Βραβείο Ποίησης στη Ρουμανία και το Πρώτο βραβείο του Ελληνικού Κρατικού Θεατρικού Οργανισμού για το έργο του «Νεκρή Γραμμή» το 1962 και εκ νέου από το Φεστιβάλ Ιθάκης το 1980 και από το Πανεπιστήμιο Αθηνών το 1993. Επίσης, έλαβε το πρώτο βραβείο «Κώστα Ελευθερουδάκη» για το παιδικό βιβλίο «Το πιο παράξενο ταξίδι».

Ηταν ο άνθρωπος που έγραψε το «Σαν ατσάλινο τείχος», το «Παιδιά σηκωθείτε», το «Βροντάει ο Ολυμπος και πάλι» για τον ΔΣΕ και το τραγούδι για τον Νίκο Μπελογιάννη.

Στη διαθήκη του, με την οποία άφησε όλο του το έργο στο Κόμμα, έγραψε πως «ο δημιουργός, όπως με δίδαξε το ΚΚΕ δεν μπορεί να μένει κλεισμένος στους τέσσερις τοίχους, παρατηρητής και "κριτής", αλλά ν' αγωνίζεται στα πεζοδρόμια, τον ίδιο αγώνα της εργατικής τάξης και του λαού».

Ο κομμουνιστής λογοτέχνης, Δημήτρης Ραβάνης - Ρεντής με τα χέρια του ποτισμένα από τον ιδρώτα του ανθρώπινου μόχθου, μια στάλα τρίμμα πιπεριάς και την αψιά μυρωδιά της μπαρούτης, αγωνίστηκε στον ίδιο αγώνα της εργατικής τάξης και του λαού.

Ν. Α.

Τετάρτη, 24 Δεκεμβρίου 2014

Κάλαντα εξορίας ― Χριστούγεννα του 1948


Χριστός γεννάται σήμερον εδώ στην εξορία
αλλά με τρόπο ανώμαλο και με ταλαιπωρία
γιατί σαν το έμαθε ο «Βαν Φλιτ» έγινε θηριώδης
κι αφρίζων και μαινόμενος σαν βασιλεύς Ηρώδης
συνέλαβε αυτοστιγμεί χωρίς κανέναν λόγον
τον Ιωσήφ, την Παναγιά, την φάτνη των αλόγων
και τελικά της γένεσης εφέτος το μυστήριον
συνετελέσθη στου σχολειού μέσα το κρατητήριον!

Καλήν εσπέραν άρχοντες κι αν είναι ο ορισμός σας
Χριστού την Θείαν γένεση να πω στ' αρχοντικό σας
Καλήν εσπέραν άρχοντα γέρο Κατσουλιδάκη
που με την άλλη αλεπού, με τον Παπουτσιδάκη
κι οι δυο χριστουγεννιάτικα κι oι δυο πάνω στην ώρα
ήρθατε στους εξόριστους σαν μάγοι με τα δώρα
κι αντί λιβάνου και χροσού, αντί χαράς κι ελπίδας
φέρατε ως δώρο την γνωστή περικοπή μερίδας...

Χριστός γεννάται σήμερον εν Βηθλεέμ τη πόλη
οι ουρανοί αγάλλονται, χαίρει η κτίση όλη
και τα φτωχά στομάχια μας αγάλλονται επίσης
γιατί ύστερα από βάσανα και πόνους και στερήσεις
θα κάνουμε Χριστούγεννα με μια γενναία μάσα
ογδόντα δράμια χοιρινό μαγειρευτό με πράσα!

«Το 1946 στήθηκε στον Αϊ-Στράτη ένα από τα πρώτα μεταπολεμικά Στρατόπεδα Συγκέντρωσης των αντιφρονούντων στο καθεστώς. Ακολούθησαν δεκαπέντε χρόνια κράτησης χωρίς δίκη και καταδίκη. Δεκαπέντε ατέλειωτα χρόνια, να οργανώσουμε τη ζωή μας, να ανεβάσουμε το μορφωτικό-πολιτιστικό μας επίπεδο.

Όσο φουντώνει ο εμφύλιος πόλεμος τόσο αυξάνουν και οι πολύωρες καταμετρήσεις, καψόνια, έρευνες, ξυλοδαρμοί, κρατητήρια. Σύντροφοί μας,  αγωνιστές της Αντίστασης, φεύγουν για πάντα από το πλάι μας,  ν’ αντιμετωπίσουν στρατοδικεία κι εκτελεστικά αποσπάσματα.

Τις ζοφερές επιπτώσεις του εμφυλιοπολεμικού κλίματος και τις δυσοίωνες προοπτικές μιας επικείμενης μεταγωγής μας στο Μακρονήσι, τις αντιπαλεύουμε με το χιούμορ, το καλαμπούρι, το πείραγμα. Με τους στίχους και τις γελοιογραφίες που φιλοξενεί (με άμεσο κίνδυνο για τη ζωή μας) το παράνομο στρατοπεδικό μας περιοδικό.»

Γιώργος Φαρσακίδης

Τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα δημοσιεύτηκαν στο παράνομο στρατοπεδικό περιοδικό των εξορίστων του Αη Στράτη. Περιέχονται στο βιβλίο του αγωνιστή εικαστικού καλλιτέχνη και συγγραφέα Γιώργου Φαρσακίδη Πολιτιστικά και ευτράπελα από τα στρατόπεδα εξορίστων που κυκλοφόρησε πριν λίγες βδομάδες.

Στη φωτογραφία: Κάρτα που φιλοτέχνησε  εξόριστος   και βρίσκεται στο Μουσείο Δημοκρατίας  Άγιος Ευστράτιος (δωρεά Α. Κούρου).

Τρίτη, 23 Δεκεμβρίου 2014

ΑΝΝΑ ΜΠΟΥΡΑΝΤΖΗ ΘΩΔΑ: “Ευτυχία Πρίντζου”

Ευτυχία Πρίντζου

Τον Ιούλιο, ακούμπησαν σπονδές τα μαλλιά σου στο χώμα
και του μίσους το πρόσωπο κέρωσε.
Μια δέσμη ήλιου
φλόγισε τα λουλούδια στο Σταυράκι
και μοιρολόγησαν σα μάνες
γοερά οι αχτίδες της.
Αυτές οι αχτίδες
ορμήνεψαν τη γη να βλαστήσει
και παπαρούνες χιλιάδες ξεπλήρωσαν το χρέος τους,
μέσα στις αρτηρίες του αιώνα
που κυλά αίμα ιερό
κι ακούν τα ελάφια της μνήμης τον αγέραστο άνεμο
π’ όλο λικνίζει κι όλο ποτίζει τη συγκομιδή.
Εκεί άνθισαν κρίνα
που κράτησαν με πείσμα τον καρπό
και τα λιθάρια διάβασαν της λεβεντιάς τον όρκο
ανοίγοντας μια θύρα στον ορίζοντα.
Παρθένες ώρες,
σεργιάνι βγήκαν στον ουρανό με φλογέρες
κι έκλαψαν τα μάτια της Πίνδου
καθώς μια ομίχλη τα σκούπιζε
δορυφορούσα.

(Νέα Μάκρη)

ΑΝΝΑ ΜΠΟΥΡΑΝΤΖΗ ΘΩΔΑ

(Η Ευτυχία Πρίντζου, φιλόλογος της Ζωσιμαίας Σχολής, υπήρξε μια μαρτυρική μορφή των Γιαννίνων, δούλεψε σκληρά για την Αντίσταση, φυλακίστηκε και εκτελέστηκε μετά από μια δίκη σκοπιμότητας, με στρατοδίκη τον Παττακό, που έγινε στα Γιάννενα για 114 πατριώτες. Το 1948 είχε καταδικαστεί πεντάκις σε θάνατο. Μετά από φριχτά βασανιστήρια οδηγήθηκε στο εκτελεστικό απόσπασμα στο Σταυράκι μαζί με άλλους 16 πατριώτες ― Α. Μπ. Θ.)


Το δημοσιεύτηκε ως ανέκδοτο στο περιοδικό ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ, αρ. τεύχους 24, Οκτώβρης 1985.

Αφιέρωμα στην Ευτυχία Πρίντζου μπορείτε να δείτε εδώ.

Σάββατο, 20 Δεκεμβρίου 2014

«Η ίδια η εποχή μας οδηγεί στην πολιτική τέχνη» ― Μια συνέντευξη με τον Φώντα Λάδη


Το τραγούδι ο «Φασισμός» του Φώντα Λάδη, σε μουσική Θάνου Μικρούτσικου, αποδεικνύεται ότι παραμένει επίκαιρο 36 χρόνια μετά από τότε που ο ποιητής έγραψε τους στίχους. Ο «Ριζοσπάστης» μίλησε γι' αυτό με τον Φώντα Λάδη, ο οποίος έχει δώσει μερικά από τα σημαντικότερα εργατικού περιεχομένου τραγούδια, όπως το: «Λιώνουν τα νιάτα μας», «Το δέντρο», «Πάγωσ' η τσιμινιέρα», «Στη δουλειά και στον αγώνα»...

-- «Το φασισμό βαθιά κατάλαβέ τον, δεν θα πεθάνει μόνος τσάκισέ τον...». Πριν από 36 χρόνια γράψατε αυτούς τους στίχους που έχουν σημαδέψει το λαό μας, την εργατική τάξη και την πάλη τους ενάντια στο φασισμό και τις αιτίες που τον γεννούν. Σήμερα, εξακολουθούν να είναι επίκαιροι.....
-- Ηταν σίγουρα μια ευτυχής στιγμή όταν γράφτηκε αυτό το ποίημα, κι αυτό φαίνεται από το αποτέλεσμα. Αν ξαναήρθε ακόμα περισσότερο στη επικαιρότητα εξαιτίας της συζήτησης για την ...πατρότητά του, αυτό είναι συγκυριακό και δευτερεύον. Συχνά έχω πει, πως σημασία έχει να ακούγονται οι στίχοι και όχι το να αναφέρεται το όνομα του ποιητή. Γι' αυτό δεν είχα ποτέ παρέμβει στο διαδίκτυο -απ' όπου ξεκίνησε αυτή η σύγχυση και οι σχετικές συζητήσεις- για να δηλώσω ή να τονίσω πως οι στίχοι είναι δικοί μου. Θα ήταν κάτι υπερβολικό. Ασε, που με κολάκευε στην αρχή να με μπερδεύουν με τον ...Μπρεχτ. Η στιγμή ωστόσο γι' αυτή τη διευκρίνιση έφτασε, μιας και -με την εγκληματική δράση της Χρυσής Αυγής και τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα- οι στίχοι έγιναν και πάλι τραγικά επίκαιροι.

-- Πιστεύετε ότι ο φασισμός μπορεί να ξαναζωντανεύει και να απειλεί, μέσα σε κάποιες συνθήκες, αν δεν ξεριζωθούν οι κοινωνικές και οι πολιτικές αιτίες που τον γεννούν;
-- Αν δεν το πίστευα, δε θα είχα γράψει αυτό τον στίχο πριν από 36 χρόνια. Μετά τη δραστηριοποίηση των νεοναζί στην Ελλάδα, το πιστεύω ακόμα περισσότερο. Αν δεν απαλειφθούν οι αιτίες που τροφοδοτούν το φασισμό και το ναζισμό, είναι πιθανό -ακόμα κι αν κοπούν κάποια από τα κεφάλια της Λερναίας Υδρας- να ξαναδούμε παρόμοια φαινόμενα και στο μέλλον. Αυτό θα γίνει, αν το σύστημα, μέσα στην κρίση του, δε βρει άλλες μορφές για να διατηρήσει την κυριαρχία του. Αυτό, βέβαια, δε γίνεται μηχανιστικά, πάντα -ή μόνο- βάσει προδιαγεγραμμένων σχεδίων. Το θεριό τρέφεται αυτόματα από την εξαθλίωση στην οποία οδηγούνται τα λαϊκά στρώματα και από την απελπισία που την συνοδεύει. Τη λύση όμως ποτέ δεν μπορεί να την δώσει ένα καινούριο πρόβλημα.

-- Στο πλαίσιο της Εκθεσης «Ανθρωποι Χρώμα + Σίδερο» που διοργανώνουν σωματεία και Λαϊκές Επιτροπές στη Ναυπηγοεπισκευαστική Ζώνη στο Πέραμα, έχει προγραμματιστεί για σήμερα Κυριακή, συναυλία με τίτλο τους στίχους σας. Τι έχετε να πείτε σ' αυτούς τους ανθρώπους;
-- Θυμίζω απλώς τους στίχους του τραγουδιού: «Οι μάσκες του με τον καιρό αλλάζουν, μα όχι και το μίσος του για μένα». Η τέχνη είναι ένα πολυσύνθετο και πολύπλευρο φαινόμενο. Ετσι κι αλλιώς, μπορούμε να τραγουδήσουμε τα πιστεύω μας με χίλιους τρόπους. Ξεκινώντας από ένα λουλούδι, διηγούμενοι μια ιστορία αγάπης, σατιρίζοντας μια κατάσταση, αφηγούμενοι μια παραβολή και ούτω καθ' εξής. Εδώ ξαναβρίσκουμε μπροστά μας τον Μπρεχτ. Αναφέρομαι στο κλασικό κείμενο του «Πέντε δυσκολίες για να γράψει κανείς την αλήθεια».

-- Στη δεκαετία του '70, σε μια ατμόσφαιρα που στιγματιζόταν από την εμπειρία της χούντας, τις δικτατορίες της Λατινικής Αμερικής και τις βομβιστικές επιθέσεις πρωτοεμφανιζόμενων τότε φασιστικών ομάδων, γράψατε μια ενότητα τραγουδιών με τον γενικό τίτλο «Καθημερινός φασισμός». Κάποια από αυτά μελοποίησε ο Γιώργος Τσαγκάρης, αλλά δεν είχαν την τύχη να βγουν σε δίσκο. Σκέφτεστε να κάνετε κάτι μ' αυτό το υλικό;
-- Πρόκειται για 30 περίπου ποιήματα, που τα περισσότερα σκιτσάρουν καταστάσεις από τη δικτατορία στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες στη δεκαετία του '60 και του '70 αλλά και από τη δράση νεοφασιστικών ομάδων, την επιβίωση φασιστικών καταλοίπων στην Ισπανία, καθώς επίσης και κάποιες μορφές του συστήματος που μπορεί κανείς να τις ονομάσει «καθημερινό φασισμό». Καμιά δισκογραφική εταιρεία δε θέλησε να βγάλει αυτά τα τραγούδια. Ωστόσο, έστω και σαν στίχοι, χωρίς την επιπρόσθετη δύναμη της μουσικής, νομίζω πως δείχνουν αρκετά και μπορεί να βοηθήσουν, εμάς να θυμηθούμε, και τους νεότερους να καταλάβουν πώς φτάσαμε διαδοχικά ως εδώ. Θα βγουν, λοιπόν, σύντομα σε ένα μικρό βιβλίο από τις εκδόσεις «Μετρονόμος». Αυτό είχε αποφασιστεί και ξεκινήσει πολύ πριν από τις πρόσφατες εξελίξεις.

-- Το πολιτικό τραγούδι, ως τραγούδι αντίστασης και διαρκούς πάλης ενάντια σε κάθε μορφή πολιτικής και κοινωνικής αδικίας, υπάρχει σήμερα;
-- Σίγουρα υπάρχουν δείγματα πολιτικού τραγουδιού στο μεσοδιάστημα από τις δεκαετίες αυτές ως σήμερα. Η ζωή προχωράει. Ωστόσο, υπάρχει μια εμφανής μείωση της παρουσίας του πολιτικού τραγουδιού. Κυρίως είναι φανερή η έλλειψη της εκρηκτικής εκείνης ενότητας πολιτικού και πολιτιστικού στοιχείου, που χαρακτήρισε τη δεκαετία του '60. Γι αυτό «καταφεύγουμε» κάθε τόσο, ίσως υπερβολικά, σε παλαιότερα τραγούδια. Ωστόσο, όλα δείχνουν ότι επιστρέφουμε στις μεγάλες στιγμές και στα μεγάλα γεγονότα. Ζούμε μια εποχή δημιουργική, που ίσως δώσει και καλλιτεχνικά δημιουργήματα αντίστοιχα. Η εποχή είναι τέτοια που θα πολιτικοποιήσει την τέχνη. Προσωπικά το ελπίζω...

-- Τι άλλο ετοιμάζετε;
-- Τα τελευταία χρόνια το έργο μου είναι κυρίως πεζογραφικό. Ετοιμάζω, λοιπόν, παράλληλα δυο - τρία βιβλία πεζογραφίας. Κάποια βιβλία μου κυκλοφόρησαν και στο εξωτερικό: το θεατρικό-ποιητικό έργο «Ο Νέος των Αθηνών», που εκδόθηκε στη Γαλλία, τα διηγήματά μου «Μπίρα και γρεναδίνη» που βγήκαν στα σέρβικα, ενώ σύντομα θα κυκλοφορήσουν στα κινέζικα, από τις εκδόσεις του Πανεπιστημίου της Χουνάν, τα ποιήματά μου «Διαδρομές στην Αθήνα», που ήδη έχουν βγει σε άλλες τρεις γλώσσες. Τέλος, σκέφτομαι να συγκεντρώσω για έκδοση όλους τους στίχους τραγουδιών που έχω γράψει.

Σοφία Αδαμίδου
(Δημοσιεύητηκε στο Ριζοσπάστη - 13/10/2013)

Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2014

Η Γεωργία Λαδογιάννη γράφει για τον «άγνωστο Βάρναλη»

Σαν σήμερα, στις 16 Δεκέμβρη του 1974 έφυγε από τη ζωή ο Κώστας Βάρναλης. Εκπαιδευτικός, ποιητής, κριτικός, δημοσιογράφος, ο κομμουνιστής Κ. Βάρναλης στρατεύτηκε με την πένα του και τη δράση του στην υπόθεση της εργατικής τάξης, αγαπήθηκε, τιμήθηκε  και τραγουδήθηκε από το λαό.

Το εξαιρετικό βιβλίο του Ηρακλή Κακαβάνη “Ο άγνωστος Βάρναλης και 19 αδημοσίευτα ποιήματά του” αποτελεί πια σημείο αναφοράς για όσους επιθυμούν να προσεγγίσουν το έργο αλλά και τη ζωή του Κ. Βάρναλη έξω από τα πολυπερπατημένα μονοπάτια της ευκολίας και της αναπαρωγής στερεοτύπων, και έχει απασχολήσει και άλλες φορές στο παρελθόν τις σελίδες της "στηθάγχης".

Σήμερα παρουσιάζουμε την κριτική-παρουσίαση της καθηγήτριας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων κ. Γεωργίας Λαδογιάννη που  δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Θέματα Παιδείας (τ. 51-52).


Ηρακλής Κακαβάνης: “Ο άγνωστος Βάρναλης και 19 αδημοσίευτα ποιήματά του” – Εκδόσεις Εντός, Αθήνα 2012.

Η έκδοση ξαφνιάζει θετικά  τους φιλολόγους που το θέμα Βάρναλης τους έχει απασχολήσει πολλά χρόνια, είτε ως αντικείμενο διδασκαλίας είτε της έρευνας. Και αυτό οφείλεται, πρώτα, στο σημαντικό υλικό που παρουσιάζει η έκδοση, αλλά και στη σοβαρή εργασία του μελετητή, άγνωστου ως τώρα στη βιβλιογραφία Βάρναλη. Δύο προηγούμενες  εργασίες του κ. Ηρακλή Κακαβάνη (Ο δαίμων του τυπογραφείου, 2008, και η εισαγωγή στο Λεύκωμα Ομήρου Ιλιάδα  με λιθογραφίες του H. Motte, 2008) φανέρωναν τον ανήσυχο ερευνητή και τον ευαίσθητο φιλόλογο. Οι αρετές αυτές τού χρειάστηκαν με το παραπάνω στην παρούσα εργασία. Όμως  στον Αγνωστο Βάρναλη οι φιλολογικές απαιτήσεις, που έθεσε ο ίδιος ο μελετητής, είναι μεγάλες. Χρειάστηκε καλή γνώση της βιβλιογραφίας Βάρναλη και ιδιαίτερα της εκδοτικής ιστορίας και των διαδρομών που έχουν κάνει τα ποιήματά του, σε έντυπα, συλλογές, επαναδημοσιεύσεις.

Ο Βάρναλης του H. Κακαβάνη (H.K.) είναι «ο άγνωστος», γιατί ο μελετητής του προβαίνει στην ανασύσταση του ποιητή και διανοούμενο Βάρναλη επανελέγχοντας ό,τι ήταν γνωστό και αξιολογώντας από το Αρχείο του ό,τι έκρινε πως ωφελεί την ιστορία της λογοτεχνίας χωρίς να προσβάλλει τη βούληση του ίδιου του ποιητή, που την ξέρουμε από το άρθρο «Καταλοιποθήραι» (1942). Το άρθρο το παραθέτει ο H.Κ.  από το αρχείο της εφημερίδας Πρωία και σε αυτό ο Βάρναλης έθετε το γενικότερο ζήτημα για τα όρια της φιλολογικής έρευνας σε σχέση με την προσωπικότητα του ποιητή
και του ανθρώπου. Ο μελετητής θέτει τις απόψεις αυτές ως όρια για τη δική του εργασία, όταν αποφασίζει να αξιοποιήσει μέρος του αρχείου.  

Ο Η.Κ. τα είδε όλα από την αρχή. Έκανε έναν πολύμοχθο και λεπτολόγο επανέλεγχο σε ό,τι αφορά στον ποιητή: το Αρχείο του Βάρναλη, τα έντυπα που συνεργάστηκε -και ανάμεσά τους εξαιρετικά σπάνια φύλλα λογοτεχνικών περιοδικών-, τις εκδόσεις που γίνανε όσο ζούσε και εκείνες μετά τον θάνατό του, τις δημοσιεύσεις ποιημάτων από τον ίδιο ή από άλλους, εργοβιογραφικές εργασίες και προηγούμενες εκδόσεις αρχειακού υλικού. Ο επανέλεγχος και η συγκέντρωση του νέου υλικού αξιοποιείται στη διασταύρωση στοιχείων, π.χ. για τις διαφορετικές μορφές στις οποίες έχουμε τα κείμενα, και στην τεκμηρίωση χρονολογιών που μερικές φορές ακόμα και οι αβλεψίες περνούσαν ως φιλολογικό δεδομένο με συνέπειες στην ερμηνεία της ποιητικής προσωπικότητας του Βάρναλη.

Αξίζει να δώσουμε το παράδειγμα από το πολύ σημαντικό ποίημα «Το φεγγάρι», δημοσιευμένο στην Ηγησώ, 1907,  που εξακολουθούσε όμως να θεωρείται ποίημα του 1927, σε εποχή δηλαδή όπου το ποιητικό περιβάλλον του Βάρναλη, με όριο αφετηρίας Το Φως που καίει, έχει αλλάξει ριζικά και με τους Σκλάβους Πολιορκημένους (1927) να έχει περάσει σε μια δημιουργηκή αναχώνευση και σύνθεση της μαρξιστικής ιδεολογίας και της σολωμικής παράδοσης. Το ποίημα εκείνο, ωστόσο, αντιπροσωπευτικό του καλύτερου λυρισμού της πρώτης περιόδου εμπεριέχει και τους ποιητικούς θύλακες που θα αναπτυχθούν στο μεταγενέστερο έργο. Η ορθή χρονολόγησή του αλλάζει την ερμηνευτική συμβολή του ποιήματος. 

Χαρακτηριστικό της νέας ματιάς του Η. Κ. είναι και το  χρονολόγιο Βάρναλη. Δεν είναι μια συνηθισμένη παράθεση βιογραφίας δίπλα από μια χρονολογία, αλλά είναι ένας πρωτότυπος τρόπος, όπου η κάθε χρονία σημαδεύεται συνοδευόμενη από την παράθεση κειμένων, είτε γραμμένων στον συγεκριμένο χρόνο είτε αναφερόμενων σε αυτόν. Με τον τρόπο αυτό έχουμε την ανασύσταση της πορείας που διαγράφει η συγγραφική δραστηριότητα του διανοούμενου Βάρναλη. Το αποτέλεσμα είναι να παρακολουθούμε βήμα βήμα το ξετύλιγμα της δημιουργικής και της γενικότερης πνευματικής δράσης μιας προσωπικότητας που χάραξε με το έργο του τον πολιτισμό του 20ού αιώνα και σηματοδότησε την ανταπόκριση της διανόησης, καθώς και την αισθητική της συγκίνηση απέναντι στο κίνημα για κοινωνική απελευθέρωση και δικαιοσύνη.

Ο κομμουνιστής Βάρναλης αποτελεί κεφάλαιο και η επιστήμη που δεν φοβάται δεν το κρύβει ούτε λοξοδρομεί για να το παρακάμψει. Η επιστημονική υπευθυνότητα της εργασίας του  Η.Κ. κρίνεται και σε αυτό το σημείο. Ο μελετητής προβάλλει τις πλευρές του αγωνιστή ποιητή και διανοούμενου που έχουν ατονήσει στη συνείδηση της νεότερης γενιάς, στην οποία ανήκει και ο ίδιος. Και αυτό είναι ένα από τα σημαντικά στοιχεία της παρούσας έκδοσης. Το κεφάλαιο «Ο δημοτικιστής Βάρναλης» περιέχει κείμενα που δεν πρέπει να αγνοεί κανένας μαθητής ή φοιτητής, τουλάχιστον. Είναι μέρος αναπόσπαστο της γενικότερης ιστορίας, της ιστορίας της γλώσσας, της εκπαίδευσης και της ελληνικής διανόησης. Ιδιαίτερα, η διανόηση της αριστεράς του μεσοπολέμου είναι εκείνη που σήκωσε μεγάλο μέρος του γλωσσο-κοινωνικού αγώνα. Ο Βάρναλης, που επιπλέον είναι και με το ΚΚΕ –όπως και ο Δ. Γληνός και η Ρ. Ιμβριώτη που βρέθηκαν στο μάτι του κυκλώνα- θα χάσει για πάντα τη δουλειά του (οριστική απόλυση 1926), μέσα στο φανατισμό και τη μισαλλοδοξία των Μαρασλειακών (1925), μιας περιόδου που ετοιμάζει το έδαφος για το «Ιδιώνυμο» (1929) και για τη δικτατορία του Μεταξά (1936). Οι αντίστοιχες σελίδες του βιβλίου προσφέρουν πολυτιμότατο υλικό που σχεδόν εξαντλούν από την άποψη του αρχειακού υλικού το θέμα. 

 
Η αντίδραση –κοινωνική και πολιτική, κύκλοι του Τύπου, της εκκλησίας και εγκάθετων φορέων-  στις δύο δεκαετίες του μεσοπολέμου και ιδιαίτερα μετά το 1925, φτιάχνει ανοιχτό αντικομμουνιστικό μέτωπο. Τον Βάρναλη τον έχει για σύμβολο για να χτυπηθεί η τέχνη, η ελευθερία της σκέψης και η ελευθερία του λόγου, για να συκοφαντηθούν διανοούμενοι με κοινωνική ευαισθησία και να τρομοκρατηθούν οι υπόλοιποι, για να δημιουργηθεί το διχαστικό ιδεολόγημα τι είναι «εθνικό» και τι «αντεθνικό». Όπως είπαμε, το έδαφος στρώνεται για τις πολιτικές της φασιστικής διολίσθησης του αστικού φιλελευθερισμού της δεκαετίας του 1930. Ο ποιητής θα είναι και από τους πρώτους διανοούμενους (μαζί με τον Γληνό) που εξορίζονται.

Η πένα του Βάρναλη, ωστόσο, δεν χαριζόταν. Στα αδημοσίευτα κείμενα που παρουσιάζει ο Η.Κ. ανήκει και ένα καταπληκτικής σατιρικής ευστοχίας και αισθητικής ευφορίας κείμενο, γραμμένο στο περιθώριο της διαμάχης με τον πρώην συνοδοιπόρο σε θέματα γλώσσας και εκπαίδευσης Αλέξανδρο Δελμούζο, αλλά και με τον Γιάννη Αποστολάκη, στη μεταφυσική κριτική του οποίου απαντούσε με το δοκίμιο Ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική (1925). Πρόκειται για το θεατρόμορφο «Ο Αντρας και η Γυναίκα. Λόγια και Πράξις. Ενας Διάλογος υπό Κ. Βάρναλη» (σ. 200 κ.εξ.), που πολύ σωστά ανασύρει από το Αρχείο ο Η.Κ. Στις ιδιαιτερότητες του βιβλίου θέλω να υπογραμμίσω και ένα γεγονός που είναι ενδεικτικό των νέων μέσων και της επωφελούς χρήσης τους, που μπορούν να βοηθούν και τη φιλολογία. Εννοώ, εδώ, τη συνεργασία του φιλολόγου Η.Κ. με μπλόγκερς. Ο μελετητής έχει ψάξει και αυτόν τον χώρο και έχει συνεργαστεί για τις δημοσιεύσεις και για τις εκδοχές γραφής πολλών ποιημάτων. Ενδεικτική είναι η περίπτωση της συνεργασίας με το μπλογκ του Νίκου Σαραντάκου (σ. 40). 

Σημαντική θέση μέσα στο βιβλίο έχουν οι αναφορές στον κριτικό και στον μεταφραστή Βάρναλη. Οι μεταφράσεις του τόσο από κείμενα της αρχαίας μας Γραμματείας όσο και από της ξένης λογοτεχνίας σημαίνουν πολλά πράγματα για τον πολιτισμό μας και πρώτα της γλώσσας. Γιατί οι μεταφράσεις, ειδικά του αρχαίου δράματος, έχουν ακουστεί από τις παραστάσεις του Εθνικού, που τις χρησιμοποίησε, και αυτό σημαίνει ότι είχαν την ευκαιρία να επηρεάσουν κι άλλους μεταφραστές. Ύστερα, δεν είναι οι μεταφράσεις του Βάρναλη μια «τεχνική» γλώσσα. Είναι γλώσσα που έχει προκύψει μετά από πολύχρονη τριβή της με τον λυρισμό, και με αυτή την σκευή έρχεται να συναντήσει τον γλωσσικό πολιτισμό άλλων εποχών ή χωρών. Στην ιστορία του γλωσσικού μας πολιτισμού, ο Βάρναλης κληροδοτεί και τη γλώσσα που ενσωματώσει τα προβλήματα που αντιμετώπισαν οι ποιητές άλλων εποχών και άλλων περιβαλλόντων, άλλων πολιτισμών, άλλων νοοτροπιών και άλλου στοχασμού.Το μεταφραστικό έργο του Βάρναλη μας δείχνει και την ευρύτητα και την ποιότητα της δικής του πολιτισμικής επικοινωνίας. Ας απαριθμήσουμε τις μεταφράσεις του: Μολιέρος, Φλωμπέρ, Ευριπίδης, Σοφοκλής, Αριστοφάνης, Ξενοφώντας, παραμύθια και δημοτικά τραγούδια, λαϊκά, της Κίνας, παραμύθια από βαλκανικούς και από άλλους λαούς. Έπειτα, το γεγονός ότι οι μεταφράσεις του οι θεατρικές ακόμα χρησιμοποιούνται στο θέατρο, σημαίνει ότι η γλώσσα του ανταποκρίνεται στις δικές μας αναπαραστατικές απαιτήσεις.

Κλείνοντας, να αναφέρουμε τη δημοσίευση στο βιβλίο του Η.Κ. μεγάλου αριθμού  συνεντεύξεων που έδωσε ο ποιητής σε διάφορες εποχές. Τις βρίσκουμε στο βιβλίο συγκεντρωμένες, αφού ο ερευνητής έψαξε για πολύ καιρό σε πολλά και σπάνια έντυπα. Σε αυτές (όπως και στις «Επιστολές από την εξορία», σ. 227 κ.εξ.) ακούμε τον ίδιο τον Βάρναλη να μας μιλά και σκέφτομαι πώς έχουμε κείμενα που συγκροτούν μια μορφή αυτοβιογραφίας, κοντά στην «επίσημη» αυτοβιογραφία του. Νομίζω ότι αυτό το υλικό προσφέρεται και για μια θεατρική του αξιοποίηση, για έναν  θατροποιημένο αυτοβιογραφικό (πολυγλωσσικό) μονόλογο.

Τελειώνω με μια σκέψη σχετικά με όσα ποιήματα άφησε «αδημοσίευτα» ο Βάρναλης. Θα έλεγα πως πρόκειται για ποιήματα που αποτέλεσαν τα «φαντάσματα» του ποιητή. Δηλαδή όσα ως «αυτοτιμωρούμενος» έπρεπε ο ίδιος να τους επιβάλει την ποινή του σκότους και να μην πάρουν το δρόμο για τη δημοσιότητα. Ποιήματα που τον φέρανε αντιμέτωπο με υπαρξιακά και αισθητικά ζητήματα. Είναι επιτυχημένο το μότο από αδημοσίευτο κείμενο του Βάρναλη που βάζει ο Η.Κ. στο κεφ. «Αγνωστα και ξαναδουλεμένα ποιήματα» (σ. 295) : «Τραγούδι [...] επιθυμία άσβηστη του θανάτου». Θα έλεγα, λοιπόν, ότι ανάμεσά τους υπάρχουν ποιήματα που μας επιτρέπουν να απευθύνουμε ένα παράπονο προς τον ποιητή γιατί μάς στέρησε ποιήματα όπως «Το μυστικό του», «Το Οχι του λαού» ή από στίχους που βγάζουν τον ορχούμενο, παιγνιώντα, μεστό από τρεμάμενη συγκίνηση και από καλλιτεχνική έξαψη αισθησιασμό: Ευρυδίκη μου, Ευρυδίκη,/ να με κάψ’ η Θεία Δίκη,/ αν δε σ’ αγαπώ πιστά./.../Να πλερώνω να σ’ ακώ,/ να πλερώνω να βυθώ/ στης Λησμόνιας το βυθό («Δεν είναι παίξε γέλασε», σ. 306). Το ίδιο:  Με το παίζω, παίζεις, παίζει/ του μπαμπά και της μαμάς,/ ήρθε στο ντουνιά να παίζει/ η κορούλα του Βενέζη («Στην κορούλα του Βενέζη», σ. 307). Επίσης, το ποίημα «Το μυστικό του» (σ. 310), με τον σπαραγμό που δεν βγαίνει ή τη βαθιά ‘ανάγνωση’ που κάνει το «φώς που καίει» στο ψέμα, καθώς αποκαλύπτει: Ποιος είναι κείνος ο λαός, που με καρδιά τσελίκι/ πολέμαγε για λεφτεριά και πέθαινε για νίκη/ μα τούχωναν μπαμπέσικα, τη μαχαιριά στην πλάτη/ του ξένου η αρπάχτρα κάκητα, του ντόπιου η δόλια απάτη (σ. 314).

Το υλικό που συγκεντρώνει και θέτει στη διάθεσή μας ο Η.Κ. ξαναθέτει το εκδοτικό πρόβλημα. Κάνει φανερό ότι μάς χρειάζεται μία έκδοση με φιλολογικό έλεγχο εξαντλητικό πάνω σε όσα νομίζαμε ότι ισχύουν, με τη διασταύρωση των στοιχείων με τις ίδιες τις πηγές τους (Αρχείο, έντυπα πρώτης δημοσίευσης) και με την συμπερίληψη κειμένων (πεζών και ποιητικών) που παρουσιάζει για πρώτη φορά ο Η.Κ. Το βιβλίο είναι μια ουσιαστική συμβολή και οι δυνατότητές της θα ήταν περισσότερες αν αξιοποιούσε πιο αυστηρά τη μέθοδο παρουσίασης του πολύ σημαντικού υλικού.
 
ΓΕΩΡΓΙΑ ΛΑΔΟΓΙΑΝΝΗ
Καθηγήτρια Πανεπιστημίου ιωαννίνων

Δευτέρα, 15 Δεκεμβρίου 2014

"Δυό χρόνια χωρίς τον Άλκη Αλκαίο" - Εκδήλωση μνήμης και τιμής στον Ηπειρώτη ποιητή


Η Πανηπειρωτική Συνομοσπονδία Ελλάδας, ο Σύλλογος Παργινών Αθήνας και η Αδελφότητα Κοκκινιωτών Θεσπρωτίας, προσκαλούν στην εκδήλωση "Δύο χρόνια χωρίς τον Άλκη Αλκαίο", την Παρασκευή 19 Δεκεμβρίου και ώρα 6 μ.μ. στο Πνευματικό κέντρο Ηπειρωτών, (Κλεισθένους 15, 7ος όροφος).
Μια πολιτιστική εκδήλωση μνήμης και τιμής, λόγου και μέλους, για τον Ηπειρώτη ποιητή Άλκη Αλκαίο που τραγουδήσαμε όλοι μας. Τον Άλκη της "Πιρόγας", της "Ρόζας", του "Πρωινού τσιγάρου". Για τον Άλκη Αλκαίο της Πάργας, τον Βαγγέλη Λιάρο της Κοκκινιάς Θεσπρωτίας.

“Ο Βαγγέλης Λιάρος είναι γέννημα της Κοκκινιάς, ο Άλκης Αλκαίος είναι γέννημα- θρέμμα της Πάργας”, έγραφε ο ίδιος, δίνοντας στοιχεία της καταγωγικής του ταυτότητας, περιγράφοντας την Ηπειρώτικη ρίζα του. Αφετηρία αλλά και αέναη επιστροφή η Ήπειρος για τον ποιητή που τραγούδησαμε όλοι μας, μέσα από τις μελοποιήσεις των στίχων του. Στην Ήπειρο “επέστρεψε” για πάντα, στην αγαπημένη του Πάργα, πριν από δύο χρόνια, όταν ξεκίνησε για το ανεπίστρεπτο ταξίδι, στις 10 Δεκεμβρίου 2012.

Τιμώντας τη μνήμη και το έργο του η Πανηπειρωτική Συνομοσπονδία Ελλάδας απευθύνθηκε στους φορείς αποδημίας των τόπων του, στο Σύλλογο Παργινών Αθήνας και την Αδελφότητα Κοκκινιωτών Θεσπρωτίας, συνδιοργανώνοντας από κοινού αυτή την τόσο ξεχωριστή εκδήλωση. Απευθύνθηκε, επίσης, σε όλους τους ανθρώπους του ποιητή, οικογένεια, επιστήθιους φίλους και συνεργάτες. Πολλοί από αυτούς τιμούν με τη συμμετοχή τους την εκδήλωση, φωτίζοντας με τις μαρτυρίες και το λόγο τους μια αυθεντική προσωπογραφία του. Παράλληλα, αναδεικνύεται το έντονο κοινωνικό περιεχόμενο και φορτίο που ελλοχεύει στην ποιητική του γραφή.

Προσωπικές μαρτυρίες καταθέτουν στην εκδήλωση οι Θάνος Μικρούτσικος, Μίλτος Πασχαλίδης, Ηλίας Γεράκης, Θοδωρής Βουρεκάς, Γιώργος Γιάγκας ενώ, ανάμεσά μας θα βρίσκεται ταξιδεύοντας από την Πάργα ο αδελφός του ποιητή Γρηγόρης Λιάρος.

Ο Αλέξης Μάκος θα μας ταξιδέψει στην ποίηση του Άλκη Αλκαίου
με τη σπουδή "Φωτόνια στην παλάμη να κρατάς".

Άλκη Αλκαίο θα τραγουδήσει ο φίλος του ποιητή, γνωστός κι αγαπητός τραγουδοποιός Μίλτος Πασχαλίδης ενώ ο συντοπίτης του ποιητή Λευτέρης Τσάτσης με το συγκρότημά του θα ερμηνεύσουν μερικά από τα πιο γνωστά τραγούδια σε στίχους του ποιητή.

Ο Παργινός Τάσος Καλαφάτης θα ερμηνεύσει τραγούδι του αφιερωμένο στη μνήμη του Άλκη Αλκαίου. Στην εκδήλωση που θα διανθιστεί από ποιητικό αναλόγιο, θα προβληθεί, τέλος, αρχειακό φωτογραφικό και κινηματογραφικό υλικό, αφιερωμένα στον ποιητή.

Ο Αλέξανδρος Λαμπρίδης υπογράφει τη σκηνοθετική επιμέλεια. Η εκδήλωση, σε διοργάνωση του Δ.Σ. της Π.Σ.Ε., συνδιοργάνωση της Αδελφότητας Κοκκινιωτών και του Συλλόγου Παργινών Αθήνας, πραγματοποιείται με ελεύθερη είσοδο, στο πλαίσιο των τόσο πετυχημένων, φετινών εκδηλώσεων. του Πνευματικού Κέντρου Ηπειρωτών.

Το Γραφείο τύπου της ΠΣΕ

Τετάρτη, 10 Δεκεμβρίου 2014

ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΣΥΝΤΡΟΦΟ ΛΕΝΙΝ ― Βλ. Μαγιακόφσκι


Με τις σκοτούρες μας,
ένα σωρό,
στων γεγονότων τη δίνη
πέρασε η μέρα
σιγά σιγά σκοτεινιάζοντας.
Οι δυο μας στο δωμάτιο:
Εγώ
κι ο Λένιν ―
εκεί στον άσπρο τοίχο
η φωτογραφία.
Το στόμα ανοιγμένο
στου λόγου το ξάναμμα
αναστραμμένο
του μουστακιού
το βουρτσάκι
μια σκέψη σφιγμένη
μεσ’ στις πτυχές της
πέρα πέρα
στο πελώριο μέτωπο.
Σαν
από κάτω
χιλιάδες να διαβαίνουν…
σημαίες, δάση…
τα χέρια-σπαθόχορτα…
Σηκώνομαι,
Χαρούμενη μου ‘ρθε μια σκέψη
να πάω
να τον χαιρετήσω
και να του πω:
«Σύντροφε Λένιν, σας αναφέρω
όχι ιεραρχίες και τέτοια ―
της ψυχής πράματα.
Σύντροφε Λένιν,
μια κόλαση η δουλειά μας
θα γίνει όμως ―
γίνεται πες.
Κάνουμε διαφώτιση
ντένουμε τη φτώχια και τη γύμνια
άνοδο σημείωνα η παραγωγή
σε κάρβουνο και μετάλλευμα.
Κοντά σε τούτα
πλήθος
βέβαια
μέγα πλήθος
από λογής
σκουπιδοτενεκέδες.
Σου βγαίνει η ψυχή
να τους κάνεις πέρα και να ρεύεσαι.
Πολλοί στην απουσία σας
σταυρώσανε τα χέρια.
Πληθαίνουν και πληθαίνουν
τζερεμέδες διάφοροι
βρίθουν εδώ στη γη μας
κι ολόγυρά της.
Αδύνατο
να τους μετρήσεις
και να τους ξεχωρίσεις με ονόματα.
Τύποι
ταινία ολόκληρη από δαύτους
ξεδιπλώνεται
γραφειοκράτες
κουλάκοι
κόλακες
αιρετικοί
μεθύστακες ―
περνάνε και περνάνε
καμαρωτά
φουσκώνοντας τα στήθη
διάστικτα από κοντυλοφόρους
και των επαίνων τα διάσημα.
Εμείς
ασφαλώς
όλους θα τους μπαγλαρώσουμε
μα και πάλι
όλους να τους δέσεις
διαβολικά ‘ναι δύσκολο.
Σύντροφε Λένιν,
στις καπνισμένες φάμπρικες
στη γη
από τα χιόνια σκεπασμένη
κι απ’ των σπαρτών τις καλαμιές
με τη δική σου,
σύντροφε
καρδιά
και τ’ όνομά σου
σκεφτόμαστε
ανασαίνουμε
παλεύουμε και ζούμε!...»
Με τις σκοτούρες μας,
ένα σωρό,
στων γεγονότων τη δίνη
πέρασ’ η μέρα
σιγά σιγά σκοτεινιάζοντας.
Οι δυο μας στο δωμάτιο:
Εγώ
κι ο Λένιν ―
εκεί στον άσπρο τοίχο
η φωτογραφία.

ΒΛ. ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ

-Μετάφραση: Μήτσος Αλεξανδρόπουλος-

[Από το βιβλίο του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου: Ο ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ. ΤΑ ΕΥΚΟΛΑ ΚΑΙ ΤΑ ΔΥΣΚΟΛΑ, εκδ. Γκοβόστη, 2011.]

Πέμπτη, 4 Δεκεμβρίου 2014

Τα πεζογραφήματα του Γιώργου Κοτζιούλα

Πριν από αρκετά χρόνια αν με ρωτούσε κάποιος για τον Γιώργο Κοτζιούλα, το μόνο που ήξερα να του απαντήσω ήταν ο τόπος καταγωγής, η Πλατανούσα Ιωαννίνων , και το Μαστορόπουλο, ποίημα που υπήρχε σε ένα παλιότερο βιβλίο Κειμένων Νεοελληνικής Λογοτεχνίας του Γυμνασίου. Σταδιακά άρχισα να ενδιαφέρομαι για το έργο του  και να ανακαλύπτω  πτυχές του ποιητικού του έργου κυρίως . Μετά έτυχε να διαβάσω ένα κείμενο του ίδιου σε μια παλιά Επιθεώρηση Τέχνης για το Θέατρο στο βουνό.

Ποιητής και πεζογράφος αγνοημένος , με το μεγαλύτερο μέρος του  έργου του σκόρπιο από εδώ και από εκεί. 
 Έγραφε σε ένα ποίημά του:

Θέλω να γράψω ένα βιβλίο, αλλά το κέφι,
που είναι απαραίτητο, δεν έρχεται ποτές.
Η κακοπέραση κατόπι καταστρέφει
κάτι στιγμές που τις θαρρώ ξεχωριστές.
Θα σας μιλούσα εκεί για τη βασανισμένη
ζωή μου, για τα χρόνια τα φοιτητικά`
θα σε φανέρωνα και σένα τότε Ελένη,
με όσα δεν είπα σε κανέναν μυστικά.
Οι νέοι που γράφουν δεν διαβάζονται και τόσο,
πρέπει να φτάσεις στα πενήντα ν’ ακουστείς.
Μα εγώ ως τα τότε πώς αλλιώς θα ξαλαφρώσω,
που δε μου αρέσει πια να λέγομαι ποιητής;
Δεν υποφέρονται άλλο οι στίχοι οι κουδουνάτοι,
αυτά σου τα μαθαίνουν κι οι στιχουργικές.
Είμαστε σύμφωνοι, αναγνώστη ανοιχτομάτη,
πρέπει να λείψουν οι συνθήκες οι κακές.[1]



 Μετά από πολλά χρόνια κυκλοφόρησε ένα βιβλίο όχι με ποιήματα αλλά  με πεζά του Γιώργου Κοτζιούλα. « Πικρή ζωή και άλλα πεζογραφήματα» είναι ο τίτλος του και εκδόθηκε μετά από το ενδιαφέρον που έδειξε ο συγχωριανός και συγγενής του Κοτζιούλα Κώστας Αθανασούλας, ο οποίος και ανέλαβε εξ ολοκλήρου τη δαπάνη της έκδοσης.
 Την εισαγωγή, την επιμέλεια και το σχολιασμό έκανε η φιλόλογος Σωτηρία Μελετίου, η οποία σε έναν εκτενή πρόλογο σκιαγραφεί το Γιώργο Κοτζιούλα και τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της γραφής του προκειμένου να προσεγγίσουμε καλύτερα το έργο του και να καταλάβουμε τις συνθήκες και τα κίνητρα της γραφής του.

Μικρά σχόλια  προηγούνται των κειμένων που μας προϊδεάζουν ως ένα βαθμό , αλλά και πληροφορίες ακολουθούν το τέλος των περισσοτέρων κειμένων, χρονολογικές, εκδοτικές, διευκρινιστικές.

Πρώτα πρώτα δικαιολογεί τον όρο πεζογραφήματα ως δηλωτικό της ποικιλίας του πεζογραφικού έργου του συγγραφέα, το οποίο περιλαμβάνει αρκετά είδη όπως νουβέλα, διηγήματα, πεζοτράγουδα, ταξιδιωτικές εντυπώσεις , λογοτεχνικά χρονογραφήματα φυσιολατρικά κείμενα κ.α.

Εξηγεί πώς αντιλαμβανόταν ο Κοτζιούλας τον όρο διήγημα και τη χρήση του. Το διήγημα, η διήγηση είναι αυτό που δηλώνει η λέξη, δηλαδή μια πραγματική περιγραφή, μια αλήθεια δοσμένη με ήρεμο τόνο, πράο και φυσικό λόγο χωρίς υπερβολές και φτιασίδια που αλλοιώνουν την πραγματική εικόνα των γεγονότων. Τέχνη του διηγήματος είναι η απεικόνιση της πραγματικότητας με τα απλά μέσα του δημιουργού και τις υπερβαίνει μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις όπως είναι οι περιγραφές της φύσης, οι κριτικοί σχολιασμοί και οι στοχασμοί του. Τότε ο πεζογραφικός λόγος του μετασχηματίζεται σε ποίηση.

Υποστηρίζει ότι ο Κοτζιούλας όχι απλά είναι ένας γνήσιος πεζογράφος που κατέχει το λόγο σε όλη του την έκταση, αλλά είναι και ένας συγγραφέας με πρωτοποριακή γραφή και ύφος και μπορεί να χαρακτηρισθεί νεωτεριστής αν και ανήκει στους υπερασπιστές και συνεχιστές της παράδοσης. Επιπλέον θεωρεί ότι εγκαινίασε στην νεότερη πεζογραφία την ηθογραφία της σκοτεινής όψης της ζωής και ότι εισηγήθηκε τον « ηθογραφικό νεορεαλισμό» στην Ελλάδα, επειδή ασχολήθηκε με τους απόκληρους της ζωής, τους ανθρώπους που βρέθηκαν στο περιθώριο, τους φθισικούς, αλλά και τους απλούς , λαϊκούς ανθρώπους  και απέδωσε την καθημερινότητά τους φθάνοντας εκεί που δεν πήγε κανένας άλλος. Οι παραστάσεις του ζωντανές και άμεσες δοσμένες με κατάλληλη γλώσσα και ποικιλία αφηγηματικών τεχνικών.

Τέλος η Μελετίου αναφέρεται στην ιδεολογία του Κοτζιούλα , η οποία επιδιώκει τη χριστιανική ισότητα και την κοινωνική απελευθέρωση με δικαιοσύνη . Προσπάθησε σε όλη του τη ζωή να συνδυάσει το χριστιανισμό με το σοσιαλισμό , στρατευμένος στην υπόθεση ενός καλύτερου κόσμου χωρίς αδικίες και ανισότητες. Ένας πολεμιστής με αιχμηρή πένα που αντιμετωπίζει τις δυσκολίες με στωικότητα και ελπίδα πορευόμενος «εν αγαθότητι».




Το πρώτο κείμενο  είναι η Πικρή ζωή. Μια νουβέλα, στην οποία ο Κοτζιούλας περιγράφει τον τόπο που γεννήθηκε καθώς και τις συνθήκες μέσα στις οποίες μεγάλωσε.  Ξεκίνησε να το γράφει το 1941 αλλά αναφέρεται στην χρονική περίοδο από το 1912 έως το 1925. Ο Κοτζιούλας την εποχή εκείνη ήταν παιδί και γι’ αυτό κυριαρχεί η παιδική ματιά στον τόπο και τους ανθρώπους. Οι σχολιασμοί όμως που παρεμβάλλονται αποκαλύπτουν τον ώριμο αφηγητή.


« Γεννήθηκα σ’ ένα μέρος αποκλεισμένο γύρω γύρω από βουνά. Ράχες κοντινές κι απόμακρες, πλαγιές που σκουροφέρνουν από την αριά και το πουρνάρι, λαγκαδιές με πελώριες πέτρες κρεμάμενες στα χείλη τους ή σταματημένες μες στο βάθος, αυτή είταν η εικόνα που αντίκρυσα μόλις άνοιξα τα μάτια. Έτσι απαράλλαχτα ξανοίξανε τον κόσμο πρωτοβλέποντας το φως κι οι πρόγονοι μου, το ίδιο όραμα είχανε μπροστά τους κι ως την ύστερη στιγμή. Μια αλυσίδα από βουνοκορφές – άλλες σπανές ή τουφωτές εδώ κι εκεί απ’ τα χαμόκλαδα κι άλλες , οι μακρινές , δασωμένες, απέραστα ρουμάνια – έκλειναν τον ορίζοντα απ’ τις τέσσερες μεριές, έτσι που το βλέμμα δεν έβρισκε τρόπο να ξεγλιστρήσει πέρα ως πέρα, ως την άκρη της γης. Όγκοι στημένοι από αιώνες ο ένας κοντά στον άλλον, καταράχια που πρόβαλλαν το ένα πίσω από τ’ άλλο, σ’ εμπόδιζαν να μάθεις τι γίνεται παραέξω. Έμοιαζαν με φύλακες αμίλητους και σκυθρωπούς που είχαν πετρώσει εκεί απ’ την πολύκαιρη ακινησία. Εδώ που ξεφύτρωσες, έλεγαν, εδώ πρέπει να αφήσεις μια μέρα και το κορμί σου. Ύστερ’ από μια ζωή γεμάτη βάσανα έτσι γέρνανε όλοι οι συντοπίτες μου στο χώμα, σ’ αυτό το ίδιο χώμα που δεχόταν με το χινοπώριασμα όσα φύλλα δε μπορούσε να τα κρατήσει άλλο πια το κλαδί τους»


Η περιγραφή του ορεινού και άγονου τόπου προοικονομεί την δύσκολη και σκληρή ζωή, την πικρή ζωή του ίδιου, της οικογένειάς του αλλά και των συγχωριανών του. Μια ζωή που συνοδεύεται από το συνεχή αγώνα της επιβίωσης. Μια ζωή δεμένη με την ανέχεια, το φόβο , τις δεισιδαιμονίες ,τις αντιλήψεις, τα ήθη , τα έθιμα , τις ανθρώπινες σχέσεις, τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα, το σχολείο, το δάσκαλο, τους παιδικούς φόβους, τις πονηριές που ο Κοτζιούλας σκύβει και μαζεύει.


 « Σκόρπια, ασύνδετα κομμάτια συγκροτούν την παιδική μας ηλικία. Είναι χάντρες πεσμένες μια εδώ και μια εκεί, που πρέπει να τις αναζητήσεις υπομονετικά και να τις αρμαθιάσεις κατόπι στην κλωστή. Α, όλα στο ύστερο καταντούν ένα παιγνίδι. Όταν τα ζεις όμως , είναι αλλιώτικα, είναι βαριά»


Το 1949 στο « Λογοτεχνικό ημερολόγιο 1949» των εκδόσεων « Λογοτεχνική Γωνιά» δημοσιεύτηκαν δυο πεζοτράγουδα, δηλαδή ποιήματα σε πεζό λόγο με ρυθμό και αρμονία. Έχουν μορφή ύμνου – θρήνου. Το πρώτο είναι θρηνητικό τραγούδι για τον Ταχυδρόμο που χάθηκε στις στράτες και αναφέρεται στο θάνατο του Κωνσταντή Κοτζιούλα , πατέρα του συγγραφέα. Το δεύτερο ένα Ηπειρώτικο μοιρολόι για το ξεκοίλιασμα ενός γερόγυφτου στο οποίο ο συγγραφέας αφηγείται τη ζωή και το θάνατο ενός γέρου γύφτου μέσα σε ένα άγριο περιβάλλον που το συνθέτουν η πείνα και η φτώχεια.
Τα διηγήματα που ακολουθούν γράφτηκαν σε διάφορους χρόνους από το 1931 έως και μεταπολεμικά ορισμένα. Αρκετά από αυτά  δημοσιεύτηκαν σε λογοτεχνικά περιοδικά , ανάμεσά τους  η Νέα Εστία και τα Νεοελληνικά Γράμματα.

Τα θέματά τους ποικίλλουν. Κυριαρχούν  η φτώχια , η δύσκολη ζωή των ανθρώπων που προσπαθούν να ζήσουν μέσα σε άθλιες συνθήκες. Άνθρωποι απλοί που αναγκάζονται πολλές φορές να καταφύγουν στη ζητιανιά για να επιβιώσουν. Ο Κοτζιούλας άλλωστε αντιμετώπισε τέτοια προβλήματα για μεγάλο χρονικό διάστημα , ίσως και για όλη του τη ζωή. Ήρθε στην Αθήνα το 1926 και πέρασε τη ζωή του ανάμεσα σε παράγκες, χαμόσπιτα , στους προσφυγικούς συνοικισμούς  ακόμα και στην ύπαιθρο. Όταν περιγράφει την καθημερινή ζωή των απλών και φτωχών ανθρώπων χρησιμοποιεί πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία και αρκετές φορές αυτοσαρκάζεται.


Ο Κοτζιούλας όμως δεν ήταν μόνο φτωχός αλλά και φυματικός. Νοσηλεύτηκε σε νοσοκομεία και σανατόρια, αλλά έζησε και σε παράγκες στην Πάρνηθα και στην Πεντέλη έως ότου αναρρώσει. Η περιδιάβαση του σε αυτούς τους χώρους τον έφερε σε επαφή με έναν κόσμο διαφορετικό, που ζούσε στο περιθώριο της κοινωνίας. Σε αρκετά διηγήματα εστιάζει στη ζωή των φυματικών που η κοινωνία έχει αποβάλει  εξ αιτίας της αρρώστιας. Συγχρόνως αναδεικνύει τις δυσκολίες, τις ταλαιπωρίες αλλά και τα συναισθήματά τους χωρίς να παραλείπει να παρουσιάσει και όλους τους άλλους που τους περιτριγυρίζουν και τους επηρεάζουν αρνητικά ή θετικά.

Αυτούς τους ανθρώπους και τη σκληρή ζωή τους περιγράφει ακολουθώντας διάφορες αφηγηματικές τεχνικές και παρουσιάζει επιπλέον ανθρώπινες συμπεριφορές και τις ψυχολογικές τους μεταπτώσεις στην προσπάθειά τους να κρατηθούν όρθιοι και ζωντανοί.

Τα σχόλια και οι σκέψεις του για διάφορα πρόσωπα και πρακτικές άλλοτε δίνονται με χιούμορ , άλλοτε με ειρωνεία και σαρκασμό και άλλοτε με φωνή καταγγελτική χωρίς να λείπει η ευαισθησία και η τρυφερότητα ακόμη και εκεί που η μαυρίλα καλύπτει τα πάντα.


« Πρόσωπα του κύκλου μου, δικοί μου ανθρώποι!

Μέσα σε τρεις μέρες που ξαναήρθα στα λημέρια σας, περάσατε όλοι από μπρος μου, δώσατε ο καθένας το «παρών» του. Γελούμενοι και σκυθρωποί, ανοιχτόκαρδοι και προφυλαχτικοί, κακοντυμένοι, μισονηστικοί, όλο βάσανα και πίκρες, εύθυμοι όμως στο βάθος, οντότητες σχηματισμένες , αναλλοίωτα καλούπια, φανερωθήκατε πάλι σ’ εμένα , που μ’ όρισε η μοίρα θιασάρχη σας.

Ήρθατε νούμερα περίφημα, καθένας με το ρόλο του, να παίξετε στο θέατρό μου, το θέατρο τ’ αληθινό, χωρίς να φορέστε προσωπίδες , χωρίς ν’ αλλάξετε τον τόνο της φωνής σας, επειδή κι έτσι όπως είστε μπορείτε να συγκινήσετε το κοινό. Ο λαός θα σας ακούσει, αυτός θα σας ιδεί, κι όπως είναι διψασμένος για τύπους δικούς του, βγαλμένους απ’ τις περιπέτειές του, η τέχνη σας μπορεί να του αρέσει.

Εγώ, να ξέρετε, είμαι μαζί σας ως το τέλος. Εσάς μονάχα μελετώ κι από σας παίρνω την έμπνευσή μου . Ο αγώνας σας είναι και δικός μου, η τύχη μας κοινή. Ξεκινούμε από τη λάσπη , που είναι ουσία γλιστερή και τραβάει σαν το χταπόδι. Μα θέλει  κοντά της να μην ξεκολλήσουμε, σαν τις αμέτρητες γενιές των αδερφιών μας που έχει καταπιεί. Μα εμείς έχουμε το πείσμα βοηθό μας αυτή τη φορά.

Όργανα της μοίρας, ξέρουμε πια τη δύναμή μας»

Εκτός από τα διηγήματα όμως διαβάζουμε  ένα χρονογράφημα από το Αλβανικό μέτωπο που δίνει κυρίως τη λαχτάρα των συγγενών να πάρουν και να διαβάσουν τα γράμματα των αγαπημένων τους που πολεμούν για την πατρίδα.


« Τα λόγια πέφτουν ένα-ένα, φορτωμένα νόημα, ηλεκτρισμένα μες απ’ το διάστημα. « Αγαπητή σύζοιγή μου Παναγιώτα, χαίρε. Πρότων ερωτό δια την καλήν σας υγίαν , καθός και εγό μέχρη όρας υγιένο καλός.»Ποτέ η καθαρεύουσα δε χρησιμοποιήθηκε , από τους αδέξιους αυτούς ανθρώπους , για ιερώτερο σκοπό . Και οι ανορθογραφίες δεν εφάνηκαν ποτέ τόσο εξαγνισμένες . Γράφει και υπαγορεύει ο λαός , ο αμόρφωτος, ο νοσταλγικός, ο μεγαλόψυχος, ο αποφασισμένος να σκοτωθεί για την ιδέα της πατρίδας, απλά και δίχως απορίες»


Ένα λογοτεχνικό – ιστορικό χρονικό μαρτυρεί την πρώτη εμφάνιση των ανταρτών του ΕΛΑΣ στο χωριό του συγγραφέα, την Πλατανούσα, το 1943 και τις αντιδράσεις τις δικές του καθώς και των συγχωριανών του.


Στη συνέχεια ένα μεγάλο ταξιδιωτικό αφήγημα για την περιδιάβαση του  στο Άγιον Όρος αλλάζει το κλίμα. Πρωταγωνιστικό ρόλο έχουν οι μοναχοί και οι επισκέπτες. Αυτούς κυρίως μας σκιαγραφεί. Δημοσιεύτηκε σε 16 συνέχειες στα Νεοελληνικά Γράμματα από τις 25 – 11- 1939 έως τις 13- 4- 1940 και διακόπηκε απότομα. Μετά το τέλος του αφηγήματος παρατίθεται σχετική αλληλογραφία με την οποία ο ίδιος ο συγγραφέας σχολιάζει τα γραφτά του ύστερα από τη δημοσίευσή τους και επισημαίνει λάθη, παραλείψεις και παρερμηνείες.

Μια περιήγηση στο Άργος και στην καθημερινότητα των απλών ανθρώπων που αρχίζει με μια ιδιαίτερα όμορφη περιγραφή δείχνει την συγγραφική του δεινότητα και αποτελεί ύμνο στη ζωή:


« Για τον ταξιδιώτη που αφήνει την πρωτεύουσα με σιδηρόδρομο, η Αττική είναι πεύκο, ο Μωριάς αμπέλια κι ελιές. Όσο ακολουθάς τα παράλια του Σαρωνικού, έχεις από τη μια μεριά το χρυσοπράσινο των βελονωτών φύλλων κι από την άλλη το λουλακία ή το ζαφειρένιο της θάλασσας. Άμα μπεις στην περιοχή της Κορίνθου, όπου και να γυρίσεις το μάτι σου δε βλέπεις άλλο απ’ τα ξεράδια των κλημάτων, που βγαίνουν σαν παλούκια από το χώμα, κι απ’ τους στριμμένους , τους παιδεμένους κορμούς με τις σκούρες ή ασημένιες φυλλωσιές που τρεμοπαίζουν , σαν άλλη θάλασσα, στον ήλιο. Ευλογημένες ρίζες και τα τρία. Τα πρώτα ξεκουράζουνε το βλέμμα και σε κάνουν να παίρνεις όσο μπορείς βαθύτερες ανάσες. Τ’ άλλα δίνουνε δουλιά και πόρεψη σε τόσες φαμιλιές, σε χιλιάδες άξια χέρια που έχουν να κάμουν με τον κάμπο.»
Ένα ταξίδι στην Λευκάδα – Πρέβεζα – Βόνιτσα το 1930 του δίνει την αφορμή να καταγράψει τις εντυπώσεις του αλλά και να περιγράψει τους ανθρώπους και τις συνήθειες τους.

Εδώ αρχίζει σαρκαστικά

« Όταν πρόκειται να γράψει κανείς ταξιδιωτικές εντυπώσεις , έχει επικρατήσει η συνήθεια να ταξιδεύει  τουλάχιστον ως τις Άλπεις. Μπορούν κατά συγκατάβαση να συμπεριληφθούν  στο δρομολόγιο και μερικά ελληνικά μέρη, αλλ’ αυτά τα δεύτερα πρέπει να έχουν ιστορία και ποίηση απαραίτητη. Οι κριτικοί  μας – οι ταλαντούχοι φυσικά – αν και ανήκουν και στα δύο φύλα, είναι σπάνιοι κι οι ενθουσιασμοί τους ακόμη σπανιώτεροι` θάταν λοιπόν άδικο , για την τέχνη, να εξαντληθούν στις ασημότητες. Ύστερ’ απ’ αυτά, τι θα μας έδινε ένα ταξίδι απ’ τον Πειραιά ως την Πρέβεζα;»
Το οδοιπορικό στα ξωκλήσια και κονίσματα φανερώνει μια φύση ευαίσθητη , γιατί τι άλλο μπορεί να είναι ένας άνθρωπος που έλκεται από αυτά τα μικρά και παράμερα κτίσματα τα κτισμένα και τοποθετημένα στις πιο απόμερες περιοχές , φύλακες των ταπεινών και ανίσχυρων ανθρώπων, των στρατοκόπων και των ορειβατών, των βοσκών και των ξωμάχων.


« Τάβρισκα πάνω στη μεγάλη στράτα, στο ντερβένι, σε κάνα γύρισμα του δρόμου, και  μ’ ανακούφιζαν, μ’ εγκαρδίωναν καλύτερα απ’ ανθρώπους. Μου τόνωναν την πεποίθηση , μούδιναν θάρρος και για παραπέρα. Έχοντας αυτά στο νου μου , περνούσα άφοβα τα λαγκάδια με τη βουή των νερών και τις σκοτεινές σπηλιές τους, ούτε φοβόμουν πια να μη μου κόψει το λαιμό κανένας γενάτος κουμουράς...Εγώ ο ευλαβικός, ή φοβιτσιάρης!»


 Το βιβλίο άρχισε με την Πικρή ζωή και στο σύνολό του σχεδόν κυριαρχούν τα μαύρα χρώματα της άθλιας ζωής των φτωχών, των καταφρονεμένων, των απόκληρων. Αυτή η καταχνιά διαπερνάται πολλές φορές από τα χρώματα της φύσης που αποκαλύπτεται μέσα από  λεπτοδουλεμένες περιγραφές και τονίζεται έντονα η αντίθεση της σκληρής ανθρώπινης ζωής και του φυσικού τοπίου. Αυτή τη φύση επιλέγει να ζωγραφίσει με όλα τα χρώματα και να την παρουσιάσει την στιγμή που αναδύεται ξαναγεννημένη από τα ψυχρά σπλάχνα του χειμώνα. Στην αποθέωση της ελληνικής άνοιξης αναφέρεται το αφήγημα με το οποίο κλείνει το βιβλίο. Ένα αφήγημα με λαογραφικές αναφορές, λογοτεχνικές περιγραφές, γεμάτο χρώμα και ζωή , αλλά ενδεχομένως και με συμβολικές διαστάσεις, γιατί μέσα από τη νεκρή γη γεννιέται πάντα η άνοιξη


« Η άνοιξη είναι το πανηγύρι της γης, η αποθέωση του υπαίθρου. Πού έκλεινε τόσον καιρό το ξερό έδαφος, η άχαρη πλαγιά, η γυμνή λάκα τέτια πλουμίδια και κεντήματα, χάρμα των ματιών! Στολίζονται με τα γιορτινά τους ακόμα κι οι βάτοι. Κάθε ταπεινό, ανώνυμο χορτάρι θα βγάλει το λουλούδι του, για να το κρατήσει σα λαμπάδα στο Πάσχα των φυτών. Πού βρέθηκαν τόσα χρώματα μεμιάς! Κυριαρχεί το κόκκινο, από το άλικο της παπαρούνας ως το γλυκύ ανοιχτό της κουτσουπιάς, που βρίσκεται στις δόξες της αυτή την εποχή. Αλλά και το κίτρινο δεν πάει πίσω , παράδειγμα οι σφελαχτοί. Τρίτο έρχεται το γαλάζιο, που σε σταματάει με κάτι αστρουλάκια σε χαμόχορτα των χωραφιών. Αμ το ροδάμι; Τι διακριτικός συγκερασμός στην πρασινάδα του πουρναριού!»



Ένα εξαιρετικό βιβλίο, μια έκδοση λιτή και όμορφη. Το εξώφυλλο του έχει φιλοτεχνήσει ο Αλέκος Φασιανός . Φωτογραφίες και αποσπάσματα χειρογράφων εμπλουτίζουν το βιβλίο.

Αξιέπαινη η προσπάθεια της Σωτηρίας Μελετίου και εξαιρετικές οι επιλογές της από το μεγάλο όγκο του αρχείου Κοτζιούλα , αλλά και το «στήσιμο» τους στις σελίδες του βιβλίου.

Γνώρισα έναν συγγραφέα που ουσιαστικά αγνοούσα. Τέτοιες προσπάθειες συμβάλλουν με τον καλύτερο τρόπο όχι μόνο στην επαφή μας και στη γνωριμία με την γραφή του Κοτζιούλα αλλά και στην τοποθέτησή του εκεί που ανήκει, δηλαδή ανάμεσα στους μεγάλους πεζογράφους της νεοελληνικής λογοτεχνίας.


Γιώργος Κοτζιούλας, Πικρή ζωή και άλλα πεζογραφήματα( Επιλογή από το έργο του), Εισαγωγή - Επιμέλεια - Σχόλια Σωτηρία Μελετίου,  Εκδόσεις Νηρέας, Αθήνα 2014



 [1] Γιώργος Κοτζιούλας, μια παρουσίαση από το Σωτήρη Τριβιζά, εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2009

  Οι φωτογραφίες από το βιβλίο