Δευτέρα, 30 Ιουνίου 2014

Κωνσταντίνος Θεοτόκης – ΤΑ ΣΟΝΕΤΑ


Ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης έγινε γνωστός από το πεζογραφικό του έργο, έγραψε όμως και ποιήματα. Εβδομήντα πέντε χρόνια μετά το θάνατο του (1 Ιούλη του 1923), ο Ορέστης Αλεξάκης συγκέντρωσε τα μέχρι τότε γνωστά ποιήματά του (69 σονέτα) και επιμελήθηκε την έκδοσή τους σε έναν τόμο που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ωκεανίδα. Στην εκτενή εισαγωγή του βιβλίου γίνεται αναφορά στο ιστορικό και σχολιασμός των σονέτων, ενώ παρουσιάζονται και εργοβιογραφικά στοιχεία φωτογραφίες και χειρόγραφα του Κ. Θεοτόκη. Παραθέτουμε μια μικρή επιλογή από τα σονέτα.

3
Si je tenais un pied en Paradis
si j’avais l’ autre au chteau de Naisil
tu retrairais celui du Paradis
et le maitrais arriere dans Naisil.

Του πελάγου τ’ αφριά άφοβα σκίζει
Και την πατρίδα λησμονεί για χρόνια
Στους θησαυρούς εκείνους πού νομίζει
Την ευτυχία! Κι άλλος ερμιές και χιόνια
Με κίνδυνο, για δόξα τριγυρίζει.
Άλλος ποθεί να ιδεί παιδιά κι αγγόνια
Άλλος ζωή παλύχρονη πασχίζει
Ν’ απολάψει: ένας άλλος την αιώνια.
Ό νούς αλλού τού καθενoύ ζητώντας
Γλυκειά καρδιά! Εγώ ορέγομαι με ζήλο 
Της γης μιαν αγκωνή που κάθε ξύλο
Και κάθε πέτρα και δεντρό θωρώντας
Ταράζομαι από αγάπη. Κάποιος λίγο
Θα σ’ αγαπήσει αν απ’ τον κόσμο φύγω;

10 Φεβρ. 1898

20
Δόξες, πλούτη ω Ζωή, τιμές και χρόνια
Δε σου ζητώ! Μυστήριο σε τυλίγει,
Κι όλα σου τ’ αγαθά με καταφρόνια
Τα βλέπω, είναι άλλη η δίψα που με φρύγει
Στο μάραμά μου είπα θα βρω συμπόνια
Μες στα παλιά χαρτιά η δροσούλα λίγη
Χαλδαίοι κι Ινδοί κρυφή είναι λεν η αιώνια
Ιδέα κι η γνώση δρόμους δεν ανοίγει
Κι αχ! Κάπου κάπου μου ’φερνε ένα αέρι
Του ξωτικού του βάλσαμου τα μύρα
Και μου ’λεγε η ψυχή πως θα με φέρει
Στα κρουσταλλένια νάματά σου η Μοίρα.
Για τι εδιψούσα το ’χω μάθει μόνος. ―
Μα όπου γεννιέται αγάπη εκεί και πόνος.

Κέρκυρα 29 Ιουν. 1915

28
Σα χάρβαλο η ψυχή μου είναι ρημάδι
Που σε μια του γωνιά φτωχό καλύβι
Έστησε χερομάχος σε λιβάδι
Xέρσο: μα ο χαλασμός ω πώς με θλίβει!
Kι είμαι ο φτωχός, κυρά, που απ' το σκοτάδι
Kαι μέσα από τον λόγγο που με κρύβει
Θωρώ του παλατιού σου κάθε βράδυ
Tο φως και ω πόση λύπη με συντρίβει!
Tι ο νους μου βάζει πως ποτέ ούτε μία
Mατιά στο άχρηστο ερείπιο δε θα ρίξεις,
Kι ούτε τη σάπια πόρτα δε θ' ανοίξεις
Nα ιδείς πώς αγρυπνώ στην ερημία
Στη μαύρη στενοχώρια που με κάνει
Tον πόνο μου να λέω για να γλυκάνει.

1 Νοεμβρ. 1915

32
Βάφει τη μάνα γη ποτάμι το αίμα
Κι απ’ άκρη σ’ άκρη τ’ Άρη η οργή μανίζει,
Καίονται οι στεριές, η θάλασσα καπνίζει
Και βασιλεύει ο φόνος και το ψέμα.
Του Τεύτονα ρηγάρχη το άγριο βλέμμα
Πάνω στα ερείπια ακοίμητο βιγλίζει
Και λάβρα πιθυμιά τον κατακλύζει
Της Οικουμένης λαχταρά το στέμμα.
Η θέλησή του προσταγή και νόμος!
Κι αχ! Το λαό μου ξευτελίζει ο τρόμος
Την καταφρόνια δεν ψηφά του κόσμου
Πολέμου μόνο ας μην ακούσει σάλο
Και είναι τόσο βαρύς γι’ αυτό ο καημός μου,
Που άλλα τραγούδια δεν μπορώ να ψάλω.

45
Σηκώθη τ’ άγιο δίκιο της να λάβει
Όλη η αργατιά με φρόνημα γενναίο
Ισονομίας κηρύχνει νόμο νέο
Και τα δεσμά του πλούτου η ορμή της θραύει
Η σκληρή φτώχεια, η γύμνια, η πείνα παύει
Και με καλούν μύριες φωνές να λέω
Θούριο τραγούδι: σ’ ένα πέλαο πλέω
Χαράς λεύτεροι ανθρώποι είναι όλοι οι σκλάβοι.
Μα για να σκίσω τις ανάερες ρούγες
Που θα με βγάλουν στον ψηλό Ελικώνα
Πρέπει γοργά αργυρόχρυσες φτερούγες
Αγάπη αρμονική να μου χαρίσει.
Τι δεν μπορεί ψυχής βαριάς εικόνα
Της Κασταλίας να καθρεφτίσει η βρύση.

1917

53
Του κάρου η ρόδα εκεί όπου συχνοτρέξει,
Της πολιτείας η ρούγα βαθουλώνει
Κι ευθύς ο λάκκος πλημμυρά όταν βρέξει
Κι άπαστρη λάσπη το νερό θολώνει.
Κι όταν πάλι στερνά ο καιρός ξεφέξει
Κι αποβροχάρης, των σπιτιών χρυσώνει
Τη στέγη ο ήλιος, έρχεται να παίξει
Η αχτίδα στο λιμνί και σε θαμπώνει.
Κι αντιφωτά στον ήλιο ο δρόμος όλος,
Τα χτίρια τα ψηλά, ο γαλάζιος θόλος,
Τα γνέφη ροδοκόκκινα και βάθος
Άμετρο βλέπεις μες της γης. Θε να ’ναι
Περίσσιες οι ψυχές που όμοια πλανάνε.
Μα κι άλλες μαύρες κι άγριες απ ’το πάθος.

68
Eίναι στιγμές που την καρδιά μού ανοίγει
Πικρό, βαρύ, θανατερό μαράζι
Mεσάνυχτου σκοτάδι την αδράζει
Kι η ζοφερή μαυρίλα λέω την πνίγει
Kι όξω ευλογία Θεού! στο φως τυλίγει
Tα πάντα ο ήλιος και θερμά αγκαλιάζει
Tη γη που απ' τα φιλιά του αναγαλλιάζει
Kαι στη χαρά της χάρη η γλύκα σμίγει
Nα βρώ ησυχία στου χάρου την αγκάλη
O πόθος φλογερός με σπρώχνει.
Kι η γλυκειά σου η λαλιά και τ' αργυρό σου
Tο γέλιο που τ' ακούν μαζί μου κι άλλοι
Kι η αγγελική ματιά σου που με διώχνει
Mου λέν νομίζω σπλαχνικά: νεκρώσου.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΘΕΟΤΟΚΗΣ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΘΕΟΤΟΚΗΣ ΤΑ ΣΟΝΕΤΑ, Εισαγωγή-επιμέλεια: Ορέστης Αλεξάκης – Εκδόσεις ΩΚΕΑΝΙΔΑ, Αθήνα 1999.


Ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης γεννήθηκε το 1872 στην Κέρκυρα και το 1889 εγγράφηκε στη Σορβόνη για σπουδές φυσικομαθηματικών. Το 1895 παντρεύτηκε τη βαρόνη φον Μάλοβιτς με την οποία απέκτησε μια κόρη την οποία έχασαν το 1900 σε ηλικία 5 ετών. Ο Κ. Θεοτόκης πήρε μέρος στην κρητική επανάσταση και τον πόλεμο του 1897, ενώ στη συνέχεια έφυγε για το Γκρατς της Αυστρίας και αργότερα για το Μόναχο όπου και στράφηκε στο μαρξισμό, διατηρώντας ταυτόχρονα επαφή με τον Κωνσταντίνο Χατζόπουλο. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος του Σοσιαλιστικού Ομίλου Κερκύρας και κατόπιν του Αλληλοβοηθητικού Εργατικού Συνδέσμου Κερκύρας, ενώ η στροφή του στα σοσιαλιστικά ιδανικά τον οδήγησαν στη ρεαλιστική γραφή. Τα έργα του «Η Τιμή και το Χρήμα», «Οι σκλάβοι στα δεσμά τους» και η «Ζωή και ο θάνατος του Καραβέλα» τον έφεραν στην πρωτοπορία της λογοτεχνίας μας. Γνώστης δέκα γλωσσών, ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης, επιμελήθηκε επίσης εξαιρετικές μεταφράσεις. Στη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, ο Θεοτόκης συνεργάστηκε με το Κόμμα των Φιλελευθέρων, ενώ το 1917 η πτώση της αυστροουγγρικής μοναρχίας επέφερε την οικονομική κατάρρευση της οικογένειάς του και τον κλονισμό της υγείας του. Εργάστηκε ως διευθυντής λογοκρισίας για δύο μέρες, και ως υπάλληλος της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ήταν πολύ δύσκολα, λόγω της άθλιας οικονομικής του κατάστασης. Αφησε την τελευταία του πνοή στην Κέρκυρα την 1η Ιούλη 1923.

Πηγή βιογραφικών στοιχείων: Ριζοσπάστης
Πηγή φωτογραφίας: Εθνικό Κέντρο Βιβλίου

Σάββατο, 28 Ιουνίου 2014

Δύο μαθητές συνομιλούν με τον Μανόλη Αναγνωστάκη (Μια συνέντευξη από το μακρινό 1994)


Η ιδέα και η πρωτοβουλία ήταν του συμμαθητή – κι από τότε κολλητού φίλου μου – Αργύρη Παπαστάθη. Η ενθάρρυνση ήρθε από τον καθηγητή Μιχάλη Σιάμο, υπεύθυνο του μαθητικού περιοδικού του σχολείου μας. Και η συνάντηση κανονίστηκε από τον διακεκριμένο μελετητή Γιώργο Ζεβελάκη. Κάπως έτσι, βρεθήκαμε μαζί με τον Αργύρη Παπαστάθη, μαθητές της Α’ Λυκείου χαμένοι στο διάστημα, να χτυπάμε το κουδούνι του σπιτιού του ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη και της συζύγου του Νόρας Αναγνωστάκη, μια μέρα του Γενάρη του 1994. Ο εξοπλισμός μας; Ένα ημι-διαλυμένο κασετοφωνάκι και μπόλικος νεανικός ενθουσιασμός που επρόκειτο να συναντήσουμε τον τελευταίο των μεγάλων ποιητών. Εννιά χρόνια μετά το θάνατο του Μανόλη Αναγνωστάκη – στις 23 Ιουνίου του 2005 – ξαναβγάζουμε από το συρτάρι τούτη την πρωτόλεια συνέντευξη.


Αρ. Παπ. – Ηρ. Οικ.: Γεννηθήκατε στη Θεσσαλονίκη το 1925. Οι γονείς σας είχαν σχέση με τα γράμματα και τις τέχνες;

Μανόλης Αναγνωστάκης: Όχι πολύ. Δεν είχαν σχέση με τα γράμματα. Δεν υπήρχαν πολλά βιβλία στο σπίτι.

Δεν είχατε βιβλιοθήκη;

Βιβλιοθήκη όχι, αλλά ο πατέρας μου μού αγόραζε πάντοτε βιβλία όταν ήθελα. Κυρίως βιβλία παιδικά του Δημητράκου και του Ελευθερουδάκη, που ήταν καταπληκτικά την εποχή εκείνη.

Ραδιόφωνο είχατε στο σπίτι;

Ραδιόφωνο είχαμε στο σπίτι από πολύ νωρίς. Μια μεγάλη συσκευή ραδιοφώνου, διότι ο πατέρας μου ασχολιόταν με αυτά τα πράγματα.

Ο πατέρας σας ήταν ιατρός;

Ναι.

Τι ακούγατε από το ραδιόφωνο;

Ιδίως ξένους σταθμούς. Ελληνικοί σταθμοί δεν υπήρχαν, ελληνικό πρόγραμμα δεν υπήρχε, εκτός από έναν ιταλικό σταθμό ο οποίος μετέδιδε ελληνικά προγράμματα. Υπήρχε όμως ο ιδιωτικός σταθμός του Τσιγκιρίδη.

Στη Θεσσαλονίκη;

Ναι. Ιδιωτικός σταθμός και εξέπεμπε μόνο για τη Θεσσαλονίκη, τα τραγούδια της Θεσσαλονίκης, τα τραγούδια της μόδας της εποχής.

Θα θέλαμε να θυμηθείτε τα παιδικά σας χρόνια. Σε ποιο σχολείο πήγατε; Θυμάστε τους συμμαθητές σας, τους καθηγητές, το κτίριο; Ήταν αυστηρό το σχολείο σας;

Την Α’ τάξη του Δημοτικού πήγα σε δημόσιο σχολείο, στο πρότυπο της Θεσσαλονίκης, αλλά ήμουνα πολύ μικρός. Ήμουνα πέντε χρονών και δεν μου επέτρεπαν να συνεχίσω. Γι’ αυτό πήγα σε ένα ιδιωτικό σχολείο, που ήταν από τα καλά. Ήμουν καλός …δηλαδή όχι και πολύ καλός στα μαθήματα. Ήμουν πολύ καλός όμως στην έκθεση. Έγραφα καλές εκθέσεις, τις οποίες διαβάζαμε σε όλο το σχολείο. Ήμουν όμως και ανορθόγραφος.

Η καλλιγραφία σας κούραζε;

Η καλλιγραφία με κούραζε πάρα πολύ. Δεν ήμουν ποτέ καλλιγράφος. Πάντα ήμουν κακογράφος και ανορθόγραφος.

Μετά, στο γυμνάσιο;

Στο γυμνάσιο πήγα στο καλύτερο δημόσιο σχολείο της Θεσσαλονίκης, στο Πειραματικό. Τότε είχε μόνο τρεις τάξεις. Είχα καλούς καθηγητές, που αργότερα έγιναν καθηγητές του Πανεπιστημίου. Ο Δελμούζος, ο Τατάκης, και άλλοι.

Οι πληροφορίες μας λένε πως γράφατε εκθέσεις-ποιήματα. Το δέχονταν αυτό οι καθηγητές;

Βεβαίως. Υπήρχαν καλοί καθηγητές οι οποίοι το δέχονταν. Έγραφα εκθέσεις υπό μορφή ποιήματος. Τελείωνα και κατέβαινα κάτω και έπαιζα.

Ξεκινήσατε να γράφετε ποιήματα από μικρός;

Από πολύ μικρός. Είχα ευχέρεια μεγάλη στη στιχουργία και έγραφα διάφορα ποιήματα, χωρίς να έχω διαβάσει τίποτα.

Η διαγωγή σας πώς ήταν;

Τον δεύτερο χρόνο πήρα διαγωγή κοσμία που ήταν βαρύ για την εποχή. Ήθελαν να με διώξουν από το σχολείο. Χάρη σε κάποιους καθηγητές, επειδή ήμουν καλός σε ορισμένα μαθήματα, όπως στην έκθεση και στην ιστορία, παρέμεινα. Οι καθηγητές των θεωρητικών με εκτιμούσαν. Ήμασταν λίγοι μαθητές και όποιος έφευγε από το σχολείο δεν ξαναρχόταν. Ξεκινήσαμε 30 και μείναμε 17.

Διαβάζουμε αναμνήσεις επωνύμων που αναφέρονται στο παρελθόν με ωραία λόγια. Ήταν τόσο ωραία τότε;

Κοιτάξτε, τότε η Θεσσαλονίκη ήταν μικρή. Όλη η Σαλονίκη λιμάνι ήτανε. Κάναμε βόλτες όταν ήμασταν μικροί. Υπήρχαν μεγάλες αλάνες, ακατοίκητοι χώροι οι οποίοι αργότερα χτίστηκαν. Υπήρχαν πολλές συμμορίες παιδιών. Έχω φάει πάρα πολύ ξύλο. Πετροπόλεμος, …άγρια πράγματα.

Αν έχουμε υπολογίσει καλά, ο πόλεμος του ’40 σας βρίσκει στην ηλικία που βρισκόμαστε εμείς τώρα, Σε ηλικία 15 χρόνων. Περιμένατε τον πόλεμο; Φοβόσασταν;

Ο πόλεμος είχε αρχίσει έξω ένα χρόνο νωρίτερα, το 1939. Έναν χρόνο ζούσαμε με την απειλή του. Εμείς βέβαια ως νέοι δεν τον υπολογίζαμε πολύ.

Διαβάζατε εφημερίδες, ενημερωνόσασταν;

Εφημερίδες διάβαζα από πολύ μικρός. Πριν από τον Μεταξά ακόμη. Μου επέβαλε να διαβάζω τα κύρια άρθρα ο πατέρας μου.

Πώς αντέδρασε η οικογένειά σας όταν ξέσπασε ο πόλεμος;

Φύγαμε από τη Θεσσαλονίκη την πρώτη ημέρα του πολέμου και πήγαμε στον Πολύγυρο, μια επαρχιακή πόλη στη Χαλκιδική. Ο πατέρας μου είχε επιστρατευτεί. Έμεναν εκεί πολλές οικογένειες. Εγώ ζούσα ελεύθερα. Ήμουν σαν αρχηγός της οικογένειας τότε.

Θελήσατε ποτέ να «πλησιάσετε» τον πόλεμο;

Ναι. Ύστερα από ένα μήνα ήθελα να φύγω. Ξεκίνησα μόνος για τη Θεσσαλονίκη. Με έπιασαν όμως στα μέσα του δρόμου και επειδή ήμουν πολύ μικρός με γύρισαν πίσω. Ήμουν τότε στη νεολαία του Μεταξά. Περνούσαμε πολύ ωραία. Δεν είχαμε σχολείο και ζούσαμε με τις νίκες του πολέμου.

Δημοσιεύσατε το πρώτο σας ποίημα στην εφημερίδα «Νέος Κόσμος», μια αθηναϊκή εφημερίδα που κυκλοφορούσε και στο μέτωπο.

Από τότε είχα αρχίσει να ασχολούμαι με τη λογοτεχνία. Πριν από τον πόλεμο ακόμη, διάβαζα τα περιοδικά που κυκλοφορούσαν, τη «Νέα Εστία», τα «Νεοελληνικά Γράμματα» και έγραφα ποιήματα. Αυτό ήταν και το πρώτο ποίημα που έγραψα για τον πόλεμο.

Πώς νοιώθατε όταν ακούγατε ότι το ποίημά σας το διάβαζαν οι αγωνιστές του μετώπου;

Καταπληκτικά. Έπαιρνα πολλά γράμματα από τον πόλεμο. Είχα θείους, που το μοίραζαν και έλεγαν με καμάρι: «Ο ανιψιός μου το έγραψε αυτό». Ευχαριστιόμουν πάρα πολύ. Θεωρούσα ότι είχα γίνει πια μεγάλος ποιητής.

Από το 1940 ως το 1942 βρισκόσαστε σε μια έντονη περίοδο δημιουργίας. Δημοσιεύετε το πρώτο «λόγιο» ποίημά σας στα «Πειραϊκά Γράμματα». Στέλνετε και πάλι ποίημα από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα. Αναφέρετε το όνομα «Βασιλειάδης».

Ο Βασιλειάδης ήταν ένας παλιός ρομαντικός ποιητής του 1870, τον οποίο θαύμαζα. Ήταν ποίημα ελαφρώς σατιρικό αυτό που έγραψα τότε. Ήμουν στην τελευταία τάξη του γυμνασίου. Έπαιρνα το περιοδικό στην τάξη και το διάβαζα κάτω από το θρανίο.

Τι έγινε σε αυτά τα δύο χρόνια;

Τον Μάρτιο του 1941 ήρθαμε στην Αθήνα για να αποφύγουμε τους Γερμανούς που έρχονταν. Ο πατέρας μου ήταν στο μέτωπο και μας έστειλε στην Αθήνα. Πήγα στο Γυμνάσιο των Αθηνών που ήταν 100 παιδιά σε κάθε τάξη. Μου άρεσε η Αθήνα πολύ, διότι ήμουν μόνος, ελεύθερος. Το καλοκαίρι γύρισα στη Θεσσαλονίκη. Ήταν ωραία τους πρώτους μήνες. Μετά έπεσε η πείνα. Ήμουν σπίτι κλεισμένος όλη την ημέρα και διάβαζα.

Από πότε άρχισε η πολιτική σας δραστηριότητα;

Άρχισε το 1942. Στη συνοικία που έμενα έγινε η απεργία του 1936. Κι εκεί τα είδα όλα και το μυαλό μου δούλεψε πολύ. Μετά ήρθε η δικτατορία του Μεταξά. Παρασύρθηκα κι εγώ και μπήκα στη νεολαία. Δεν ήμουν ενεργό μέλος αλλά πήγαινα συχνά.

Πώς περάσατε από τη Νεολαία του Μεταξά στην ΕΠΟΝ;

Αυθόρμητα και μέσω διαφόρων φίλων. Η εποχή εκείνη, 1943-44, ήταν η πιο γεμάτη εποχή που υπήρξε. Κάθε ημέρα ήμασταν στον αγώνα. Έγινε η καλύτερη η ζωή, υπήρξε περισσότερο ψωμί και μεγαλύτερη διάθεση για αγώνα. Τον Νοέμβριο του 1942 μπήκα στο πανεπιστήμιο, και μέσα από ’κει συνέχισα.

Ας μιλήσουμε λίγο και για το ποδόσφαιρο. Είστε φίλαθλος, σωστά;

Πάρα πολύ. Πρακτικός φίλαθλος. Πήγαινα κάθε Κυριακή στα ματς.

Πότε πρωτοπήγατε στο γήπεδο; Τι ομάδα ήσασταν;

Στο γήπεδο πήγα σε ηλικία 8 ή 9 χρόνων. Υπήρχαν τότε τοπικά πρωταθλήματα. Ήμουν φανατικός παοκτσής. Αργότερα, το 1959, έγινα Απόλλων. Ήταν μεγάλη ομάδα ο Απόλλων τη δεκαετία του 1950.

Βλέπετε ποδόσφαιρο στην τηλεόραση;

Βλέπω πολύ, και σήμερα θα δω τον ποδοσφαιρικό αγώνα που θα παίξει η τηλεόραση. Τώρα πια είμαι υπέρ των μικρών ομάδων.

Γιατί;

Διότι πάντοτε αδικούνται.

Κύριε Αναγνωστάκη, φοβάστε τον πόλεμο; Η μαρτυρική πόλη του Σαράγεβο είναι αρκετά κοντά μας.

Ναι, είναι μαρτυρική πόλη το Σαράγεβο. Πήγα πριν από τρία χρόνια, όταν τα πράγματα ήταν καλά και ζούσαν όλοι αρμονικά. Πάρε παράδειγμα τον Μπάγεβιτς, που έχει γυναίκα μουσουλμάνα. Δεν το ξέρετε αυτό. Οι μουσουλμάνοι που λέμε δεν είναι Τούρκοι, είναι μουσουλμάνοι. Γίνεται μια σφαγή τρομαχτική. Νοιώθω πολύ άσχημα. Υπάρχουν μέσα τα πιο αλήτικα στοιχεία που δυναστεύουν τις πόλεις. Εγώ δεν είμαι ούτε υπέρ των Σέρβων, ούτε υπέρ των μουσουλμάνων, ούτε υπέρ των Κροατών. Είμαι υπέρ όλων.

Ποια θα έπρεπε να είναι η θέση της Ελλάδας;

Θα έπρεπε να μην εμπλακεί καθόλου η Ελλάδα. Να κοιτάξει την ειρήνη στα Βαλκάνια.

Γράφει: Ηρακλής Οικονόμου - Κείμενα - 28/06/2014

Πέμπτη, 26 Ιουνίου 2014

«Εγώ γράφω τραγούδια και τα πουλώ»... - Η λαϊκή ποιήτρια Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου





Πίσω από κάθε στίχο της και ένα βίωμα, μία ιστορία, ένα συναίσθημα... Μέσα σε κάθε στίχο της, ο καημός, ο πόθος, η φωνή, η ψυχή ενός ολόκληρου λαού. Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, η δημιουργός των παραπάνω «διαμαντιών», όπως και εκατοντάδων ακόμη στίχων, έβαλε ανεξίτηλη τη σφραγίδα της στο λαϊκό μας τραγούδι. Η κορυφαία στιχουργός του λαϊκού μας τραγουδιού, που «έφυγε» από τη ζωή φτωχή και πικραμένη στις 7 του Γενάρη του 1972, υπήρξε μια σπουδαία λαϊκή ποιήτρια, που έδωσε απλόχερα στο λαϊκό μας πολιτισμό απίστευτης ομορφιάς και δύναμης τραγούδια. Ενα έργο, που παραμένει και στις μέρες μας δυνατό και αρυτίδωτο.

Γεννημένη στο Αϊδίνι της Μικράς Ασίας το 1893, η Ε. Παπαγιαννοπούλου ήρθε στην Ελλάδα με τη Μικρασιατική Καταστροφή, με την ύπαρξή της σημαδεμένη από την αγωνία του πρόσφυγα. Αυτή την αγωνία, μαζί με την πίκρα, τον πόνο, τα βάσανα, τη φουρτούνα της ψυχής της μετουσίωσε σε αθάνατα λαϊκά τραγούδια. Ερχόμενη πάμπτωχη στην Ελλάδα το 1922, με δυο παιδιά και με το δίπλωμα της δασκάλας, δούλεψε για σχεδόν είκοσι χρόνια σε μπουλούκια ως ηθοποιός. Στη συνέχεια, και σε μεγάλη πλέον ηλικία στα 55 της χρόνια (από το 1948) άρχισε να γράφει τραγούδια, ακατάπαυστα, μέχρι το τέλος της ζωής της. 

Το γράψιμο γι' αυτήν ήταν παιχνίδι... Με άνεση και ευκολία κατέκτησε τη γλώσσα του λαϊκού τραγουδιού, καταθέτοντας στίχους λιτούς και στέρεους, με τους οποίους για δύο και πλέον δεκαετίες λάμπρυνε τη μουσική δημιουργία. Στίχους, στους οποίους αποτύπωνε τα βιώματά της: Τα βάσανα, τις ατυχίες της ζωής, την πίκρα, την οδύνη από την απώλεια αγαπημένων της προσώπων - χάνει τους τρεις ανθρώπους που λάτρευε, την κόρη, τη μητέρα και τον άντρα της. Ισως αυτή η βιωματική σχέση με τα τραγούδια της - μαζί με τη στιχουργική τους ποιότητα βέβαια - να είναι και το μυστικό της τεράστιας απήχησής τους στο λαό, ο οποίος μέχρι σήμερα συνεχίζει να τραγουδάει και να συγκινείται από τους στίχους της. Το επίπεδο της στιχουργικής της, ο μεστός της λόγος, συνδέεται μάλλον και με το ότι η ίδια είχε διαβάσει πολλή ποίηση και αγαπούσε το διάβασμα και τη λογοτεχνία. Είχε αδυναμία στα δημοτικά τραγούδια και γενικά στη δημοτική παράδοση, αλλά και στον Καββαδία, τον Κρυστάλλη, τον Γρυπάρη και τον Βάρναλη.

Η περιπέτεια της Ε. Παπαγιαννοπούλου στο λαϊκό τραγούδι ξεκινά στις αρχές του '50, όπου κάνει τις πρώτες επιτυχίες με τον Βασίλη Τσιτσάνη: «Στρώσε μου να κοιμηθώ», «Τα καβουράκια», «Είμαστε αλάνια» κ.ά. 

Στη συνέχεια, συνεργάζεται με τον Στέλιο Καζαντζίδη («Μαντουμπάλα», «Είσαι η ζωή μου» κ.ά.), τον Απόστολο Καλδάρα («Ονειρο απατηλό», «Πετραδάκι - πετραδάκι», κ.ά.), τον Μανώλη Χιώτη («Ηλιοβασιλέματα»), Μάνο Χατζιδάκι («Είμαι αϊτός χωρίς φτερά»), Σταύρο Ξαρχάκο («Τι έχει και κλαίει το παιδί») κ.ά. 

Τους στίχους της ερμηνεύουν οι μεγαλύτερες λαϊκές φωνές: Στέλιος Καζαντζίδης, Γρηγόρης Μπιθικώτσης, Μαίρη Λίντα, Καίτη Γκρέυ, Γιώτα Λύδια, Μανώλης Αγγελόπουλος, Βίκυ Μοσχολιού, Σταμάτης Κόκοτας, Μιχάλης Μενιδιάτης, Αντώνης Ρεπάνης, κ.ά. Σε περίπου 400 ανέρχονται τα τραγούδια της, με βάση στοιχεία της ΑΕΠΙ, ενώ εκατοντάδες άλλα έχουν κυκλοφορήσει χωρίς το όνομά της ή με ...άλλων ονόματα. Ανάμεσα στα τραγούδια της περιλαμβάνονται: «Σε τούτο το παλιόσπιτο», «Γυάλινος κόσμος», «Στου Αποστόλη το κουτούκι», «Αντιλαλούνε τα βουνά», «Πάρε το δάκρυ μου», «Πήρα τη στράτα κι έρχομαι», «Περασμένες μου αγάπες», «Μου σπάσανε τον μπαγλαμά», «Γκιουλμπαχάρ», «Λίγο λίγο θα με συνηθίσεις», «Ρίξε στο γυαλί φαρμάκι», «Τώρα που φεύγω απ' τη ζωή», «Το παρελθόν μου το βαρύ», «Συρματοπλέγματα βαριά» και πολλά, πολλά άλλα.

Η ζωή της Ε. Παπαγιαννοπούλου υπήρξε πολυτάραχη, γεμάτη βάσανα και πάθη... Η μοναδική, δίχως δόλο, συμπεριφορά της στο άγριο παζάρι της καθημερινής συναλλαγής και οι οικονομικές ανάγκες που της δημιουργούσαν οι «διαφυγές», στις οποίες κατέφευγε για να ξεχνάει την πικρή ζωή της, είχαν ως αποτέλεσμα τα τραγούδια της να γίνουν αντικείμενο εκμετάλλευσης και οικειοποίησης από το ίδιο το σινάφι της. Είναι γνωστό ότι, όπως κι ο Χαράλαμπος Βασιλειάδης (Τσάντας), πουλούσε τα τραγούδια της για ελάχιστα χρήματα, κυριολεκτικά για ένα κομμάτι ψωμί. Πουλούσε, όχι μόνο τα τραγούδια της, αλλά και τα πνευματικά της δικαιώματα, με αποτέλεσμα την ώρα που άλλοι πλούτιζαν, εκείνη να είναι μονίμως απένταρη και να πεθάνει φτωχή. Λίγοι είναι αυτοί που της έδωσαν τα δικαιώματά της από τους στίχους της - φωτεινές εξαιρέσεις ο Απόστολος Καλδάρας και ο Μάνος Χατζιδάκις που πάντα της έδιναν τα δικαιώματά της.

«Εγώ γράφω τραγούδια και τα πουλώ», έλεγε σε συνέντευξή της, το '60. «Από εκεί και πέρα δεν ανακατεύομαι αν θα πιάσουν ή όχι, αν θα βγουν ή αν δε θα βγουν σε δίσκους. Μόλις τα παραδώσω, υπογράφω και μια δήλωση παραιτήσεως από διάφορα δικαιώματα, απαρνούμαι τα πνευματικά μου τέκνα». Ετσι, παρ' όλο που δεκάδες απ' αυτά τα «πνευματικά τέκνα» της έγιναν ανεπανάληπτες επιτυχίες, όχι μόνο δεν υπήρχε τ' όνομά της στους δίσκους, αλλά και από οικονομική άποψη δεν της εξασφάλισαν ούτε τα απαραίτητα για να ζήσει. Ομως, όταν κάποιος της έλεγε «Ευτυχία, δεν έχω να φάω» ή «να πληρώσω το νοίκι μου», ό,τι είχε πάνω της το 'δινε.... Η μόνιμη «διαφυγή» της ήταν η χαρτοπαιξία, ένα πάθος, το οποίο πολλοί το εκμεταλλεύτηκαν. Εξάλλου, η ίδια δε νοιαζόταν για την προβολή και την καταξίωσή της...

Να αναφέρουμε χαρακτηριστικά ότι το «Δυο πόρτες έχει η ζωή», σε μουσική κι ερμηνεία Στέλιου Καζαντζίδη, το πούλησε έναντι 250 δραχμών. Ο λαϊκός βάρδος είχε παραδεχτεί αργότερα δημοσίως ότι οι στίχοι του τραγουδιού ανήκαν στην Ε. Παπαγιαννοπούλου. Δε συνέβη, όμως, το ίδιο με άλλους δημιουργούς. Οταν η στιχουργός σε συνεντεύξεις της διεκδίκησε την πατρότητα των στίχων για τα «Καβουράκια», ο Βασίλης Τσιτσάνης βγήκε να τη διαψεύσει, αναφέροντας ότι ύστερα από παραγγελία του, του είχε πάει απλώς ένα προσχέδιο, το οποίο ο συνθέτης το άλλαξε... Πάντως, η ίδια δεν πρόλαβε να δει το όνομά της τυπωμένο δίπλα από τον τίτλο των τραγουδιών της...

Η Ε. Παπαγιαννοπούλου, η μοναδική μαστόρισσα που με τις «σταυροβελονιές» των στίχων της τραγουδήθηκε από χιλιάδες, ή καλύτερα εκατομμύρια κόσμου, η «γριά» που πουλούσε τα τραγούδια της για πενταροδεκάρες, υπήρξε μια πολυδιάστατη, μοναδική προσωπικότητα. Πρωτοπόρα για την εποχή της, έζησε τη ζωή με πάθος, έγραψε με πάθος, προσφέροντας στο λαϊκό μας πολιτισμό στίχους μοναδικούς, αθάνατους.

Κείμενο: Ρουμπίνη Σούλη ("Τα βάσανά της τα έκανε «διαμάντια»..." - Ριζοσπάστης, 20/1/2008)
Επιμέλεια συνδέσμων: Οικοδόμος

Τετάρτη, 25 Ιουνίου 2014

«ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ: ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΣΕΙΣΜΟΥΣ ΠΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΑΙ ΝΑ ’ΡΘΟΥΝ» - Εκδήλωση στο Ανοιχτό Θέατρο Κολωνού για τον Μπ. Μπρεχτ


Σε εκδήλωση που θα γίνει την Πέμπτη 26 Ιούνη στις 8 μ.μ. στο Ανοιχτό Θέατρο Κολωνού (Καπανέως και Ιωαννίνων - Λόφος Κολωνού) θα παρουσιαστούν τα Πρακτικά του Επιστημονικού Συνεδρίου της ΚΕ του ΚΚΕ, «Μπέρτολτ Μπρεχτ: Για τους σεισμούς που μέλλονται να 'ρθουν» (εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»). που πραγματοποιήθηκε τον Απρίλη του 2013, στην έδρα της ΚΕ του ΚΚΕ.
Το πρόγραμμα της εκδήλωσης είναι χωρισμένο σε τρία μέρη και περιλαμβάνει:
Στο Α' ΜΕΡΟΣ:
Μουσική παράσταση, σε κείμενα του Μπ. Μπρεχτ και μουσική των Χανς Αϊσλερ και Θάνου Μικρούτσικου.
Σκηνοθετική Επιμέλεια: Κώστας Καζάκος.
Ενορχήστρωση: Στέφανος Χατζηαναγνώστου.
Διαβάζουν οι ηθοποιοί: Κώστας Καζάκος, Παύλος Ορκόπουλος, Μαριάνθη Σοντάκη.
Τραγουδούν: Σύλβια Καπερνάρου, Θοδωρής Καρέλλας, Έρση Φτούλη.
Παίζουν οι μουσικοί: Δημήτρης Ανδρονιάδης (πιάνο), Δημήτρης Κουφαλάκος (φαγκότο, φυσαρμόνικα), Στέφανος Χατζηαναγνώστου (φλάουτο).
Θα ακουστούν τα ακόλουθα μελοποιημένα ποιήματα του Μπ. Μπρεχτ:
«Εγώ ο Μπέρτολτ Μπρεχτ» (Θ. Μικρούτσικος)
«Ποτάμι ο Μολδάβας» (Χ. Αϊσλερ)
«Η μπαλάντα του έμπορα» (Θ. Μικρούτσικος)
«Γερμανικό εγχειρίδιο πολέμου» (Θ. Μικρούτσικος)
«Το τραγούδι της ενότητας» (Χ. Αϊσλερ)
«Το τραγούδι της αλληλεγγύης» (Χ. Αϊσλερ)
Ενώ στο πρώτο μέρος της εκδήλωσης θα παρουσιαστούν για πρώτη φορά προσαρμοσμένα στα ελληνικά, σε μουσική Χανς Αϊσλερ, τα τραγούδια: «Εγκώμιο στη μάθηση», «Εγκώμιο στη διαλεκτική» και «Το τραγούδι μιας Γερμανίδας μάνας».
Θα διαβαστούν τα ποιήματα: «Ο φωτισμός», «Δίκαια κυνηγημένος», «Η εξαίρεση και ο κανόνας», «Αυτή η ανεργία», «Εγκώμιο στη μάθηση», «Θέατρο, τόπος ονείρων», «Εγκώμιο στη διαλεκτική», καθώς και αποσπάσματα από τα έργα του Μπρεχτ: «Η Μάνα», «Μικρό όργανο για το θέατρο», «Ιστορίες του κ. Κόινερ» και από τη συλλογή κειμένων του, με τίτλο «Για την τέχνη και την πολιτική».
Στο Β' ΜΕΡΟΣ:
Θα παρουσιαστεί η έκδοση της «Σύγχρονης Εποχής» από την Ελένη Μηλιαρονικολάκη, μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ και υπεύθυνη του Τμήματος Πολιτισμού της ΚΕ.
Στο Γ' ΜΕΡΟΣ:
Θα προβληθεί το ντοκιμαντέρ για τη ζωή και το έργο του Μπ. Μπρεχτ «Η τελευταία λέξη δεν ειπώθηκε ακόμα» (παραγωγή του Τμήματος Πολιτισμού της ΚΕ του ΚΚΕ για το Επιστημονικό Συνέδριο, 2013).
Η είσοδος στην εκδήλωση είναι ελεύθερη.
Πληροφορίες πρόσβασης στο Ανοιχτό Θέατρο Κολωνού
Τρόλεϊ 12 (Ζάππειο - Περιστέρι) - στάση Αρμονία
Λεωφορειακή Γραμμή Α13 (Ομόνοια - Κηπούπολη) - στάση Αρμονία
Λεωφορειακή Γραμμή 057 (Ομόνοια - Λόφος Σκουζέ) - στάση Ηλέκτρας.
(Πλησιέστερος σταθμός Μετρό είναι αυτός του Μεταξουργείου). 

902

Δευτέρα, 16 Ιουνίου 2014

Ωδή στον Αθανάσιο Κλάρα


Λένε ότι λαλούν τ' αηδόνια κι αμάν αμάν
κηλαηδούν κι οι πέρδικες στ' απλάγια και στις ρεματιές
Χαρά και δυστυχιά ποτίσανε το χώμα

Πόσοι μ' εμίσησαν και θεν το θάνατό μου
μέρες και νύχτες περπατώ δίχως ψωμί δίχως νερό
ξένοι και ντόπιοι φύλακες ψάχνουν για να με εύρουν

Τζαβέλα μου περήφανε αγκάλιασέ με τώρα
αγκάλιασε και τίναξε το σώμα μου στο χώμα
για να στοιχειώσει ο όρκος μας της λευτεριάς το πότε

Στο φανοστάτη κρέμασαν τα δυο μας τα κεφάλια
πόσο ν' αντέξει κι ο καημός της προδοσιάς τα γλέντια
μην φοβηθείς μη γελαστείς πως πέθανα εχάθη

Και 'σεις βουνά μου κλάψτε με και πάρτε με μαζί σας
η άνοιξη κι αν λαχταρά ο κούκος δεν τη φέρνει
πότε ωρέ, πότε θα 'ρθει της ξαστεριάς το πότε,
οργή κι αντιλαλιά στενάζουν μες τα στήθια
γιατί δεν πρόκαμαν να πουν την άγραφη αλήθεια...

Μουσική-στίχοι: Γιάννης Τσιαντής (cardiotsiantis)
Οι τελευταίες ημέρες του Άρη Βελουχιώτη
Μουσική βασισμένη στα δημοτικά και παραδοσιακά μας τραγούδια.
Τιμή για εμάς που συμμετέχει με το κλαρίνο του ο Πετρολούκας Χαλκιάς
Από το album του λαβύρυθμου ''Πόλη - Εποχές - Άνθρωποι''

Τραγούδι: Νίκος Κωνσταντινόπουλος
Κλαρίνο: Πετρολούκας Χαλκιάς
Λαούτο :Βασίλης Τριάντης
Κιθάρα : Άγγελος Καλοριζικάκης
Βιολί : Πέτρος Γιωρκάτζης
Νταούλι : Γιώργος Χαρωνίτης

Σάββατο, 14 Ιουνίου 2014

Βαμμένα κόκκινα μαλλιά


Μετά τον εμφύλιο… Ανάμεσα σε δυο Ελλάδες ένας λαός που οι προσδοκίες του προδόθηκαν, προσπαθεί ν’ αφήσει πίσω τη φρίκη του πολέμου. Αφού έδεσε πρόχειρα τις πληγές και έθαψε τα σκοτωμένα του όνειρα δίπλα στους νεκρούς, πασχίζει να σταθεί όρθιος και να εξασφαλίσει την επιβίωσή του. Η Ελλάδα του μεροκάματου και του μόχθου που δεν ξεχωρίζει στα σπλάχνα της νικητές και νικημένους,  η Ελλάδα που δεν ξεχνά, έρχεται αντιμέτωπη σε κάθε της βήμα  με το σιδερένιο κράτος των νικητών. Αναζητά, παλεύει, διεκδικεί τον δικό της ουρανό. Λίγο παραπέρα από τα φωτισμένα μέγαρα της πρωτεύουσας, η ζωή βαριανασαίνει στις φτωχογειτονιές. Στα σοκάκια τους, ανάμεσα στα νυχτολούλουδα και στους ασβεστωμένους ντενεκέδες με τα βασιλικά,  ανθίζει και μοσχοβολά η ελπίδα. Και ο έρωτας…

Ο καλόκαρδος τυχοδιώκτης Λούης Ρετσίνας που δεν διστάζει ν’ αρπάξει τη ζωή,  να την στριμώξει στη σέλα της βέσπας του και να οδηγήσει ριψοκίνδυνα κι ας ξέρει ότι θα σπάσει τα μούτρα του… Ο αδερφικός του φίλος, συνεσταλμένος διανοούμενος, πάντα «κύριος», Κωσταντής Μανωλόπουλος, που η ζωή του απλώνει το χέρι, μα δεν τολμά να την αγγίξει και «ζει» ανάμεσα στις σελίδες των βιβλίων και μέσα στα όνειρά του. Την ώρα που  η πραγματική ζωή φεύγει… Η όμορφη, μυστηριακή και τολμηρή Μάρθα που συμβιβάστηκε καθώς κουράστηκε να τον περιμένει… Ο κυρ Πέτρος Ρετσίνας, ο απαισιόδοξος παλαίμαχος μπαρουτοκαπνισμένος αντάρτης που «αποδέχτηκε την ήττα»… Ο ανθρώπινος, ονειροπόλος συνταγματάρχης Κριτσίνης, που πνίγεται κλεισμένος στον «κύκλο» που άλλοι χάραξαν για λογαριασμό του… Ο -μαυραγορίτης στην κατοχή- μεγαλομανάβης και τοκογλύφος Παναγιώταρος… Ο αδίστακτος ανερχόμενος εργολάβος αντιπαροχής Λιακόπουλος… Η τρυφερή και αισθησιακή μικροπαντρεμένη Χαρούλα… και πολλοί ακόμα χαρακτήρες ξετυλίγονται πάνω στο ψηφιδωτό της εποχής που χτίζεται η «νέα» Ελλάδα… Έρωτες, συγκρούσεις, πάθη, όνειρα, δάκρυα, συμβιβασμοί, λάθη,  με κοινό παρανομαστή πάντα το άπιαστο, το ανεκπλήρωτο και της ζωής των γλυκών χυμών τη δίψα.

Η εξαιρετική τηλεοπτική σειρά «Βαμμένα κόκκινα μαλλιά», σε σκηνοθεσία Κώστα Κουτσομύτη, βασίστηκε στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Κώστα Μουρσελά και είναι μια τρανή απόδειξη ότι η τηλεόραση μπορεί να υπηρετήσει την Τέχνη και να την κάνει κτήμα των πολλών, φτάνει να δίνονται οι ευκαιρίες και τα μέσα στους κατάλληλους ανθρώπους.

«Βαμμένα κόκκινα μαλλιά» είναι και ο τίτλος του τραγουδιού των τίτλων της σειράς, σε στίχους και μουσική του Βασίλη Δημητρίου και με ερμηνευτή τον Γιώργο Νταλάρα:


Βαμμένα κόκκινα μαλλιά κάθε νύχτα
σε ποια σεντόνια να δακρύζεις στα κρυφά
δεν έχει περιθώριο η πίκρα
και η χαρά τελειώνει στα μισά.

Λυπημένη μου αγάπη καληνύχτα
δεν τελειώνουμε έτσι εύκολα εμείς
σαν αέρας που σε καίει μες στη νύχτα
όποια πόρτα κι αν ανοίξεις θα με βρεις.

Βαμμένα κόκκινα μαλλιά και μια δάφνη
στο χέρι για παρηγοριά
γιατί θυμάσαι πάντα τα λάθη
γιατί δε φεύγεις για τη λησμονιά.

Βαμμένα κόκκινα μαλλιά μια σταγόνα
στα χείλη να σε καίει για καιρό
ποιος τάζει της ζωής το χειμώνα
και ποιος φοβάται το Χριστό.

Βαμμένα κόκκινα μαλλιά καληνύχτα
του χρόνου πάλι θα σε θυμηθώ.
Καληνύχτα, σ’ αγαπώ.

(Η εικόνα είναι από εξώφυλλο του βιβλίου ― εκδόσεις Πατάκη).

Παρασκευή 13 Ιούνη 2014.
Οικοδόμος

Πέμπτη, 12 Ιουνίου 2014

Χάιμε Σβαρτ: Ποιήματα της αγάπης και της ξενιτιάς ― Jaime Svart: Poemas de amor y exilio


Ξενιτιά θα πει ξεριζωμός, αποχωρισμός, πόνος. Στιγμές ανείπωτης μοναξιάς αλλά και σκληρή πάλη για επιβίωση και αγώνας για να κρατηθούν οι ρίζες υγρές, σαν τις μνήμες τις ποτισμένες με δάκρυ, για να μη ξεραθούν. Η ξενιτιά είναι καημός.  Η νοσταλγία και η προσμονή σύντροφοι αχώριστοι του ξενιτεμένου, που δεν παύει στιγμή να ονειρεύεται την επιστροφή στην «Ιθάκη». Και με το πέρασμα του χρόνου νιώθει δυο φορές ξένος, και η τότε ξενιτιά γίνεται πληγή. Η αγάπη είναι το βάλσαμο.

Ο Χιλιανός ποιητής Χάιμε Σβαρτ αναγκάστηκε να εγκαταλείψει, διωγμένος, την πατρίδα του όταν η αμερικανόδουλη χούντα του φασίστα Πινοσέτ ποδοπάτησε τα δικαιώματα και τις ελευθερίες του χιλιάνικου λαού, και έκλεισε στα   συρματοπλέγματα τα όνειρα και τις καρδιές. Αν και πέρασαν πολλά χρόνια από τότε, η αναγκαστική εξορία-ξενιτιά δεν κατάφερε να σκοτώσει το όνειρο για λευτεριά και δημοκρατία, την ανάγκη για ειρηνική ζωή.  Κρατήθηκε άσβεστη η δίψα του γυρισμού.

Μπορεί στην Ελλάδα ο Σβαρτ να ήρθε σαν ξένος, όμως κράτησε τις ανήσυχες όσο και ευαίσθητες κεραίες του ανοιχτές απέναντι στα προβλήματα και τους αγώνες  και του ελληνικού λαού. Η καρδιά του δεν σταμάτησε να χτυπά για αυτούς που αγωνίζονται για τα ιδανικά της δημοκρατίας, της λευτεριάς και της δικαιοσύνης, και η πένα του να βουτάει στο μελάνι της ελπίδας, και του μεγαλείου του έρωτα και να φτιάχνει ποιήματα «της αγάπης και της ξενιτιάς».

Ο Χάιμε Σβαρτ
Σε μια ζεστή εκδήλωση που έγινε την Πέμπτη 5 Ιούνη 2014, στα πλαίσια του  6ου  Ιβηροαμερικανικού Φεστιβάλ "Λογοτεχνία εν Αθήναις" (περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να βρείτε εδώ), στο κατάμεστο "Λεξικοπωλείο" (Στασινού 13, Παγκράτι), ο Χάιμε Σβαρτ παρουσίασε το  βιβλίο του «Ποιήματα της αγάπης και της ξενιτιάς», και το βιβλίο του επίσης Χιλιανού ποιητή  Μανουέλ Σίλβα Ασεβέδο «Φάτσα Ξεδιάντροπη», σε μετάφραση -και τα δυο- δική του  και της Άννας Καράπα.

Ο Χάιμε Σβαρτ διάβασε στα ισπανικά δικά του ποιήματα και του Ασεβέδο και ο ηθοποιός Τάκης Βαμβακίδης και άλλοι, στα ελληνικά. Στην εκδήλωση συμμετείχαν οι σολίστες κλασικής κιθάρας Εύα Φάμπα και Βαγγέλης Φάμπας και ο τραγουδοποιός Μανώλης Ανδρουλιδάκης, ενώ παρουσιάστηκε και χιλιάνικος χορός. Έγιναν σύντομες παρεμβάσεις-χαιρετισμοί  από τον πρέσβη της Χιλής,  εκπρόσωπο του προξενείου της Βενεζουέλας κ.ά., ενώ παραβρέθηκε και ο πρέσβης της Κούβας. (Πολλές φωτογραφίες και βίντεο από την εκδήλωση μπορείτε να δείτε εδώ.)

Ο Τάκης Βαμβακίδης
Δίπλα στους ταπεινούς και στους δοκιμαζόμενους όπου γης, με ενεργό συμμετοχή στις εκδηλώσεις στήριξης και αλληλεγγύης στην Κουβανική Επανάσταση και τον ηρωικό λαό της Κούβας, αλλά και τους αγωνιζόμενους λαούς της Λατινικής Αμερικής, ο Χάιμε Σβαρτ, εκτός από τα όμορφα ποιήματά του, μας έδωσε στα ελληνικά τους στίχους του μέγιστου επαναστάτη ποιητή Χοσέ Μαρτί (μεταφράζοντάς τους μαζί με την Άννα Καράπα).

Η παρουσία ―που ξέρουμε πάντα ότι θα εξελιχτεί σε συμμετοχή― σε εκδηλώσεις σαν αυτή, είναι ένα βήμα για την έκφραση των αισθημάτων μας φιλίας και αλληλεγγύης προς τους λατινοαμερικάνους «αμίγος», που μας συνδέουν τόσα κοινά, και αδελφοσύνης με τους «κομπανιέρος» που πορευόμαστε κάτω από τον ίδιο ουρανό. Ο Χάιμε Σβαρτ μετά από τόσα χρόνια στην Ελλάδα δεν θα πρέπει να νιώθει «ξένος». Είναι πια ένας σαν και μας.  Ένας από μας.

Πέμπτη 12 Ιούνη 2014.

Τετάρτη, 11 Ιουνίου 2014

Ένας καλύτερος κόσμος - ΤΟΤΕΜ


Now there is joy, f' all across the land...
I don't suppose you say that's a victory.

-Πολλές φορές έρχεται η γνώση και σου τραβάει σφαλιάρες
ενώ ταυτόχρονα αποφεύγεις κατάρες.
Έτσι κι εγώ, κι ήταν γραφτό κάποια να με πετύχει,
γιατί αποφάσισα καιρό να διαβαίνω δίχως τύχη.
-Εκ γενετής σκεπτικιστής και απροσάρμοστος
και στην πορεία υλιστής του κερατά, κι άπιστος.
Ό,τι χειρότερο μπορεί να συναντήσει ένας ιδεαλιστής.
Λογική ψάξε αλλού να βρεις.
-Γεννήθηκα γέρος κι όσο πηγαίνω μικραίνω.
Η ξεγνοιασιά μου έχει μείνει απωθημένο.
Για αυτό επιμένω να προσπαθώ να εκβιάσω καταστάσεις,
να αγκομαχώ να προετοιμάσω επαναστάσεις,
-να καταφέρω όσα δεν έκαναν άλλοι,
από μένα πιο έξυπνοι, πιο δυνατοί, πιο μεγάλοι.
Ψάχνω να βρω ό,τι χειρότερο έχει η αντίπαλη μεριά
και να ανέβω πάνω στις ίδιες ράγες με σιγουριά.
-Στις ίδιες ράγες μα σ' αντίθετη κατεύθυνση.
Με πιο μεγάλη ορμή, δίχως ίχνος πέδηση.
Κι αν χαθώ πάνω στη σύγκρουση, χαλάλι.
Εγώ ανήκω εδώ, σ' αυτό το χάλι.

-Σκεπτικιστής και άπιστος από μικρός,
μπολιασμένος με περηφάνια και μπέσα,
να τραγουδάω για ένα καλύτερο κόσμο που είναι εφικτός,
κι ας ξέρω πως δεν έχω θέση εκεί μέσα.
-Πυρωμένος από φλόγα ευτυχώς,
κι ευθυγραμμισμένος απ' του αγώνα την πρέσα,
να πολεμάω για ένα καλύτερο κόσμο που είναι εφικτός,
μα δυστυχώς, δεν χωράω εκεί μέσα...

-Οι αγώνες είν' η τέχνη του λαού
κι εγώ είμαι τεχνίτης παντός καιρού.
Δεν με εκπαίδευσε κανένας διδάχτορας.
Εμπειρικά κατάφερα κι έγινα μάστορας.
-Όσους αδίκησα τους άξιζε και με το παραπάνω.
Απλώνω πάντα χέρι πιο πάνω απ' όσα φτάνω.
Τη θεωρία μου την κάνω φραγκοδίφραγκα.
Πάντα μ'ακούγανε κι ας μην τους μίλαγα.
-Πάντα με βάζανε μπροστά να βρω εγώ την άκρη,
μη φάνε καμιά ξώφαλτση και φύγει κάνα δάκρυ.
Κάθε εποχή δυο-τρεις μαλάκες σαν κι εμένα θέλει.
"Τράβα μπροστά ξωπίσω εμείς και μη σε μέλει!"
-"Κι άμα στη σύγκρουση χαθείς θα το εκτιμήσουμε
και μετά θάνατον μπορεί να σε τιμήσουμε."
Δεν χρειάζομαι τιμές ρε! Ας πάω χαλάλι,
φτάνει να πάρω μαζί μου αυτό το χάλι.

ΤΟΤΕΜ

Τρίτη, 10 Ιουνίου 2014

ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΔΙΣΤΟΜΟ – Γ. Ρίτσος


Εδώ' ναι το πικρό το χώμα του Διστόμου.
ώ εσύ διαβάτη, όπου πατήσεις να προσέχεις-
εδώ πονά η σιωπή, πονάει η πέτρα κάθε δρόμου
κι απ' τη θυσία κι απ' τη σκληρότητα του ανθρώπου.
Εδώ μια στήλη απλή, μαρμάρινη, όλη κι όλη
με ονόματα σεμνά, και τη Δόξα τα ανεβαίνει
λυγμό λυγμό, σκαλί - σκαλί, μεγίστη σκάλα.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ


Στο Δίστομο διαπράχτηκε ένα -ακόμα- έγκλημα του φασισμού κατά της ανθρωπότητας. Στις 10 Ιούνη του 1944 οι Γερμανοί φασίστες καταχτητές μπαίνουν στην κωμόπολη του Διστόμου, αναζητώντας αντάρτες του ΕΛΑΣ. Αποκλείουν τις εισόδους και αρχίζουν τις έρευνες στα σπίτια, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Συγκεντρώνουν όλους τους κατοίκους και ξεχωρίζουν 104 άνδρες και 114 γυναίκες (μεταξύ αυτών 45 παιδιά και 20 βρέφη). Τους εκτελούν και στη συνέχεια καίνε το χωριό, αφήνοντας πίσω τους κρανίου τόπο…

Κυριακή, 8 Ιουνίου 2014

Είχαμε περηφάνια...


Στον πόλεμο με γνώρισες
στο χαλασμό του κόσμου
και φυλαχτό μου φόρεσες
για να γυρίσω φως μου

Το δάκρυ κάναμε νερό
και το κρασί φαρμάκι
και με το κύμα τ’ αλμυρό
χορτάσαμε ψωμάκι
και με το κύμα τ’ αλμυρό
χορτάσαμε ψωμάκι
το δάκρυ κάναμε νερό
και το κρασί φαρμάκι

Κι είχαμε περηφάνια
στην πίκρα στην ορφάνια
στην πίκρα στην ορφάνια
είχαμε περηφάνια

Φτερά μου δώσαν οι Θεοί
κι απ’ τη φωτιά σε πήρα
χαρά να σ’ έχω στη ζωή
παρηγοριά στη μοίρα

Το δάκρυ κάναμε νερό
και το κρασί φαρμάκι
και με το κύμα τ’ αλμυρό
χορτάσαμε ψωμάκι
και με το κύμα τ’ αλμυρό
χορτάσαμε ψωμάκι
το δάκρυ κάναμε νερό
και το κρασί φαρμάκι

Κι είχαμε περηφάνια
στην πίκρα στην ορφάνια
στην πίκρα στην ορφάνια
είχαμε περηφάνια.

ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ

Μουσική:  Δήμος Μούτσης
          Ερμηνεύει ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης  

 

(Της Σοφίας)