Κυριακή, 24 Αυγούστου 2014

«Ατσίγγανε κι αφέντη μου με τι να σε στολίσω»...

Μια αθάνατη μορφή του 20ού αιώνα

«Ατσίγγανε κι αφέντη μου με τι να σε στολίσω;
Φέρτε το μαυριτονικά σκουτί το πορφυρό
Στον τοίχο της Καισαριανής μας φέραν από πίσω
Κι ίσα ένα αντρίκειο ανάστημα ψηλώσαν το σωρό»
(Απόσπασμα από το ποίημα «Federico Garcia Lorca- 1979» του Ν. Καββαδία)
Το 1936, είναι η χρονιά που μόνο στην περιοχή γύρω από τη Γρανάδα η φασιστική φάλαγγα εξετέλεσε 30.000 άτομα, αφού ο Φράνκο είχε διακηρύξει ότι θα «προστάτευε» την Ισπανία από «τη διεθνή κομμουνιστική, εβραϊκή και μασονική συνωμοσία». Και το πρωινό της 19ης Αυγούστου 1936, κοντά στη Γρανάδα, στο χωριό Βιθνάρ, κοντά στην «Πηγή των Δακρύων» ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα βρίσκει τραγικό θάνατο, δολοφονημένος από τους φαλαγγίτες του δικτάτορα Φράνκο. Το φασιστικό καθεστώς δε δίστασε να εκτελέσει έναν διάσημο ποιητή, που προερχόταν από μια πολύ γνωστή οικογένεια της περιοχής, έναν κορυφαίο, παγκόσμιας ακτινοβολίας ποιητή, τον ποιητή του «ντουέντε».
Ο Λόρκα είχε προειδοποιηθεί από τους φίλους του τον Ιούλιο του 1936, όταν ήταν ήδη γνωστό ότι ο Φράνκο ετοίμαζε τα στρατεύματά του στο ισπανικό Μαρόκο και θα ξεσπούσε ο εμφύλιος πόλεμος, να μην πάει στην Ανδαλουσία. Δύο μέρες μετά την άφιξή του στη Γρανάδα ξέσπασε ο πόλεμος. Η περιοχή ήταν η πρώτη που κατελήφθη από τους φρανκιστές. Ο γαμπρός του Λόρκα και δήμαρχος της Γρανάδας συνελήφθη στις 16 Αυγούστου και την επομένη εκτελέστηκε. Την ίδια ημέρα συνελήφθη και ο Λόρκα.
Παρόλο που ο ποιητής ποτέ δεν εντάχθηκε στο εργατικό επαναστατικό κίνημα, οι κοινωνικές και πολιτικές του θέσεις ήταν τόσο εμφανείς, που για τον Φράνκο και τους υποστηρικτές του δεν είχε καμιά διαφορά από έναν κομμουνιστή. Ο Λόρκα καταδίκαζε την καπιταλιστική κοινωνία και όλα όσα είχε σαν συνέπειες - την αδιαφορία για τη δυστυχία, την αποξένωση, τη φτώχεια και το ρατσισμό. «Εγώ πάντα θα είμαι στο πλευρό αυτών που δεν έχουν τίποτα και στους οποίους δεν επιτρέπεται καν να απολαύσουν ειρηνικά το τίποτα που έχουν».

Ορθωσε το ανάστημά του σε κάθε μορφή αδικίας

Για τους δεξιούς ήταν ένας κομμουνιστής και εχθρός της Εκκλησίας. Λίγο πριν τον Εμφύλιο είχε συντάξει μία προκήρυξη κατά του φασισμού. Δεν άργησε να θεωρηθεί ένοχος στα μάτια της τοπικής φασιστικής οργάνωσης των οπαδών του δικτάτορα Φράνκο. Κάνει το λάθος να κυκλοφορεί ελεύθερα στη Γρανάδα, μέρος που ελέγχουν ακροδεξιοί στασιαστές. Ο ποιητής, μέσα από την ποίησή του, «τραγούδησε» την αγάπη αλλά και το θάνατο, μίσησε το δεσποτισμό και την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο και όρθωσε το ανάστημά του σε κάθε μορφή αδικίας.
«Δε μας ανήκει τίποτα. Δε μας ανήκει τίποτα
Είναι όλα δανεικά απ' τα παιδιά μας.
Το ξέρω, κάποτε θα γίνει ένα θαύμα
Μόνο έχοντας διδαχθεί από την πραγματικότητα, μπορούμε την πραγματικότητα ν' αλλάξουμε.
Δε μας ανήκει τίποτα. Τίποτα δεν είναι δικό μας. Αυτό τον πλανήτη μας τον εμπιστεύτηκαν τα παιδιά μας και πρέπει να τους τον επιστρέψουμε ακέραιο»...
Ο Λόρκα πρωτοείδε το φως στις 5 Ιούνη 1898 στο χωριό Φουέντε Βακέρος, λίγα χιλιόμετρα έξω από τη Γρανάδα. Ο πατέρας του ήταν πλούσιος κτηματίας και η μητέρα του δασκάλα. Από τους πρώτους μήνες της ζωής του υπέστη την ταλαιπωρία σοβαρής ασθένειας, η οποία μάλιστα θα του αφήσει και μια μικρή χωλότητα. Τα παιδικά του χρόνια τα περνάει στον τόπο που γεννήθηκε. Στη συνέχεια θα φοιτήσει στο Πανεπιστήμιο της Γρανάδας όπου θα σπουδάσει Φιλοσοφία και Δίκαιο, ενώ παράλληλα παίρνει μαθήματα κιθάρας και πιάνου με δάσκαλο τον Μανουέλ ντε Φάλια. Το 1918 εγκαθίσταται στη Μαδρίτη. Μένει στη Φοιτητική Εστία και εκεί έχει την ευκαιρία να γνωριστεί με τους Λουίς Μπουνιουέλ, Σαλβαδόρ Νταλί, Μιγέλ Ουναμούνο και άλλους. Το 1920 ανεβαίνει στη Μαδρίτη το έργο του «Τα μάγια της πεταλούδας». Την επομένη χρονιά κυκλοφορεί στη Μαδρίτη η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Βιβλίο ποιημάτων», ενώ παράλληλα γράφει το «Ποίημα του Κάντε Χόντο». Το 1925 ο θίασος της Μαργαρίτας Σίργκου ανεβάζει στη Βαρκελώνη το έργο «Μαριάνα Πινέδα» με σκηνικά του Σαλβαδόρ Νταλί. Το 1928 εκδίδει μαζί με φίλους του από τη Γρανάδα το περιοδικό «El Gallo» («O πετεινός»), όπου και δημοσιεύονται τα μονόπρακτά του «Η παρθένος, ο ναύτης και ο σπουδαστής» και «Ο περίπατος του Μπάστερ Κήτον». Την ίδια χρονιά εκδίδει το πρώτο μέρος του «Ρομανθέρο Χιτάνο», με ποιήματα της περιόδου 1924 - 1927. Μετά τα ταξίδια του στην Νέα Υόρκη και την Κούβα ο Λόρκα επιστρέφει το 1930 στη Μαδρίτη, όπου ανεβαίνει στο θέατρο Εσπανιόλ το έργο του «Η θαυμαστή μπαλωματού». Το 1933 ανεβαίνουν στη Μαδρίτη τα έργα «Ματωμένος γάμος» και «Δον Περλιμπλίν», ενώ την επόμενη χρονιά ανεβαίνει στο Τεάτρο Εσπανιόλ η «Γέρμα» με την Μαργκαρίτα Σίργου. Το θέατρο «Λα Μπαράκα» δίνει παραστάσεις στη Νότια Αμερική, και ο Λόρκα γράφει το «Θρήνο για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας». Τον επόμενο χρόνο, θα παιχτούν τα έργα του «Η παραστασούλα του Δον Κριστόμπαλ» και «Δόνια Ροζίτα η ανύπαντρη»...

Θέατρο και επανάσταση

Στο θέατρο, ο Λόρκα ανακάλυψε ένα ισχυρό μέσο να συνδέεται με το κοινό και να το προκαλεί. Το θέατρο, έγραφε, «είναι ποίηση που σηκώνεται από το βιβλίο και γίνεται ανθρώπινη. Κι όσο γίνεται ανθρώπινη, μιλάει και φωνάζει, κλαίει και απελπίζεται». Αυτή τη σχέση του με το κοινό καταγράφει στο τελευταίο του έργο το «Κοινό» και στο μονόπρακτο «Κωμωδία χωρίς τίτλο». Το «Κοινό», δράμα υπερρεαλιστικό, δίνει μια άλλη εικόνα για το έργο του Λόρκα. Τολμηρή αναζήτηση ενός ονειρικού θεάτρου με ποιητικές εκλάμψεις, προβληματίζεται πάνω στη φύση του θεάτρου, στις σχέσεις συγγραφέα - έργου - θεατή. Η «Κωμωδία χωρίς τίτλο», απόηχος των ταραγμένων χρόνων 1935 - 36, κινείται σ' ένα κλίμα ανησυχητικό κι απειλητικό, κι έχει σαν θέμα την τέχνη, το θέατρο και την επανάσταση.
«Τολμηρότατο και με μια εντελώς νέα τεχνική. Είναι το καλύτερο που έχω γράψει για το θέατρο. (...) Δεν αντιλήφτηκαν τίποτα ή τρόμαξαν - το καταλαβαίνω. Το έργο είναι πολύ δύσκολο και για την ώρα δεν μπορεί να παιχτεί. Εχουν δίκιο. Αλλά σε δέκα ή είκοσι χρόνια θα γίνει τρομερή επιτυχία. Θα δεις».
Αυτά είναι τα λόγια του Λόρκα, μετά την πρώτη ανάγνωση του έργου, σε φίλους του, το φθινόπωρο του 1931. Από τότε το έργο ξαναδουλεύτηκε αλλά δεν εκδόθηκε ποτέ ολόκληρο. Σε κάποιο σημείο ο συγγραφέας - ήρωας του έργου λέει «...Tο να δεις την πραγματικότητα είναι δύσκολο. Και να την διδάξεις, ακόμη περισσότερο. Είναι σα να προφητεύεις στην έρημο. Αλλά δεν πειράζει. Ιδίως σε σας, άνθρωποι της πόλης, που ζείτε με την πιο φτωχή και λυπητερή φαντασία. Ολο, κι όλο που κάνετε είναι να επιζητάτε τέτοιους δρόμους που να μη μαθαίνετε τίποτε. Οταν σφυρίζει ο αέρας, για να μη καταλάβετε τι λέει, παίζετε πιανόλα, για να μη δείτε τον τεράστιο χείμαρρο από δάκρυα που μας κυκλώνει, κλείνετε με σκούρα τα παράθυρα,για να μπορείτε να κοιμηθείτε ήσυχα και να σωπάσετε τον επίμονο γρύλλο της συνείδησής σας, εφευρίσκετε τα ιδρύματα φιλανθρωπίας. Κήρυγμα! Ναι, κήρυγμα! Γιατί να πηγαίνουμε στο θέατρο πάντα για να δούμε τι γίνεται κι όχι τι μας γίνεται»;
Οσοι ανεβάζουν, λοιπόν, έργο του Λόρκα, καλό θα ήταν να διαβάζανε το έργο αυτό! Ισως καταλάβαιναν το μεγαλείο του δημιουργού αυτού και θα απέφευγαν τη μόδα της «αποδόμησης».

«Ποτέ δε με βρήκαν»...

Εβδομήντα οκτώ χρόνια μετά τη δολοφονία του και ο τάφος του μεγαλύτερου Ισπανού ποιητή του 20ού αιώνα παραμένει άγνωστος, όχι όμως και οι συνθήκες του θανάτου του. Βιογράφοι, μελετητές και ερευνητές μπορεί να διαφωνούν στις λεπτομέρειες, αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία για το πώς περίπου συνέβη το έγκλημα. Οι προσπάθειες να αποκαλυφθεί ο τάφος του Λόρκα παραμένουν άκαρπες.
«Επειτα κατάλαβα ότι είχα δολοφονηθεί. Με έψαξαν σε καφετέριες, νεκροταφεία και εκκλησίες...αλλά δε με βρήκαν. Δε με βρήκαν ποτέ; Οχι. Ποτέ δε με βρήκαν» (από τον «Ποιητή στη Νέα Υόρκη»).
Προφητικό; Ποιος ξέρει. Πάντως, σ' ολόκληρο το έργο του Λόρκα, ο θάνατος πλανάται επίμονα. Ενας ισπανικός θάνατος «διαφορετικός» από τους άλλους. Γιατί, σύμφωνα με τον ίδιο τον ποιητή, στη διάλεξή του το 1933 για την «Πρακτική και Θεωρία του duende»: «Σε όλες τις χώρες ο θάνατος είναι το τέλος. Οταν έρχεται, οι κουρτίνες κλείνουν. Οχι όμως στην Ισπανία... Εκεί ο νεκρός είναι περισσότερο ζωντανός απ' ό,τι ένας νεκρός οπουδήποτε αλλού στον κόσμο».

Σοφία Αδαμίδου

Δεν υπάρχουν σχόλια: