«Τον Δεκέμβρη του ’51 υπάρχει στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας της Ενωσης Συγγραφέων άρθρο του Ναζίμ Χικμέτ όπου αναφέρει τους κομμουνιστές ποιητές του κόσμου: Αραγκόν, Νερούδα και μέσα έχει και εμένα. Δεν τον είχα δει ποτέ τον άνθρωπο, πρωτοετής φοιτητής ήμουν ακόμα. Του είχε πει μάλιστα ο Ζαχαριάδης, ο οποίος ήταν καλός αλλά πολύ αυστηρός και δεν ήθελε να παίρνουν τα μυαλά μας αέρα, «Καλά βρε, εγώ τον έστειλα να σπουδάσει, αλλά τόσο σπουδαίος είναι να τον βάλεις δίπλα στον Νερούδα;». Αυτός του απάντησε ότι είναι σαν αυτούς τους ανατολίτες έμπορους που όταν ψάχνουν ένα ύφασμα αρκεί να αγγίξουν την ούγια για να καταλάβουν τι αξίζει. Εγώ τον πρωτοσυνάντησα τρεις μήνες μετά και τον ρώτησα το ίδιο πράγμα. Από τότε μείναμε φίλοι».
[Συνέντευξη του Αλ. Πάρνη στον Απ. Φωτιάδη – πηγή: εφημ. Καθημερινή, 25/10/2009]
(απόσπασμα)
το γαλανό κι εκεί βουτά.
Και ξάφνου βλέπεις το σγουρό κι ατίθασο κεφάλι
να ξεπροβάλει κάπου στ’ ανοιχτά.
στης νέας πίστης το ιερό;
Πότε και πού με την ψυχή σαν έτοιμο φυτίλι
ζύγωσε της μπαρούτης το σωρό;
στην πόλη μας από παλιά.
Κάποιος τον πήρε απ’ το σχολείο που πήγαινε, μια μέρα
για να τον πάει σ’ άλλα σχολειά.
την πνίξαν οι νεροποντές.
Και πιο πολύ την έπνιγεν η δακρυσμένη μπόρα
μες στου κοσμάκη τις ματιές.
που λιάζονταν στη γη.
Κι αντάμα ρούχου και ψωμιού σκορπίσαν την ελπίδα
και αφήσαν μόνο την οργή.
οι δόλιοι δουλευτές,
ήρθαν να τους το πάρουνε σαν κλέφτες όσο κι όσο
κράτος, εμπόροι δανειστές.
μέχρι και τα μικρά παιδιά.
Έδωσαν κείνη τη χρονιά σ’ αίμα, δάκρυ κι αγκούσα
τη μεγαλύτερη σοδειά.
κι απ’ την αντίπερη γραμμή,
οι σταυρωτές γι’ απόκριση το μαύρο δώσαν βόλι
στα στόματα που ζήταγαν ψωμί.
και λόγια και ρυθμό.
Αντί μαντίλι δέσανε ματόβρεχτη παντιέρα
στου κόσμου το λαιμό.
της αγωνίας στην καρδιά.
Ο Νίκος δε με φόβιζε – το πρωινό είχε φύγει
να πάει σχολειό με τ’ άλλα τα παιδιά…
τον είδα να μιλάει απ’ τα σκαλιά
στο πλήθος… Και ν’ ακούγονται σαν κεραυνοί τα σμπάρα
και να τον βρίζουνε του νόμου τα σκυλιά.
Κι ο κόσμος είχε γκρεμιστεί…
Αλλά στην τρυφερή καρδιά της μάνας είπε «Σήκω»
η μάνα του πολεμιστή,
για να με κάνει δυνατή.
Με βάφτισε συντρόφισσα… Κι έτσι από δω και τώρα,
μπήκα στ’ αγώνα το στρατί.
τρυγάει τώρα ο πόλεμος κι ο θάνατος θερίζει.
με τον παππού Ταΰγετο να ’χει τον πρώτο λόγο,
κι η μια πλευρά μ’ αντίμαχη φωτιά μιλάει στην άλλη.
μαζί χτυπάτε το Ναζί και τον ταγματαλήτη!
και από τους κάμπους στα βουνά στρέφει ο λαός τα μάτια,
Στην Καλαμάτα λυτρωτής όπου και να ναι φτάνει.
σαν γιος και λυτρωτής: («Εμπρός ΕΛΑΣ για την Ελλάδα»!)
τότε θα πω: κατάματα την ευτυχία την είδα.
βγαίνουν κραυγές Νικηταρά, φοβέρες Παπαφλέσσα
«Βάλτε φωτιά στους Γερμανούς και τους προσκυνημένους»!
Βοηθάει να ξεχωρίσουμε την ήρα από το στάρι.
έτσι θα πιάσει μοναχά ο αγώνας κι η θυσία.
μη τους αφήσετε παιδιά πάλι να πάνε στράφι.
και στο κοντάρι τ’ ουρανού κυμάτισε η παντιέρα
τον Ύμνο της τραγούδησε – αυτόν που πάντα παίρνει
στεφάνι τη στερνή στροφή στης νίκης το κεφάλι.
«Δεν ήμουν πολύ καλός σπουδαστής. Αλλά υπάρχει μια συγκινητική ιστορία με το ποίημα «Μπελογιάννης». Η εστία όπου μέναμε οι φοιτητές ήταν έξι ώρες πήγαιν’ έλα. Ημουν και αρκετά μεγαλύτερος και δεν κόλλαγα στο κλίμα της εστίας. «Κανόνισε, μου λέει ο Χικμέτ, να δεις τον διευθυντή να σε φέρει κάπου στη Μόσχα». Πραγματικά με έφεραν σε ένα δωμάτιο δίπλα στη βιβλιοθήκη όπου έμεναν τρεις τραυματίες πολέμου. Ηταν πολύ καλά πλάσματα, λάτρευαν την Ελλάδα και τους αντάρτες, αλλά η ζωή μαζί τους ήταν αφόρητη. Ηταν από το μέτωπο τα παιδιά, είχαν και την προδιάθεση των Ρώσων, έπιναν από το πρωί ώς το βράδυ. Ηταν αδύνατον να γράψεις εκεί μέσα. Μου λέει λοιπόν ο Χικμέτ: «Δεν λες στον Ζαχαριάδη να σου νοικιάσει ένα δωμάτιο, αφού σου έχει αναθέσει να γράψεις τον Μπελογιάννη; Πώς να δουλέψεις σε αυτές τις συνθήκες;». Ντράπηκα πολύ, εγώ σπούδαζα με υποτροφία στη Μόσχα, όταν οι παράνομοι στην Αθήνα δεν είχαν υπόγειο να κοιμηθούν και πηγαίνανε στο απόσπασμα, και να ζητάω και σπίτι από το κόμμα… «Δεν το κάνω», του λέω. Υστερα από δέκα μέρες με παίρνει η γυναίκα του: «Εχει μια φίλη ο Χικμέτ με ένα θαυμάσιο σπίτι στη πλατεία Μαγιακόφσκι, της οποίας ο σύζυγος έχει πεθάνει και τα παιδιά λείπουν, εάν θες να πας να μείνεις εκεί, αφού και αυτή δεν θέλει να είναι μόνη», μου λέει. Και πήγα. Το 1989 με καλεί η Ενωση Συγγραφέων για ένα μήνα ως επίσημο επισκέπτη. Κάπου συνάντησα τον μεταφραστή του Χικμέτ και πάνω στη κουβέντα μου λέει: «Ξέρεις, Αλέξη, ο Χικμέτ πλήρωνε ενοίκιο τότε για το δωμάτιο, με μόνο όρο να μη μάθεις τίποτα για να μη σηκωθείς και φύγεις». Ο Χικμέτ είχε πεθάνει το 1965, τόσα χρόνια μετά κάτι ήθελα να κάνω όταν το έμαθα, αλλά τι; Να απλώς το λέω τώρα ότι εκεί γράφτηκε ο «Μπελογιάννης», με τα λεφτά του Χικμέτ…».
[Συνέντευξη του Αλ. Πάρνη στον Απ. Φωτιάδη – πηγή: εφημ. Καθημερινή, 25/10/2009]

Απόσπασμα από την απολογία του Νίκου Μπελογιάννη
ΑπάντησηΔιαγραφή«Οι κομμουνιστές δεν είναι όργανα των ξένων. Ο κομμουνισμός είναι πανανθρώπινο ιδανικό και παγκόσμιο κίνημα. Ξεκίνησε μια φούχτα τον καιρό του Μαρξ, έφτασε σήμερα τα 800 εκατομμύρια και αύριο θα απλωθεί σε όλον τον κόσμο. Μπορεί ποτέ όργανα των ξένων να δημιουργήσουν ένα τέτοιο μεγαλειώδες κίνημα; Ποιος ξένος πράκτορας δίνει με τέτοια απλοχεριά τη ζωή του, όπως τη δίνουν χιλιάδες κομμουνιστές; Οι θυσίες αυτές μόνο με τις θυσίες των πρώτων χριστιανών μπορεί να συγκριθούν. Αλλά και πάλι υπάρχει μια διαφορά, ότι ενώ οι χριστιανοί δέχονταν το μαρτύριο και το θάνατο, ελπίζοντας να κληρονομήσουν τη βασιλεία των ουρανών, οι κομμουνιστές δίνουν τη ζωή τους μην ελπίζοντας σε τίποτα. Τη δίνουν για ν’ ανατείλει στην ανθρωπότητα ένα καλύτερο, ευτυχισμένο αύριο, που αυτοί δε θα το ζήσουν. Ποιο όργανο των ξένων μπορεί να προσφέρει τη ζωή του σ’ έναν τέτοιο μεγάλο σκοπό;»