Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2017

Υπεραστικοί: "Λαγός τη φτέρη έσειε"


Ο λαγός φόρεσε βάτες και οργάνωνε παράτες
για τους άρχοντες του δάσους, με τενόρους και κομπάρσους.
Ήταν κρίσιμη η ώρα, μην τα ζώα πάρουν φόρα
που οι αρχόντοι οι τζιτζιφρίγκοι ’βγάζαν απ’ τη μύγα ξίγκι,
των φτωχών η απαντοχή που δεν βάσταγε στη γη.

Ήταν άδειο το τσουκάλι, ’βγαίναν τ’ άλογα στην πάλη,
ξεσηκώναν τα υποζύγια να τελειώσουν τα μαρτύρια.
Ο λαγός φόρεσε φράκο, τα χαρτιά του έκανε πάκο
και πιστός στους χορτασμένους, κήρυττε στους πεινασμένους,
τρέμοντας ξεσηκωμό, του λαού τον γδικιωμό:

«Άστε τ’ άλογα να λένε. Για την πείνα οι ξένοι φταίνε
απ' το διπλανό το δάσος που ’ρχονται εδώ με θράσος.
Τούτοι παίρνουν τις δουλειές μας, ξαποσταίνουν στις σκιές μας
και θα φτιάξουν και φωλιά στη δική μας φυλλωσιά
.
Την μπουκιά το φαγητό θα μας κόψουνε στα δυο
».

Μια μαϊμού χειροκροτούσε κι ένα φίδι πώς κουνούσε
την ουρά με μαεστρία, των αρχόντων εφεδρεία.
Το πε, το πε ο παπαγάλος, «ο λαγός είναι μεγάλος»
και δυο σαύρες συμφωνούσαν σαν τους απεργούς μετρούσαν,
το ραπόρτο για να δώσουν, παραδάκι να τσεπώσουν.

Μα ο κυρ-Μέντιος παλικάρι, μ’ ένα κόκκινο φουλάρι,
άνεργος εδώ και μέρες πρόβαλε μέσα απ' τις φτέρες.
«Φυλλωσιά δεν μου χει μείνει, μου την πήρανε δυο σκύλοι

που εκτελούσανε κι αυτοί των αρχόντων διαταγή.
Τρεις κοριοί τους το ’χαν πει, πως κοιμόμουνα εκεί.

Ποιά δουλειά έχω να χάσω, που μ’ αφήσανε στον άσσο,
κι οι αρχόντοι στις σκιές μας να χωνεύουν τις τροφές μας.
Απ’ το διπλανό το δάσος, απ’ ανάγκη κι όχι θράσος
τα αδέρφια μας ζυγώνουν, όσοι απ' τη φωτιά γλυτώνουν,
το ψωμί λένε ψωμάκι, δεν κρατάνε από τζάκι.

Τη φωτιά βάλανε πάλι οι αρχόντοι οι μεγάλοι
που εδώ όπως και κει τρώνε όλο το φαϊ.
Των δασών οι πεινασμένοι να σταθούμε ενωμένοι,
μην ακούτε τον λαγό, των χορτάτων τον βαλτό
,
δώστε μια για να του δίνουν, οι βαλτοί “λαγοί να γίνουν”
».

Όλοι οι μέρμηγκες βουρκώσαν. Χρόνια στη δουλειά ματώσαν,
πρόσφυγες ήταν και ’κείνοι που στο δάσος είχαν μείνει.
Νεροκότσυφες κι αηδόνια, πελαργοί και χελιδόνια,
χήνες και νανογεράκια, μετανάστες με μεράκια,
τον κυρ-Μέντιο σαν ακούσαν, βάσανα εξιστορούσαν.

Άρχισε ο λαγός τους πήδους για το καθαρό του είδους,
και στου δάσους τα σοκάκια έσκουζε μ’ άλλα τσιράκια,
οι λαγοί οι εθνικιστές ήταν, λέει, «ακτιβιστές».
Στους χειμώνες και στα θέρη των αρχόντων μακρύ χέρι,
του ντουνιά όλη η σαβούρα δεν αρκούνταν στη μουρμούρα.

Φόρεσε άγρια γκριμάτσα κι αμολήθηκε στην πιάτσα.
Να τρομάξει ήθελε πάλι όποιον σήκωνε κεφάλι.
«Λύκους», έλεγε, με πάθος, τα ζωάκια απ' τ' άλλο δάσος
που απ' τη φωτιά διωγμένα τρέχαν τώρα τρομαγμένα.
“Λύκοι”, “όρνια”, “αρπακτικά”, του λαγού τ’ αφεντικά.

Μπούκαρε και στα σχολεία, να μην πάρουν τα «θηρία»:
τόσα δα αλεπουδάκια, σκίουρους και ελαφάκια,
προσφυγόπουλα ζαρκάδια που της μάνας τους τα χάδια
είχαν χάσει τα καημένα, μόνα και κυνηγημένα.
Και έσκουζε χωρίς αιδώ, «έξω οι ξένοι από δω».

Ο λαγός κουνάει τη φτέρη, ποιο θα τον αρπάξει χέρι,
καθώς πάει νερό να πιει στων αρχόντων την αυλή;
Φτώχεια, πόλεμος, φοβέρα στων αρχόντων τη σκακιέρα,
των δασών οι κολασμένοι να σταθούμε ενωμένοι.
Μπρος της γης οι προλετάριοι μην τους κάνουμε τη χάρη.

υπεραστικοί
Γενάρης 2017

Καλωσορίζουμε τα προσφυγόπουλα στα σχολεία.
Δεν θα περάσει ο φασισμός.

Υπεραστικοί

Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2017

Στρατής Τσίρκας: Για την Ισπανία και τον Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα (4 ποιήματα)


Στρατευμένος διανοούμενος, συγγραφέας των «Ακυβέρνητων Πολιτειών» και της «Χαμένης Άνοιξης», ο Στρατής Τσίρκας (ψευδώνυμο του Γιάννη Χατζηανδρέα) γεννήθηκε στο Κάιρο της Αιγύπτου στις 10 του Ιούλη 1911 και πέθανε στην Αθήνα στις 27 του Γενάρη 1980. Το 1927 δημοσιεύει στα «Παναιγύπτια» το πρώτο του πεζό με τίτλο «Φεγγάρι». Το 1929 εργάζεται ως λογιστής και κατόπιν ως διευθυντής σε εκκοκκιστήριο βάμβακος στην Άνω Αίγυπτο, για δέκα χρόνια. Το 1935 αναλαμβάνει ενεργό δράση μέσα στις τάξεις της αντιφασιστικής οργάνωσης Ligue Pacifiste, ενώ παράλληλα το 1936, μαζί με τον αδελφικό του φίλο Θεοδόση Πιερίδη, πρωτοστατούν στην ίδρυση της κομμουνιστικής οργάνωσης της Αιγύπτου. Τον Ιούλη του 1937 πηγαίνει στο Παρίσι, όπου γίνεται το 2ο Διεθνές Συνέδριο Συγγραφέων για την υπεράσπιση της κουλτούρας ενάντια στον πόλεμο και το φασισμό. Γράφει μαζί με τον Λάγκστον Χιούις τον «Όρκο» στον Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα.

Ο Στρατής Τσίρκας έχει γράψει μυθιστορήματα, διηγήματα, μεταφράσεις, μελέτες και δοκίμια (για τον Καβάφη κ.ά.) και ελάχιστα ποιήματα. Τα τέσσερα ποιήματα υπό τον γενικό τίτλο “Για την Ισπανία και τον Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα” περιλαμβάνονται στην έκδοση «Στρατής Τσίρκας, Τα ποιήματα» (Κέδρος,  1981), που επιμελήθηκε ο Παύλος Α. Ζάννας.

ΟΡΚΟΣ

Στ’ όνομά σου, Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα,
που πέθανες στην Ισπανία για τη λευτεριά
του ζωντανού λόγου,
Εμείς, ποιητές απ’ όλες τις χώρες του κόσμου,
μιλώντας και γράφοντας στις διάφορες και ποικίλες
γλώσσες μας,
παίρνουμε εδώ τον όρκο τον κοινό,
τ’ όνομά σου να μην ξεχαστεί ποτές πάνω στη γης,
κι όσο υπάρχει τυραννία και καταπίεση
στ’ όνομά σου
να τις πολεμούμε
όχι μονάχα με το λόγο
μα και με τη ζωή μας.

[Υπογράφηκε από σαράντα ποιητές και συγγραφείς ―Μπρεχτ, Νερούδα, Αραγκόν, Έρενμπουργκ, Τολστόι, Γκιγιέν κ.ά.― που αντιπροσώπευαν 26 χώρες. Απαγγέλθηκε στο Théâtre de la Porte Saint-Martin στο Παρίσι, στις 18 του Ιούλη 1937, τελευταία μέρα των εργασιών του 2ου Διεθνούς Συνεδρίου των Συγγραφέων.]


ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Mε την γκρίζα κάπα του
ο αγέρας σάρωσε όλα τ’ άστρα
και τα ’κρυψε στους ελαιώνες και τους πρόσταξε
αδιάκοπα να τραγουδούν:
κρι… κρι
κρι… κρι.

Όμως, Εσύ δεν ήρθες,
Φεντερίκο,
παρά την ώρα που κουνούσε
τόσο σιγά της βάρκας μας το ξάρτι,
σαν ένα δάχτυλο που γαργαλούσε
την πίσω από τα σύννεφα κρυμμένη
κοιλιά
του Φεγγαριού.

Και το Φεγγάρι, α, το Φεγγάρι, το «Φεγγάρι Σου»
γελούσε,
― μα ξεκαρδίζονταν στα γέλια το Φεγγάρι, ―
και κυλούσε
από τον ουρανό ως τη θάλασσα
και πάλι
ανέβαινε ψηλά και χαχανούσε.
(Κ’ ήταν το ίδιο το Φεγγάρι,
που τα παιδιά μες στα τραγούδια Σου,
το πιπιλούνε
σαν κεράσι).

Έτσι ήρθες κ’ είχες δώδεκα
πλανήτες κεντημένους στο πετσί Σου
και γύρω απ’ το λαιμό Σου φόραγες
το κόκκινο μαντίλι των τσιγγάνων.
Κ’ είχες στο μέτωπο
τ’ αστέρι το λευκό που σημαδεύει
τον Ταύρο τον καλό,
τ’ αστέρι που ντροπιάζει στους αιώνες
το Φράνκο και το Μόλα και το Λάνο.

Έθεσες πάνω μου τα δυο Σου χέρια,
(τα χέρια Σου… που κλαίει όλη η Γρενάδα…
τα κλαιν οι σπαραγμένες της κιθάρες,
μα πιο πολύ ― αχ, πιο πολύ απ’ όλους ―
τ’ αρφανεμένα στήθια της Καλής Σου)…
Κι αμίλητος εκοίταζες μαζί μου,
Φεντερίκο,
Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα,
το Φεγγάρι…


ΤΟΝ ΠΟΝΟ ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΚΟ

Απόψε μάταια πολεμώ ν’ απολησμονηθώ…
Μάταια σε κράζω θάλασσα, θάλασσα κυματούσα,
να ’ρθεις με τους άνεμους σου, να ’ρθεις με τις δροσιές σου
και με την αναστάσιμη χαρά των ταξιδιών.
Της θύμησης τα βλέφαρα ορθάνοιχτα του κάκου
αναζητούν τα ηλιόλαμπρα ξεφτίδια τα χρυσά
να παίζουν με τα κύματα και τα λευκά πανιά
πού εφήμεροι συντρόφοι μας, χανόταν με τους γλάρους.

Απόψε μάταια προσκαλώ τους κάμπους τους πλατιούς,
που στόλισαν και πλούμισαν οι μόχτοι των ανθρώπων,
τα πεύκα και τα έλατα και τους λαούς των δέντρων,
που τρικυμίζει ο άνεμος και νοσταλγούν πουλιά.
Και το φεγγάρι αναζητώ και τη φωτοπλημμύρα
την ξωτική, που δόξαζε τους δρόμους του νησιού,
τους φράχτες και τις πέργολες που γέρνανε βαριές,
τα ρόδα και τα γιασεμιά και τα πορτοκαλάνθια.

Απόψε εντός μου θέριεψαν οι αγωνίες πολλών
που μες στης μεγαλούπολης αυτής τ’ άμετρα σπίτια
καρδιοχτυπούν θανάσιμα για χάρη της Μαδρίτης…

Τον πόνο το μαρτυρικό της Ισπανίας πονώ.


Σ’ ΕΝΑΝ ΠΟΙΗΤΗ

Πώς ένιωθε
η Παναγία Παρθένα,
στης Βηθλεέμ τους ακάθαρτους στάβλους,
από τις άκρες των σκονισμένων πελμάτων της
ν’ ανεβαίνει το γάλα;
Πώς αναβρύζει το κρίνο
μέσ’ απ’ τον ταπεινό βολβό
και τα βράδια γελάει
στα κοπάδια των άστρων,
γαλανές ρεματιές
σαν περνούν τιντινίζοντας;

Έτσι σε νιώθω!
Μια καταιγίδα από γάλα,
στοργή και κραυγές ανοιξιάτικες,
πλανήτες κι ουράνιους γλυκασμούς,
που με τυλίγει.

Μας δένουν τα ίδια πράματα:
Τα χιονισμένα παράθυρα,
οι ελαιώνες με τα κίτρινα χώματα
οι γλάροι, ω οι γλάροι… κ’ η θάλασσα,
οι μουσικές μαρμάρινες βρύσες
και τα παιδιά που τρέχουν κάτω απ’ τα πλατάνια.

Και μια πίκρα μας αδερφώνει:
Το αίμα.
Το κόκκινο αίμα που τρέχει
καταγής.

Πώς να σου τραγουδήσω
τη φιλία μου;
Καταλαβαίνω που έρχεται
από τη ρίζα του κορμιού μου
και με γεμίζει
γλύκα και φως.

Στρατής Τσίρκας

Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2017

Χρήστος Δημούλας, μελετώντας τον Μπρεχτ (6 ποιήματα)


Από τον ποιητή Χρήστο Δημούλα λάβαμε και δημοσιεύουμε έξι ποιήματα που έγραψε, όπως σημειώνει, μετά από μελέτη Μπρεχτ. Τον ευχαριστούμε.

Σ' ΑΥΤΟ ΤΟ ΣΠΙΤΙ

Σ'αυτό το σπίτι, το γεμάτο υγρασία
το κρεβάτι μου σχεδία στον ωκεανό
και μία πραγματικότητα, πνιγμός και ξηρασία
χέρια ψάχνουνε σπαθιά, τα βλέπω και πονώ..

Σ'αυτό το σπίτι, που πυρετός το καίει
τριγυρνάνε μάτια που γυρεύουν ξαστεριά
κι όσα ξερουνε τι ακριβώς τους φταίει
να κάψουνε ζητάνε κάθε κάλπικη ζαριά..

Σ'αυτό το σπίτι, που ομιλίες το τρυπάνε
μές στους τοίχους του, μία ροή σαν φίδι
σέρνεται στους σωλήνες του, που γέρασαν και σπάνε
κι αρχίζει το μακρύ, χωρίς επιστροφή ταξίδι.

Σ' αυτό το σπίτι, που το ρημάζουνε κανόνια
τα γεγονότα, η Ιστορία, τα ξεπεσμένα χρόνια
τα σκισμένα της ψυχής τα λευκά σεντόνια..
Άγρυπνος παλεύω για νέα χελιδόνια!

25/11/2016


ΤΟ ΚΟΣΤΟΣ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ

Πόσο νοικιάζεται σήμερα το πνεύμα;!
Πόσο κοστίζει απόψε η τιμή του;!
Τι παράδες μας ζητά για να μας δώσει το ψωμί του;!
Σήμερα; Πανάκριβα πουλιέται!
Αύριο; Κι άλλο θ'ακριβύνει!
Η ψεύτικη διανόηση, μία πόρνη που κουνιέται
με τα χείλια της στο γκρεμό μας ρίχνει.
Η δήθεν κουλτούρα σήμερα παγώνει τους εργάτες
στον γκρεμό μας σπρώχνει με λόγια και παρλάτες
μα δεν το ξέρει η βρώμα
έτσι γεννιούνται επαναστάτες!

20/12/2016


ΤΟ ΠΡΟΪΟΝ-ΕΜΠΟΡΕΥΜΑ


Πώς εισβάλλουν τα νέα της τηλεόρασης
του γείτονα στην καμαρά μου...
Πώς μεγαλώνει η ανεργία του απέναντι οικοδόμου
και σκάβει λάκκο στην χαρά μου...

Πόσο μακρινό φαντάζει
για τα λεφτά μου το χωριό μου...
Πόσοι ονομάζουν γραφικό
τον δίκαιο θυμό μου...

Όσες χάρες ετούτη η πλάση
τόσες αλυσίδες στους ανθρώπους..
Η Επιστήμη να μπορεί τον καθένα να χορτάσει
βομβαρδισμένους όμως, καταντά τους τόπους..

Το προϊόν που εμπόρευμα το κάνουν
αργά ή γρήγορα στο αίμα θα βουλιάζει
και οι παραγωγοί του αν δεν το καταλάβουν
ο 'Ηλιος γι'αυτούς ποτέ δεν θα χαράζει..

29/12/2016


Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΣΠΟΡΟΥ

Μαστίγωμα στο βλέμμα, τα όσα συμβαίνουνε εδώ
κι όμως το κακόμοιρο, Μεσσία πώς γυρεύει!
Η κίνηση παραγωγής, άναρχη χωρίς αιδώ..
Κι ο ''καρχαρίας'' που μας τρώει, κοίτα τον.. Πως θεριεύει!

Τώρα..Μελέτες και πλάνα και κονδύλια..
Φτιάχνουνε δρόμο που στον γκρεμό πηγαίνει..
Τα δάκρυα πιά ας σταματήσουνε στα χείλια
με το κλάμμα ο Νούς ποτέ μπροστά δεν βγαίνει.

Κι ενα εργατάκι που μαχαιρώνει η Αδικία
γίνεται αιτία και γεννιέται ενα σποράκι
κι όλα μες στην πνιγηρή και την αισχρή ησυχία
δημιούργουνε ενα σπόρο και νάτο το Δεντράκι.

29-12-2016


XΩΡΑ ΜΙΚΡΗ-ΧΩΡΑ ΠΙΚΡΗ

Χώρα μικρή, χώρα πικρή, με το γέλιο σου πάντα φωναχτό
λέξη φαεινή, με τιμή φθηνή, υποκρισίας υφαντό
κοπέλα γερασμένη, γριά μασκαρεμένη
νιότη τσακισμένη, σε χάπια βουτηγμένη
είσαι πάντα στα κόλπα η χασούρα
σε κρύσταλλο-ουρανό θολούρα.

Μελάνι στην καρδιά σου
αίμα στη ματιά σου
αφύλαχτη πνοή
άσκοπο πρωϊ.

Ξυραφιές στα δύο χείλια
μαρτύριο τα μίλια
του ταξιδιού προς την αυγή
μάχη θανάτου η στιγμή.

Δάχτυλα παγώνουνε να δείχνουνε μπροστά
τα τσακίζουν απολύσεις, μετρήσεις,ποσοστά
καράβια οι λυγμοί και πνίγονται
ιδέες-βρωμόνερα που πίνονται.

Χώρα μικρή, χώρα πικρή, ελπίδα χτυπημένη
θάλασσα άβουη μά ανταριασμένη
με σιωπή οι εχθροί σε κηλιδώνουν
την κρυμμένη σου οργή κι άλλο την φουντώνουν..


Τα νέα φορτηγά

Πέρασαν ξανά τα φορτηγά, να φορτώσουν την πραμάτεια
να φύγουνε προς τα ψηλά, θεόρατα παλάτια
εκεί που σκλαβώνουν αετούς με δακρυσμένα μάτια
με τσακισμένα τα φτερά, με την καρδιά κομμάτια.

Ιππότες τα συνόδεψαν με την στολή την γκρίζα
στρατιωτάκια τρόμου με την καρδιά στην πρίζα
ολόϊδια ρομπότ με το κλειδί στην μίζα
της ανθρωπιάς γαζώνουνε το φύτρο και την ρίζα.

Σκοτεινός ο ουρανός, καθρέφτης που ραγίζει
την μαύρη κοινωνία μας που συνεχώς σαπίζει
τ'άδικο που ανδρώνεται ημέρα την ημέρα
καράβι-καρυδότσουφλο που έπεσε στην ξέρα.

Μα έρχονται νέα φορτηγά να σκίσουν τον αγέρα
ξεφορτώνουν λεβεντιά, τον φόβο κάνουν πέρα
σαρώνουν τα θανάτικα, του τρόμου την φοβέρα
το δίκαιο ατσαλώνουνε κάθε νυχτιά και μέρα!

Ο Χρήστος Δημούλας γεννήθηκε τον Γενάρη του 1977 από πατέρα μανάβη λαϊκών αγορών και μάνα νοικοκυρά. Είναι πτυχιούχος Πολιτικών Επιστημών και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου και κάτοχος τίτλου σπουδών Εργαστηρίου Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας. Εργάστηκε σε εργοστάσιο, μαγαζί παπουτσιών, σούπερ μάρκετ, αποθήκη με είδη σπιτιού & στις λαϊκές αγορές. Τώρα επιβιώνει ως εμπορικός αντιπρόσωπος.

Πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα το 2001 με το: Ψάχνοντας ένα αστέρι που χάθηκε, μικρό πεζό όπως κι άλλα στο Παλμό της Λαϊκής Αγοράς, εφημερίδα που εξέδιδαν για πολλά χρόνια οι πατέρας και θείος του καλύπτοντας κλαδικά και γενικής φύσεως θέματα.

Κέρδισε έπαινο στον ΚΗ Πανελλαδικό Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του 2010 από  τον Φιλολογικό Σύλλογο "Παρνασσός" για την ως τώρα ανέκδοτη ποιητική του συλλογή "Ποθητός ρεαλισμός". Το ίδιο έτος έγραψε στίχους για τα πέντε απ’ τα έξι τραγούδια της δισκογραφικής δουλειάς της Τάνιας Ροζάκη: Δρόμοι που σκεπάζει η μοναξιά.

Το 2011 επιμελείται το χρονολόγιο του κλασσικού φιλειρηνικού περιοδικού Δρόμοι της Ειρήνης, το 2012 μετέχει στο ιντερνετικό περιοδικό 0+1 των νέων λογοτεχνών φίλων του, Φώντα Μακρόπουλου & Ιάκωβου Γερακόπουλου, ενώ απ’ τον Απρίλη του 2013 συνεργάζεται στην "Φωνή των Λογοτεχνών" από το πρώτο τεύχος της.

Τον Δεκέμβρη του 2013 εκδίδει την ποιητική συλλογή: Με λάδι του παρόντος καίνε του μέλλοντος καντήλια, από τις εκδόσεις ΕΝΤΟΣ.

Τον Νοέμβρη του 2014 εκδίδει ξανά στις εκδόσεις ΕΝΤΟΣ την ποιητική συλλογή Οι λαϊκατζήδες.

Τον Φλεβάρη του 2015 καλέστηκε γ’ αυτές τις ποιητικές συλλογές του, στην επιστημονική-λογοτεχνική εκπομπή του HIGH CHANNEL Όπερ έδει ποίησαι. Τον επόμενο Σεπτέμβρη ξεκινά να δημοσιεύει ποίηση & άρθρα στο ηλεκτρονικό περιοδικό FRACTAL, Η ΓΕΩΜΕΤΡΙΑ ΤΩΝ ΙΔΕΩΝ ενώ τον Ιούλιο εκδίδει σε ποιητική μορφή τη βιογραφία του μεγάλου χαράκτη και ζωγράφου της Εθνικής Αντίστασης Γιώργου Φαρσακίδη: "ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΑΡΣΑΚΙΔΗΣ Ο ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΤΟΥ ΛΑΟΥ από τις εκδόσεις ΕΝΤΥΠΟΙΣ.

Συνδημιουργός από το Μάιο του 2016 του Λαϊκού Πανεπιστημίου Αγ. Δημητρίου & Νοτίων Προαστίων.

Ποιήματα και κριτικές αναφορές του έργου του βρίσκονται εκτός των προαναφερθέντων, σε πολλά εγχώρια έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης και πολιτισμού άλλα και σε ανάλογα της Αυστραλίας και του Βελγίου.

Άλλα ενδιαφέροντά του: θέατρο, εικαστικές τέχνες, ταξίδια και κοινωνικές δραστηριότητες.

Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2017

Επιτάφιος για τη Ρόζα Λούξεμπουργκ


Στις 15 του Γενάρη 1919 μια ομάδα στρατιωτών συλλαμβάνει στο Βερολίνο τους ηγέτες του νεοϊδρυμένου ΚΚ Γερμανίας, Ρόζα Λούξεμπουργκ και Καρλ Λίμπκνεχτ και τους δολοφονεί με κτηνώδη τρόπο. Οι δολοφόνοι θα παραδώσουν το άψυχο σώμα του Καρλ σ’ ένα σταθμό πρώτων βοηθειών ως «πτώμα αγνώστου ανδρός», ενώ της Ρόζας θα το πετάξουν σε κανάλι. Ο εντοπισμός του θα γίνει δυνατός μόλις στις 31 του Μάη 1919, όταν τα νερά θα το βγάλουν στην ακτή…

ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΡΟΖΑ ΛΟΥΞΕΜΠΟΥΡΓΚ

Η κόκκινη Ρόζα χάθηκε κι αυτή
Κανείς δεν ξέρει
Πού το κορμί της παραχώσαν
Έλεγε την αλήθεια στους φτωχούς
Γι’αυτό κι οι πλούσιοι την σκοτώσαν.

Μπέρτολτ Μπρεχτ


«Αυτοί οι δήμιοι, αυτοί οι λακέδες της αστικής τάξης έβαλαν τους Γερμανούς λευκοφρουρίτες, τα μαντρόσκυλα της ιερής καπιταλιστικής ιδιοκτησίας, να λιντσάρουν την Ρόζα Λούξεμπουργκ, να τουφεκίσουν πισώπλατα τον Καρλ Λίμπκνεχτ με το ολοφάνερα ψεύτικο πρόσχημα ότι αποπειράθηκε "να αποδράσει"... και, ταυτόχρονα, οι δήμιοι αυτοί πήγαν να καλύψουν τους λευκοφρουρίτες με το κύρος της κυβέρνησης, που δεν έχει δήθεν καμία ευθύνη, που στέκεται τάχα πάνω από τάξεις!

»Δε βρίσκω λόγια να χαρακτηρίσω όλη την αποκρουστικότητα και την ποταπότητα αυτού του φρικτού εγκλήματος που διέπραξαν οι δήθεν σοσιαλιστές... Το αίμα των καλύτερων ανθρώπων της παγκόσμιας προλεταριακής Διεθνούς, των αξέχαστων ηγετών της διεθνούς σοσιαλιστικής επανάστασης, θα ατσαλώσει καινούριες μάζες εργατών για αγώνα ζωής και θανάτου. Και ο αγώνας αυτός θα οδηγήσει στη νίκη».

Β.Ι. Λένιν

Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2017

Ο Κ. Βάρναλης για τον Ν. Καββαδία: «παίρνει φανερά και συνειδητά στάση υπέρ των τίμιων αγωνιστών του Λαού...»


Ο Νίκος Καββαδίας (11 Γενάρη 1910 – 10 Φλεβάρη 1975) ύμνησε με το έργο του τον εργάτη της θάλασσας. Μετουσίωσε σε στίχους όσα διαδραματίζονται πάνω σ’ ένα βαπόρι που σκίζει τους ωκεανούς, με τα μακρινά του ταξίδια, στους πιο ξωτικούς προορισμούς, έχοντας για σημαία του την ελευθερία του νου και της ψυχής. Ο Ν. Καββαδίας θα τυπώσει το 1947  τη δεύτερη ποιητική του συλλογή με τίτλο Πούσι (εκδόσεις Α. Καραβία). Τα ποιήματά του θα γίνουν πολύ γνωστά όταν μελοποιηθούν και τραγουδηθούν και θα κάνουν τον ποιητή από τους πιο αγαπημένους, όλων των ηλικιών. 

Μεταφέρουμε στο διαδίκτυο τη βιβλιοκρισία του Κώστα Βάρναλη για το Πούσι, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ρίζος της Δευτέρας πριν εβδομήντα χρόνια,  στις 27 του Γενάρη 1947. Ο εκτός από μεγάλος ποιητής και σπουδαίος κριτικός Βάρναλης έχει ήδη αναγνωρίσει τη λογοτεχνική αξία του νεαρού ποιητή και έχει εκφραστεί γι' αυτόν με θερμά λόγια, νωρίτερα, σε κριτική του για την πρώτη συλλογή του Ν. Καββαδία Μαραμπού (1933). Τελειώνει μάλιστα εκείνο το κείμενό του με τη φράση «Ας γίνει επί τέλους... γνωστός!». Διαβάζοντας την κριτική για το Πούσι ο αναγνώστης που έχει γνωρίσει την ποίηση του Καββαδία μπορεί να βγάλει συμπέρασμα αν δικαιώθηκε ο Βάρναλης και γιατί.

ΝΙΚΟΥ ΚΑΒΒΑΔΙΑ: «ΠΟΥΣΙ»

Είναι κοντά δεκατέσσερα χρόνια, που ο τότε μικρός το δέμας και την ηλικία ποιητής μάς ξάφνιασε με την πρώτη του ποιητική συλλογή: «Μαραμπού». Στον πολύ εγωιστικό και κάπως θορυβώδη και κρύον ελληνικό λυρισμό, ο νεαρός ποιητής έφερνε ένα καινούργιο ρίγος ξωτισμού ανθρωπιάς και πόνου. Καλά καλά δεν ήτανε ποιήματα· έμμετρες ιστορίες από τη ζωή των ναυτικών, που θαλασσοπνίγονται μήνες στους μεγάλους ωκεανούς ―και στο μεγαλύτερον απ’ όλους: το βίτσιο. Όλα όμως αυτά τα πράματα ήτανε τόσο πρωτοφανίσιμα κείνον τον καιρό και με τόσο αίσθημα κι αλήθεια ειπωμένα, που κι αυτός ο συστηματικός αρνητής και ζόρικος σε παλιούς και νέους ποιητάδες (προ πάντων στους νέους, τους «ποετάστρους»!) Φώτος Πολίτης συγκινήθηκε κι αναγνώρισε την αξία τους.

Ύστερ’ από τόσα χρόνια ο Καββαδίας μας έκανε ένα καινούργιο ξάφνιασμα, που δε θα το ξεχάσει ο νεοελληνικός Λόγος: το «Πούσι». Όλο όλο δεκατέσσερα ποιήματα. Αναλογούν από ένα σε κάθε χρόνο σιωπής. Κι όμως το βιβλίο αυτό είναι τ’ ωραιότερο σ’ εμφάνιση και περιεχόμενο της χρονιάς που μας πέρασε. Κι όχι μονάχα της χρονιάς που πέρασε. Σημειώνει σταθμό στην ιστορία της εκδοτικής και της ποιητικής μας τέχνης. Ήτανε και το κείμενο άξιο και παράξιο, μα και το διακοσμήσανε οι αξιότεροι νέοι ξυλογράφοι μας: ο Βακαλό, ο Βελισσαρίδης, ο Γιαννουκάκης, ο Μόραλης, ο Μόσχος, ο Τάσος, ο Κορογιαννάκης. Διαφορετικά βέβαια ταλέντα μα που η κοινή «αγάπη στο έργο ενός ποιητή» μπόρεσε να μη διασπάσει την καλλιτεχνική ενότητα του συνόλου.


Με το καινούργιο έργο ο ποιητής έχει κάνει τεράστιο άλμα εις ύψος. Η ποιητική του συνείδηση κι η τεχνική του σοφία έχουνε φτάσει σε ασυνήθιστη πληρότητα. Η διάθεση, τα θέματα και το πλαίσιό τους είναι περίπου τα ίδια με του «Μαραμπού» ―αλλά πόσο εξελιγμένα και τελειωμένα!

Το τοπίο δεν είναι τώρα εξωτερικό· είναι συνυφασμένο με την ψυχική ουσία ―εκφραστικό μέσο αυτής της ουσίας: τα εξωτικά στοιχεία δεν είναι καθόλου πρόσθετα και διακοσμητικά. Κι ο στίχος του δεν είναι πια περιγραφικός, είναι καθαρά λυρικός. Κι η ηχητική αυτού του στίχου εξαίσια κι υποβλητική.

Η μετάβαση από νόημα σε νόημα, από επίπεδο σ’ επίπεδο δε γίνεται μαλακά κι αφηγηματικά· γίνεται μ’ απότομα πηδήματα και τα κενά, που τα γεμίζει η ψυχή του αναγνώστη, πλουταίνουνε το νόημα κι ολοκληρώνουνε την αρμονία του.

Αλλά δε φαίνεται πως ο ποιητής θα σταματήσει σ’ αυτό το έργο. Μέσα του υπάρχουν οι αφετηρίες καινούργιων αλμάτων. Είναι τα ποιήματα «Θεσσαλονίκη» και «Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα».

Με το πρώτο μεταφέρει το τοπίο του από τα ξένα στα δικά μας νερά. Και στα δικά μας ακόμα νερά βρίσκει ο ποιητής το ξωτικό στοιχείο. Και δεν φαίνεται απίθανο να τον τραβήξουνε μελλοντικά ο πόνος κι η αμαρτία των ντόπιων συνανθρώπων ―και των στεριανών.

Με το δεύτερο ο ποιητής παίρνει φανερά και συνειδητά στάση υπέρ εκείνων (σ’ όποια γης!) πολεμάνε για τη λευτεριά, υπέρ των τίμιων αγωνιστών του Λαού, που τους σκοτώνουν οι φασιστικές τρομοκρατίες (όποιας χώρας!). Και σ’ αυτήν την περίσταση δε φαίνεται απίθανο να συνεχίσειι ο ποιητής των ηρωικό αυτό δρόμο.

Αλλά το ποίημα του Ισπανοτσιγγάνου Λόρκα αποτελεί και το κλειδί για να βρούμε το βαθύτερο κοινωνικό περιεχόμενο των άλλων του ποιημάτων. Η συμπάθειά του για τους ναυαγούς της θάλασσας και της ζωής (όλοι και ζωντανοί και πνιγμένοι είναι ναυαγοί) φανερώνει ποιος είναι ο Αίτιος πίσω από το πούσι που τον κρύβει. Ο Αίτιος και ο Υπεύθυνος για το σκοτωμό των ανθρώπων του Λαού είτε με τον πόλεμο είτε με την πείνα και για το πνευματικό και το ηθικό τους σκοτάδι, είναι ο ίδιος διεθνικός Μινώταυρος, ο καπιταλισμός, που στην ακμή του εκφυλισμού του και στην ώρα της πτώσης του γίνεται χίλιες φορές αιμοβορότερο θηρίο.

Κ. ΒΑΡΝΑΛΗΣ

Διαβάστε τα ποιήματα «Θεσσαλονίκη» και «Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα», και ακούστε τα μελοποιημένα από τον Θάνο Μικρούτσικο, στο έργο Σταυρός του Νότου (ολόκληρο το έργο σε δυο αναρτήσεις):
         
Ο Σταυρός του Νότου» σε ποίηση ΝΙΚΟΥ ΚΑΒΒΑΔΙΑ - Β΄ μέρος
  
Στο Σταυρό του Νότου περιέχονται μελοποιημένα ποιήματα και από το Μαραμπού.

Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2017

Τη νύχτα που το χιόνι σκέπασε την Αθήνα και τον Πειραιά…

Βίνσεντ Βαν Γκογκ: «Ανθρακωρύχοι στο χιόνι»

Τη νύχτα που το χιόνι σκέπασε την Αθήνα και τον Πειραιά, αυτό το λίγο χιόνι που δεν βάσταξε περισσότερο από μια μέρα, άκουσα μια διαμαρτυρία κι ένα παράπονο από τα πιο αυθεντικά. Ακριβώς έξω από το παράθυρο του δωματίου που κοιμάμαι είναι ένα δέντρο. Ίσως πάνω στο δέντρο αυτό, ίσως κάτω από το γείσο του παραθύρου μου ή της στέγης — δε μπορούσα να καταλάβω — άκουσα με το ξημέρωμα το κελάδημα ενός πουλιού. Μια φωνή παγωμένη, που ζητούσε έλεος. Όλα ήταν σκεπασμένα και τα πουλιά, όπως και τα άγρια ζώα, δεν έχουν σπίτια, δεν έχουν οικονομίες, δεν έχουν δική τους πρόνοια.

Και σκέφτηκα όλη τη γη σκεπασμένη — όπως και πραγματικά ήταν εκείνες τις μέρες — παγωμένη, αδύναμη να προσφέρει βοήθεια σ’ εκατομμύρια τέτοια πλάσματα, που τα πήγαινε και τα ’φερνε ο αγέρας μέσα στον λευκό αυτό θάνατο. Αν μπορούσε να συγκεντρώσει κανείς τις φωνές εκείνων των ημερών, θα συγκέντρωνε έναν απέραντο θρήνο από βελάσματα προβάτων, από ουρλιάσματα λύκων, από μουγκανίσματα βοδιών. Τίποτα δε θα μπορούσε να σώσει τις συμπαθητικές νυφίτσες, τα κουνάβια, τους σκίουρους, τους ασβούς, τα κοτσύφια, τις τσίχλες, τους καλογιάννους.

Μέσα στη βαριά αχλύ της φορτωμένης ατμόσφαιρας κοπάδια πουλιών πήγαιναν κι έρχονταν, συμβολίζοντας το αδιέξοδο της ζωής που παλεύει — που πάλεψε κυρίως — να ξεπεράσει τις φοβερές δυνάμεις των στοιχείων της φύσεως. Και σκέφτηκα τότε τα πολύ παλιά χρόνια που κι ο άνθρωπος δεν είχε σπίτια κι οικονομίες, τότε πού όλη η ζωή, στο σύνολό της ήταν εκτεθειμένη στο έλεος των παγετώνων. Πώς μπόρεσε και επέζησε αυτή η  ζωή; Πρόκειται για ένα θαύμα που μας πιστοποιεί πως η ίδια η ζωή είναι ένα θαύμα. Δεν είναι θαύμα μόνο η γέννησή της κι η διαμόρφωσή της. Το ίδιο θαύμα είναι κι η επιβίωσή της, ένα θαύμα που το κάνει επίκαιρο ο φοβερός αυτός χειμώνας, που όχι μόνον εδώ στην Ελλάδα, αλλά και στην άλλη Ευρώπη περικύκλωσε εφέτος ολόκληρη τη ζωή.

Γλάροι και κύκνοι, έμειναν με τα πόδια αγκιστρωμένα στους πάγους των θαλασσών ή των λιμνών, περιμένοντας τον ήλιο να ευδοκήσει να τους λυτρώσει από το μεγάλο αυτό μαρτύριο. Αλλά κι ο άνθρωπος, ο βασιλεύς αυτός των επινοήσεων και της προνοίας, δεν έμεινε έξω από την πολιορκία. Είχα πιει νερό στο Μικρό Χωριό, που το χόρεψε η γη κι οι βράχοι με τα έλατα έπεσαν πάνω του με πάταγο και το σκέπασαν. Απειλητικές βροχές κι απειλητικά ποτάμια, χιόνια που δεν άφηναν τίποτα ακάλυπτο, ξυπνούν μέσα στο αίμα μας φοβερές μνήμες, προγονικούς θορύβους, προγονικούς φόβους και προγονικές γενναιότητες.

Και μας θυμίζουν πως η ζωή πάνω στον πλανήτη μας υπήρξε μία, που αντεπεξήλθε νικήτρια εναντίον του κοινού εχθρού κι απορεί κανείς, πώς ένα τμήμα της, το τμήμα του ανθρώπινου γένους μπόρεσε κι έκαμε μεταξύ του χιλιάδες πολέμους, ματώνοντας τη γη, τα χιόνια και τα ποτάμια, ξεσκιζόμενο κι αλληλοσπαρασσόμενο μεταξύ του, ενώ απέναντι στον κοινό εχθρό, στη φύση, δεν θα είχε να αντιπαρατάξει παρά μόνο την ειρήνη και τη φιλία μεταξύ του, αυτή τη μόνη εκ βάθους και εξ ύψους βοήθεια στην οποία θα μπορούσε να υπολογίζει για την περισσότερή του ασφάλεια και για την πληρέστερη ευτυχία του.

Το πουλί που άκουσα στο παράθυρό μου το πρωί που το χιόνι σκέπασε την πόλη, δεν κελαηδούσε όπως τις άλλες μέρες. Έκανε μια αίτηση αγάπης προς τα συνάδελφα πλάσματα, όπως τόσες και τόσες ανθρώπινες υπάρξεις εγκατεσπαρμένες κατά μάζες απάνω σ’ αυτή την υδρόγειο, πού έχουν ν’ αντιμετωπίσουν δυο σκληρότητες: τον άνθρωπο και τη φύση. Και που κάναν αίτηση αγάπης και προς τους δύο, απευθυνόμενοι μόνο στον πρώτο.


Νικηφόρος Βρεττάκος
Δρόμοι της Ειρήνης, Φλεβάρης 1963

Κυριακή, 8 Ιανουαρίου 2017

Ναπολέων Λαπαθιώτης: «Ο κομμουνισμός είναι το τελευταίο ατού της ταλαιπωρημένης ανθρωπότητας…»


Τρυφερός, ευαίσθητος, ερωτικός, αλλά και αιχμηρός, ειρωνικός, εκκεντρικός, πότε σαρκαστικός και πότε αυτοσαρκαζόμενος, με το έργο του και με τη ζωή του πήγε κόντρα στις συμβάσεις του καιρού του. Γεννήθηκε στις 31 του Οκτώβρη 1888, από πλούσια και καλλιεργημένη οικογένεια και σπούδασε νομικά, ζωγραφική και πιάνο. Το 1897 άρχισε να συνεργάζεται με το περιοδικό «Διάπλασις των Παίδων». Το 1905 όντας φοιτητής της Νομικής  και θαυμαστής του Όσκαρ Ουάιλντ εμφανίζεται στους λογοτεχνικούς κύκλους μέσα από το περιοδικό «Νουμάς».

"Ποιος ήταν ο κομμουνιστής Λαπαθιώτης;

Ο Λαπαθιώτης ασπάστηκε την κομμουνιστική ιδεολογία τη δεκαετία του '20. Ο Τάσος Βουρνάς αναφέρει ότι από τα πρώτα χρόνια του Μεσοπολέμου ο ποιητής παρακολουθούσε ανοιχτά συγκεντρώσεις «παράνομων». Στα 1929 διαπληκτίστηκε με τον λόγιο φίλο του Χαρίλαο Παπαντωνίου για μια φράση του «επιπολαία και ανευλαβή προς την κομμουνιστική ιδεολογία», όπως αναφέρει σε επιστολή του στο περιοδικό Μπουκέτο. Συνεργάστηκε με τον παράνομο «Ριζοσπάστη»: «Ο κομμουνισμός είναι το τελευταίο ατού της ταλαιπωρημένης ανθρωπότητας. Αν αποτύχει και σ' αυτό, δεν της απομένει παρά η επιστροφή στο σκοτάδι και την αποκτήνωση». Στα 1932 δημοσίευσε στο περιοδικό Νέοι Πρωτοπόροι το πεζό ποίημα «Τραγούδι για το ξύπνημα του προλεταριάτου».

Πέρα απ' όλα αυτά, ο Λαπαθιώτης έζησε με λαϊκό κόσμο, ανθρώπους της εργατικής τάξης και της βιοπάλης, σε όλη του τη ζωή, στις περιπλανήσεις του στο λεκανοπέδιο της Αττικής, όπου, σύμφωνα με τον Γιώργο Τσουκαλά, «άφηνε στη μέση τη συζήτηση που είχε μ' έναν λόγιο φίλο του και γυρνούσε στον Μενιδιάτη φίλο του, ρωτώντας τον για τα αμπέλια και τα πρόβατά του». Στην Κατοχή, ο Λαπαθιώτης φιλοξένησε πολλούς του ΕΛΑΣ στο σπίτι του, και στον ΕΛΑΣ Εξαρχείων έδωσε τα όπλα του πατέρα του, του στρατηγού."*

Το 1916 δημοσιεύεται στον «Ριζοσπάστη» το ποίημά του «Κραυγή», και στη συνέχεια ταξιδεύει στην Αίγυπτο, όπου γνωρίζεται με τον Καβάφη. Το 1927 ο Ναπολέων Λαπαθιώτης δημοσιοποιεί ότι ασπάστηκε την κομμουνιστική ιδεολογία, ενώ με γράμμα του προς τον αρχιεπίσκοπο Αθηνών (δημοσιεύτηκε στον Ριζοσπάστη) δηλώνει ότι «η χριστιανική θρησκεία όπως επίσης και κάθε άλλη θρησκεία μου έχει αποβή τελείως περιττή» και του ζητάει να τον αφορίσει.

"Τι ήταν αυτό που τον απωθούσε στην αστική τάξη;

Ο Λαπαθιώτης ανήκε σε μια αστική τάξη, που δεν είχε βαθιά παράδοση στην Ελλάδα. Καθώς στη χώρα μας δεν υπήρχε βιομηχανική επανάσταση και γνήσια αστική τάξη, αλλά μόνο εισαγωγή της ψυχολογίας του αστισμού, ακόμη και τα λίγα τζάκια στα οποία ανήκε η οικογένειά του, μαϊμούδιζαν τους Ευρωπαίους, Γάλλους και Ιταλούς. Το γούστο αυτής της τάξης τον απωθούσε, γι' αυτό και λαϊκοποίησε την ποίησή του."*

Ο θάνατος της μητέρας του το 1937 θα τον κλονίσει ψυχολογικά. Δυο χρόνια αργότερα τυπώνει την πρώτη του ποιητική συλλογή, ενώ έχουν ήδη  εμφανιστεί τα πρώτα του οικονομικά προβλήματα. Στην Κατοχή πάμφτωχος και εξουθενωμένος από τις καταχρήσεις δέχεται ένα ακόμα μεγάλο χτύπημα· πεθαίνει ο πατέρας του. Για να επιβιώσει αρχίζει να πουλά τα βιβλία του και άλλα προσωπικά του αντικείμενα.

Στη διάρκεια της Κατοχής, ο Ναπ. Λαπαθιώτης φιλοξένησε πολλούς ΕΛΑΣίτες πατριώτες στο σπίτι του, ενώ παρέδωσε τα όπλα του πατέρα του (ήταν στρατιωτικός) στον ΕΛΑΣ Εξαρχείων. Στις 7 του Γενάρη 1944 αυτοκτόνησε με περίστροφο. Τα έξοδα της κηδείας του  καλύφθηκαν από έρανο μεταξύ των φίλων του λογοτεχνών.

* Το 1999 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Άγρα το βιβλίο του σκηνοθέτη-συγγραφέα Τάκη Σπετσιώτη «Χαίρε Ναπολέων», δοκίμιο για την τέχνη του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη. Σε συνομιλία του με τον ποιητή Γιώργο Κακουλίδη που δημοσιεύτηκε στον Ριζοσπάστη, 11/5/2000) ο Τ. Σπετσιώτης θα μιλήσει για τη ζωή και το έργο του ποιητή. Από αυτή τη συνομιλία τα δυο ένθετα της ανάρτησής μας.

Σάββατο 7 Γενάρη 2017.
Οικοδόμος

Παρασκευή, 6 Ιανουαρίου 2017

Μαχμούντ Νταρουίς: Να σκέφτεσαι τους άλλους

Μαχμούντ Νταρουίς

Ο Παλαιστίνιος ποιητής Μαχμούντ Νταρουίς (1941-2008) βίωσε στην παιδική του ηλικία την καταστροφή του χωριού του και την κατοχή από τον ισραηλινό στρατό και στη συνέχεια πιάστηκε αρκετές φορές και φυλακίστηκε για τη δράση του. Έζησε 26 χρόνια εξόριστος, ενώ το έργο του μεταφράστηκε σε πολλές γωνιές του κόσμου.

Το ποίημα Να σκέφτεσαι τους άλλους (από αυτό οι παρακάτω στίχοι) είναι από το βιβλίο του με τον ομώνυμο τίτλο, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται δώδεκα ποιήματά του (μετάφραση: Τζένη Καραβίτη, εκδόσεις Νήσος, 2009).


Καθώς ετοιμάζεις το πρωινό σου, να σκέφτεσαι τους άλλους.
Μην ξεχνάς να ταΐζεις τα περιστέρια.
Όταν πολέμους ξεκινάς, να σκέφτεσαι τους άλλους.
Μην ξεχνάς όσους λαχταρούν την ειρήνη.
Όταν πληρώνεις το νερό, να σκέφτεσαι τους άλλους.
Εκείνους που μόνο τα σύννεφα έχουν να τους θηλάσουν.
Όταν γυρνάς στο σπιτικό σου, να σκέφτεσαι τους άλλους.
Μην ξεχνάς όσους ζουν σε αντίσκηνα.
Όταν τα αστέρια μετράς πριν κοιμηθείς, να σκέφτεσαι τους άλλους.
Εκείνους που δεν έχουνε πού να πλαγιάσουν.
Όταν ελεύθερα μιλάς, να σκέφτεσαι τους άλλους.
Εκείνους που δεν τους αφήνουν να μιλήσουν.
Και καθώς σκέφτεσαι εκείνους τους άλλους,
στον εαυτό σου γύρισε και πες:
«Αχ και να ήμουν ένα κερί στο σκοτάδι».


Αφορμή για να το θυμηθούμε μας έδωσε η καμπάνια της Ελληνικής Επιτροπής για τη Διεθνή Ύφεση και Ειρήνη (ΕΕΔΥΕ) που απευθύνεται σε Συλλόγους Γονέων και Εκπαιδευτικών, καλώντας τους να πάρουν πρωτοβουλίες ώστε οι μαθητές να δημιουργήσουν έργα ατομικά ή ομαδικά σε όλες τις μορφές της καλλιτεχνικής - πνευματικής δημιουργίας, αντλώντας έμπνευση από το συγκεκριμένο ποίημα (λεπτομέρειες εδώ).

«Πιστεύουμε πως το ποίημα αυτό, με το περιεχόμενό του, λειτουργεί θετικά και πολλαπλασιαστικά στα αισθήματα αλληλεγγύης, αγάπης και υποστήριξης που έχουν εκφράσει οι μαθητές στα χιλιάδες παιδιά που ξεριζώθηκαν βίαια από τις εστίες τους και ζουν κάτω από εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες. Ταυτόχρονα, το ποίημα μάς υπενθυμίζει ότι ο "άλλος" είναι ο διπλανός μας, ο συμμαθητής με τους άνεργους γονείς, ο φίλος με την άρρωστη μάνα που δεν μπορεί να βρει νοσηλεία, αλλά κι εμείς οι ίδιοι που ζούμε μέσα στην αβεβαιότητα, στην ανασφάλεια, στο άγχος για το αύριο», σημειώνει η ΕΕΔΥΕ στο κάλεσμά της.

Εμείς με τη σειρά μας σημειώνουμε ότι τέτοιες κινήσεις λειτουργούν σαν κεράκια αντίστασης στο σκοτάδι που μας περιβάλλει και αξίζει να τις αγκαλιάζουμε.

Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2017

Η επεισοδιακή συνάντηση του Βάρναλη με τον Παπαδιαμάντη

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης 
(Ξυλογραφία του Ευθύμη Παπαδημητρίου)

Ο Κώστας Βάρναλης χαρακτήρισε τον Παπαδιαμάντη «μεγαλύτερο νεοέλληνα συγγραφέα»  και ως τον μόνο «που μπορεί κανείς να τον διαβάζει και πάντα να τόνε βρίσκει νέον κι αναπάντεχο», και τον υπερασπίστηκε απέναντι σε  επικρίσεις για τη γλώσσα του: «Οι ήρωές του, άνθρωποι του λαού μιλούνε σ' όλα του τα διηγήματα τη γλώσσα του λαού». Η πρώτη τους συνάντηση (όπως θα δείτε παρακάτω) ήταν επεισοδιακή και στον Παπαδιαμάντη κάθε άλλο παρά καλή εντύπωση άφησε ο νεαρός τότε Βάρναλης… Δεν στάθηκε όμως καθοριστική για τη μετέπειτα γνωριμία τους.

«Ο κυρ Αλέξανδρος, ο πράος άνθρωπος με τη μεγάλη χριστιανική καρδιά, την κοσμοφοβία του, την αγάπη του για τα ταπεινά πλάσματα του θεού και τους λαϊκούς ανθρώπους, με το κανελί πανωφόρι του, το μπαστούνι του, το σκληρό καπέλο του, τη διχαλωτή κοντή γενειάδα του και τα ήμερα (δυσανάγνωστη λέξη) μάτια, περνά ανάμεσα στα πλάσματα της φαντασίας μας και τραβά ίσια για το εικονοστάσι της καρδιάς μας να καθίσει με σταυρωμένα χέρια και με κλειστά μάτια, σαν άγιος στο τέμπλο της εκκλησιάς, ψιθυρίζοντας τα αγαπημένα του «τραγούδια του θεού». Κάπως έτσι σώζεται στη φαντασία των νεώτερων γενιών η ειδή του Παπαδιαμάντη. Ασκητικός, πτωχαλαζών, αμίλητος με την ακινησία βυζαντινής τοιχογραφίας.» Αυτές οι γραμμές του Τάσου Βουρνά στην Επιθεώρηση Τέχνης προλόγιζαν την αναφορά του περιοδικού στην πεντηκοστή επέτειο από το θάνατο του σπουδαίου λογοτέχνη και θεμελιωτή του νεοελληνικού διηγήματος Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, που έφυγε απ’ τη ζωή στις 3 Γενάρη του 1911.

Ο Τ. Βουρνάς με αφορμή την επέτειο θανάτου του Παπαδιαμάντη συνάντησε για λογαριασμό της «Επιθεώρησης Τέχνης» τον Μάρκο Αυγέρη (γιατρός, ποιητής, θεωρητικός και κριτικός της λογοτεχνίας ― περισσότερα για τον ίδιο μπορείτε να δείτε εδώ), ο οποίος του μίλησε για τη γνωριμία του με τον σπουδαίο λογοτέχνη και για τη φιλική σχέση που δημιουργήθηκε ανάμεσά τους. Μεταξύ άλλων ο Αυγέρης διηγείται με τρόπο γλαφυρό και πώς ο Βάρναλης με την «ασεβή» συμπεριφορά του εξόργισε τον Παπαδιαμάντη.

Κατά τη μεταγραφή κάποιες δυσανάγνωστες λέξεις (ευτυχώς λίγες) παραλήφτηκαν.

«Πώς τον γνώρισα; Το θυμούμαι σαν και τώρα. Ήταν στα 1905. Νεαρός τότε φοιτητής, είχα έρθει τον προηγούμενο χρόνο στην Αθήνα και η μεγαλύτερη επιθυμία μου ήταν να γνωρίσω τον Παπαδιαμάντη που τον ήξερα από το έργο του και από τη φωτογραφία του Νιρβάνα, δημοσιευμένη στα «Παναθήναια». Ανέβηκα πολλές φορές στη Δεξαμενή, αλλά δεν στάθηκα τυχερός. Ώσπου ένα σούρουπο βροχερό, με δυνατό άνεμο που ξεμάλλιαζε τις πελώριες λεύκες της Δεξαμενής, τον πέτυχα. Μπαίνοντας στο καφενείο του κυρ Γιάννη τον είδα να κάθεται στο μισοσκόταδο τυλιγμένος στο παλτό του, με το μπαστούνι ανάμεσα στα γόνατά του και το πηγούνι στηριγμένο στη λαβή του μπαστουνιού που έμοιαζε με πατερίτσα ιερατική.

― Αυτός είναι ο Παπαδιαμάντης, μου ψιθύρισαν. Ένιωσα ένα ιερό δέος σα να έβλεπα κάτι το υπερφυσικό. Μέσα στη βροχή και τον άνεμο μου φάνηκε σαν μαύρο πουλί, διωγμένο από την καταιγίδα, που ήρθε ν’ απαγκιάσει στο φτωχό καφενεδάκι.

Αυτή ήταν η πρώτη μου εντύπωση. Τις επόμενες μέρες με παρουσίασαν στον Παπαδιαμάντη ο Κονδυλάκης κι ο Βλαχογιάννης. Με δέχτηκε με ευμένεια και καλοσύνη. Αν και πολύ νέος ήμουν γνωστός κιόλας στους φιλολογικούς κύκλους από το δράμα μου «Ανάμεσα στους ανθρώπους» που είχε παίξει στη Νέα Σκηνή ο Χριστομάνος εκείνη τη χρονιά. Ο Ξενόπουλος και ο Τσακόπουλος είχαν γράψει πολύ επαινετικά για το έργο μου κι ο Παπαδιαμάντης τάχε διαβάσει.

Από τότε γίναμε φίλοι, ο πιτσιρίκος εγώ κι αυτός ο φτασμένος. Του φερόμουν με σεβασμό και πάντα σύμφωνα με την τραυματισμένη ψυχολογία του, γι’ αυτό με συμπαθούσε και με καλούσε να τον συντροφεύω στο καφενείο της Δεξαμενής, χώρια βέβαια από την θορυβώδη και ασεβέστατη παρέα μου, που ο Παπαδιαμάντης την έβλεπε με κάποιο δέος.

Εκείνες τις μέρες έτυχε να γράψει στο «Άστυ» ο Μαλακάσης κάτι εντυπώσεις του ποιητικές από μια εκδρομή του στο παλάτι της δούκισσας της Πλακεντίας στην Πεντέλη. Ο Παπαδιαμάντης, που τον αγαπούσε πολύ και ήθελε πάντα να τον προβάλλει, με ρώτησε το πρωί, καθώς πήγα να τον καλημερίσω στο καφενείο.

― Διάβασες το χρονογράφημα του Μίλτου στο «Άστυ»;

Δεν το είχα διαβάσει. Μούδωσε την εφημερίδα κι εγώ άρχισα να το διαβάζω. Όταν τελείωσα με ρώτησε:

― Ε, δεν είναι έκτακτο;

Δεν μου είχε πολυαρέσει. Ιδίως γιατί άρχιζε με κάτι αφόρητες γενικές. Από σεβασμό συμφώνησα μαζί του.

― Ωραίο είναι!

Εκείνη τη στιγμή φάνηκε ο Βάρναλης. Με τον Παπαδιαμάντη δεν είχε προσωπική γνωριμία, ούτε ταίριαζαν τα χνώτα τους.

― Τι διαβάζεις; με ρώτησε.

Τούδωσα το «Άστυ» τρέμοντας ότι θα πει οπωσδήποτε κάτι πειραχτικό. Και πραγματικά, αφού διάβασε στις πρώτες γραμμές τις απανωτές γενικές, αγανάχτησε!

― (Η ίδια δυσανάγνωστη λέξη επαναλαμβάνεται τρεις φορές)! έκανε κοροϊδευτικά, μου πέταξε την εφημερίδα και απομακρύνθηκε. Έπρεπε νάβλεπες εκείνη τη στιγμή τον Παπαδιαμάντη! Πρώτη και τελευταία φορά τον είδα έτσι οργισμένο.

― Ποιος είναι αυτός; με ρώτησε τρέμοντας.

― Γνωστός μου…ψέλλισα…ποιητής!...

Ο Παπαδιαμάντης σηκώθηκε όρθιος και φώναξε:

― Ορίστε φίλε μου νέοι!... Τι ασέβεια!... και απομακρύνθηκε αγαναχτισμένος.

Αργότερα, βέβαια, γνωρίστηκε με το Βάρναλη και τον είχε δεχτεί κοντά του καθώς και τους άλλους «οργισμένους νέους», που όμως μπροστά στον Παπαδιαμάντη γίνονταν αμίλητα πρόβατα. Τόσο σεβασμό ενέπνεε η παρουσία του, ώστε κι αυτή η αδίστακτη μποεμαρία  της Δεξαμενής, που δε λογάριαζε τίποτε και θορυβούσε ως τα ξημερώματα, λούφαζε και τον άκουγε με θρησκευτική προσήλωση, τόσο αυτόν, όσο και τους φίλους του και συμπότες του ανθρώπους του λαού, που κάθονταν στο τραπέζι του ― ένα σοβατζή και μερικούς πηγαδάδες, καταπληκτικούς λαϊκούς τύπους με μεγάλη καρδιά και αφηγηματικό ταλέντο ανυπέρβλητο.
Δευτέρα 2 Γενάρη 2017.
Οικοδόμος