Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2016

Φώτης Αγγουλές: «Και φέτος η πρωτοχρονιά στη φυλακή με βρίσκει…»

Ο Φώτης Αγγουλές πίσω απ’ τα κάγκελα της φυλακής
«Ο Αγγουλές βρέθηκε στη φυλακή όπως βρέθηκαν οι χιλιάδες αγωνιστές της Εθνικής μας Αντίστασης. Η κατηγορία σε βάρος του ήταν γελοία και φτιαχτή, όπως ήταν κι όλες oι κατηγορίες των συγκρατουμένων του. Η σύλληψή του προκάλεσε τη διεθνή αγανάκτηση. Την ίδια αγανάκτηση προκάλεσε και στον τόπο του, που γνώριζαν τα αισθήματά του και την αξία του. Μα που δυνατότητες κείνο τον καιρό, για να εμποδίσουνε μια ντροπή, όταν στην πατρίδα μας η δικαιοσύνη κυκλοφορούσε σαν μέγαιρα στους δρόμους κρατώντας το σχοινί της κρεμάλας κι όταν κι ο τελευταίος χωροφύλακας, ο πιο άσημος συνεργάτης των κατακτητών, μπορούσε σε μια κόλλα χαρτί να τυλίξει την ανθρωπιά σου, τη ζωή σου, την ελευθερία σου.»

ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ 1956

Κι εφέτος η πρωτοχρονιά, στη φυλακή με βρίσκει,
κι άδειο κανίσκι ειν’ η καρδιά και μαύροι γύρω μου ίσκιοι.
Κι έτσι καθώς σε σκέφτομαι Χαρά που μούχεις λείψει,
μου σιγοτραγουδά η βροχή του σύννεφου τη θλίψη.

Προλετάριος ποιητής και αγωνιστής, κομμουνιστής που υπηρέτησε το λαό και την τέχνη του μένοντας πιστός στα ιδανικά του μέχρι τέλους, ο Φώτης Αγγουλές γεννήθηκε το 1911 στον Τσεσμέ της Μικράς Ασίας. Το πραγματικό του επώνυμο ήταν Χονδρουδάκης. To 1914, κατά το ξέσπασμα του Πρώτου Παγκόσμιου Πόλεμου με την οικογένειά του εγκαταστάθηκαν στη Χίο ως πρόσφυγες. Έβγαλε μόλις την τρίτη δημοτικού αφού αναγκάστηκε να βγει στο μεροκάματο από μικρός. Δούλεψε ψαράς και τυπογράφος. Στην Κατοχή, με κλονισμένη από τις στερήσεις και κακουχίες υγεία, διέφυγε στην Τουρκία και από κει έφτασε στη Μέση Ανατολή όπου κατατάχθηκε εθελοντικά στα ελληνικά στρατιωτικά τμήματα.

«Όπου πέρναγε, όπου στεκόταν να πει ένα λόγο, γινόταν αγαπητός, καλοδεχούμενος. Είχε πάντα στα χείλη του τον καλό λόγο, το κατάλληλο για τη στιγμή πάντα έξυπνο ανέκδοτο, και λες πως μοίραζε την ψυχή του, για να λαφρώσει τον γύρω πόνο, που ξεχείλιζε από το κάθε κελί, το κάθε φινιστρίνι, από κάθε πόρτα και ψυχή. Γι’ αυτούς που πήγαιναν να πεθάνουν είχε ένα βαθύ κι απέραντο σεβασμό. Τον θάμπωνε το μεγαλείο τους. Πολλές μέρες μετά από μια εκτέλεση, τον Αγγουλέ τον έβλεπες συνεπαρμένο, σκεφτικό κι αμίλητο. Έπιανε μια γωνιά ή κάνα πεζούλι και προσπαθούσε να μείνει με την εικόνα εκείνου που έφυγε κλεισμένη στην ψυχή, σαν φυλαχτό, σαν αστέρι.»

ΚΥΠΑΡΙΣΣΙΑ

Τα κυπαρίσσια της φυλακής μάς στοιχειώνουν.
Φυλαχτείτε από τον ίσκιο τους.
Τ’ ακούμε τις νύχτες ν’ ανεμοδέρνουνται και να κλαίνε:
Δέντρα δεν είμαστε πια. Στα κλαδιά μας
σταυρώσανε την Αλήθεια.
Στον ίσκιο μας βασανίσανε την Αγάπη
και κόψαν της Καλοσύνης τα χέρια.
Μια θλίψη πικραίνει τις ρίζες μας.
Σε τούτο τον ουρανό δεν υπάρχουνε άστρα.
Κάτι κίτρινες φλόγες σαν από θειάφι μονάχα,
κάτι ύποπτα βλέμματα σαν πυρωμένα καρφιά,
κι οι ατέλειωτες νύχτες…
Εδώ η ζωή κι η ποινή είναι ένα.
Κάθε μερόνυχτο που ξοφλάς απ’ την καταδίκη σου
το αφαιράς από τη ζωή σου.
Ε κυπαρίσσια, μην κλαίτε.

Όλοι έχουνε από δυο διπλωμένα φτερά
και κανείς δεν γυαλίζει τις χειροπέδες του.
Τα λιμάνια τους είναι σίγουρα.
Κοιτάξετε τους κυματοθραύστες
που τραγουδάνε απάνω τους οι φουρτούνες.
Κυπαρίσσια, μην κλαίτε.

Για την αντιφασιστική δράση του, ο Φώτης Αγγουλές φυλακίστηκε από τον αγγλικό στρατό και την Ελληνική αστική κυβέρνηση του Καΐρου σε φυλακές της Παλαιστίνης και στη συνέχεια κλείστηκε στα στρατόπεδα συγκέντρωσης στην αφρικανική έρημο, μαζί με χιλιάδες άλλους Έλληνες αντιφασίστες αγωνιστές της Μέσης Ανατολής. Το 1945 επέστρεψε στη Χίο.


Στην περίοδο του εμφυλίου κρυμμένος μαζί με τον Μιχάλη Βατάκη (εκτελέστηκε τον Αύγουστο του 1948) σε μια στέρνα στο χωριό Βροντάδο τύπωναν τον παράνομο Τύπο του ΔΣΕ. Πιάστηκε το 1948 και γλίτωσε την εκτέλεση γιατί ξεσηκώθηκε σε υπεράσπιση του σύσσωμος ο λαός της Χίου. Καταδικάστηκε σε 12 χρόνια φυλακή.

«Ο Αγγουλές μέσα από τ’ αδιαπέραστα ντουβάρια της φυλακής, χτισμένα με χιλιάδες τόνους ογκολίθια και σίδερο, αφουγκράζεται το μεγάλο δράμα του κόσμου, το μεγάλο άγχος μπροστά στο φάσμα ενός καινούργιου πολέμου, αδυσώπητου, καταστροφικού. Ξέρει καλά τι περιμένει την ανθρωπότητα, αν δεν παλαίψουν oι λαοί για τη σωτηρία τους, αν μόνοι τους δεν βάλουν φραγμό τα στήθια τους, να μποδίσουν τη μεγάλη μπόρα, τη συμφορά που φτάνει και που τα μαύρα σύννεφά της βάρυναν κιόλας σαν κρεμαστά μολύβια, στον ορίζοντα του κόσμου και της ζωής. Κι έτσι τον καινούργιο χρόνο (1957) — κι αυτόν στη φυλακή — τον υποδέχεται με μια ιαχή Ειρήνης, που αντηχεί σαν φωνή χαράς κι ελπίδας για τον μεγάλο πόθο του κόσμου.»

ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ 1957

Χρόνε καινούργιε, φέρε μας μαζί σου την Ειρήνη.
Φέρε στην Κόλαση ένα φως, στην έρημο μια κρήνη.
Φέρε της γονιμότητας το σπόρο μέσ’ στη μήτρα
της γης, που οι σπόροι καίγουνται χωρίς να βγάλουν φύτρα.

Κοίτα, στον πόλεμο η ζωή κάψαλο μαύρο εγίνη,
κι άλλο από σένα δεν ζητά, παρά μονάχα Ειρήνη.
Ειρήνη σ’ ό,τι ζει κι ανθεί, σ’ ό,τι πονεί και φθίνει,
στο χωρισμό, στον έρωτα, στα πάθη. Ερήνη. Ειρήνη.
Στη μάνα πάνω απ’ τ’ άρρωστο παιδί της που αγρυπνά,
στη μοναξιά του εξόριστου, στου σκλάβου το βραχνά,
στ’ αγνά στηθάκια του παιδιού που νηστικό έχει μείνει,
στα μαύρα τα γεράματα, στ’ άχαρα νιάτα. Ειρήνη.
Στου στρατοκόπου το ραβδί, στου ανήμπορου την κλίνη,
στις νύχτες του κατάδικου, Ειρήνη, Ειρήνη, Ειρήνη,
για να βρει, χρόνε, κι η χαρά, σαν θα θελήσει να ’ρτει,
να ’ναι ανοιχτό το σπίτι μας κι ο κήπος δίχως φράχτη.

Με κατεστραμμένη υγεία και μετά τη φυλακή ο Φώτης Αγγουλές παρέμεινε ακλόνητα πιστός στα ιδανικά του. Ξεψύχησε πάμφτωχος, στο πλοίο της γραμμής Χίος-Πειραιάς στις 28 Μάρτη του 1964. Κυκλοφόρησαν οι συλλογές  του: «Ο λαός της πατρίδας μου» (λαογραφικά για τον Τσεσμέ – 1931), «Φωνές», «Οπτασίες στην έρημο», Φλόγες του δάσους», «Εντελβάις», «Πορεία μέσα στη νύχτα» (1958), «Φουτσιγιάμα» (1963). Ποιήματα του μεταφράστηκαν σε διάφορες χώρες, όπως στη Γαλλία, τη Γερμανία, την Αγγλία, τη Σοβιετική Ένωση, την Πολωνία, τη Βουλγαρία και αλλού.


ΜΗΝ ΚΑΡΤΕΡΑΤΕ

Μην καρτεράτε να λυγίσουμε
μήτε για μια στιγμή,
μήδ’ όσο στην κακοκαιριά
λυγά το κυπαρίσσι.
Έχουμε τη ζωή πολύ
πάρα πολύ αγαπήσει.


Το ένθετο κείμενο από το βιβλίο του Γιώργη Σιδέρη «Φώτης Αγγουλές», εκδόσεις Κέδρος (1981). Τα ποιήματα του Φώτη Αγγουλέ από την έκδοση της Σύγχρονης Εποχής (2011), που βασίστηκε στην αντίστοιχη του εκδοτικού Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις, του 1964, στην πολιτική προσφυγιά. Η φωτογραφία με τον Αγγουλέ πίσω από τα κάγκελα της φυλακής από το Αρχείο Τρ. Μυλωνά. Η φωτογραφία με τον ποιητή να χαμογελά είναι τραβηγμένη από τον φωτογράφο-φωτορεπόρτερ Στέλιο Κασιμάτη.

Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2016

Ναζίμ Χικμέτ: Χιονίζει μες στη νύχτα… NO PASARAN!

«Δεν θα περάσουν!» 
(Αφίσα του ισπανικού εμφυλίου)

Όπως έλεγε ο Μαρξ «σε όλες τις χώρες οι προλετάριοι έχουν τα ίδια συμφέρο­ντα και τον ίδιο εχθρό, έχουν να διεξάγουν τον ίδιο αγώνα». Με τους στίχους και την ίδια τη ζωή του, τη γεμάτη αγώνα, διώξεις και φυλακίσεις, ο Ναζίμ Χικμέτ υπερασπίστηκε κάθε καταπιεσμένο από την καπιταλιστική βαρβαρότητα, πάλεψε δίπλα σε κάθε ταξικό αδέρφι του που επαναστατούσε σε κάθε γωνιά του κόσμου. Ο Χικμέτ ως κομμουνιστής αντιμάχεται την αστική τάξη της χώρας του και, πιστός στο διεθνιστικό του καθήκον, στέκεται στο πλευρό των αγωνιζόμενων λαών.  Το «Χιονίζει μες στη νύχτα» το έγραψε για τον εμφύλιο της Ισπανίας.

Το «Νο pasaran!» («δε θα περάσουν!» οι φασίστες) ήταν η κατακλείδα μιας αντιφασιστικής ομιλίας (Ισπανία, 1936) της θρυλικής Πασιονάριας. Έγινε σύνθημα στα χείλη κάθε αντιφασίστα κατά τη διάρκεια του ισπανικού εμφυλίου και, μέχρι σήμερα, στα χείλη κάθε αγωνιστή, σε πολλές γωνιές του κόσμου, που μάχεται ενάντια στο τέρας του φασισμού.


Χιονίζει μες στη νύχτα

Ούτε ν’ ακούς μια φωνή απ’ τον άλλο κόσμο
Ούτε να βάζεις μες στο υφάδι των στίχων
πράματα αμύθητα
Ούτε ν’ αναζητάς τη ρίμα σάμπως χρυσικός
Ούτε όμορφα λόγια, ούτε μεγάλη πέννα.

Τούτο το βράδυ  ευλογημένος νάναι ο Θεός ―
είμαι πιο πάνου
πολύ πιο πάνου απ’ όλα τούτα.
Τούτο το βράδυ
ένας τραγουδιστής είμαι των δρόμων
είναι γυμνή η φωνή μου δίχως μπιχλιμπίδια
Γυμνή φωνή που τραγουδάει για σένα
ένα τραγούδι που δε θαν τ’ ακούσεις.

Χιονίζει μες στη νύχτα
Κ’ είσαι μπροστά στις πύλες της Μαδρίτης
Έχεις μπροστά σου ολάκερη στρατιά από πολιτείες
Μια στρατιά που σκοτώνει ό,τι πιο ωραίο στον κόσμο ετούτο
Τη νοσταλγία, την ελπίδα, τα παιδιά, τη λευτεριά.

Χιονίζει μες στη νύχτα.
Απόψε μπορεί να ξεπαγιάζουν
τα μουσκεμένα πόδια σου.
Χιονίζει
Κ’ ίσως ενώ σε σκέφτουμαι
την ίδια τούτη τη στιγμή
μπορεί και να σε βρίσκει η σφαίρα
Και τότε πια ούτε χιόνι, ούτε άνεμος.
Χιονίζει.

Εσύ που τώρα μπρός στις πύλες της Μαδρίτης λες «δε θα περάσουν»
Υπήρχες δίχως άλλο κι από πριν.
Ποιος είσουν; πούθε ερχόσουν; ποιά ήταν η δουλειά σου;
Μπορεί και να ’χεις έρθει απ’ τα ορυχεία της Αστούριας
Μπορεί στο μέτωπό σου ένας επίδεσμος ματόβρεχτος
Να κρύβει μια λαβωματιά που πήρες στο Βορρά
Μπορεί και να ’ταν το ντουφέκι σου
πούριξε τη στερνή τη σφαίρα
όταν τα γιούνγκερς καίγαν το Μπιλμπάο.
Ή μπορεί νάσουν κάνας μεροκαματιάρης
στο αγρόχτημα ενός κάποιου κόμητα Φερνάντο Βαλεσιέρο ντε Καρτόμπαν
Ή μπορεί νάχες στην Πουέρτα ντέ Σολ κανένα μικρομάγαζο
και να πουλούσες φρούτα με τα χτυπητά της Ισπανίας χρώματα.
Μπορεί να μην είχες καν επάγγελμα
Μπορεί και νάχες μια ωραία φωνή
Μπορεί και νάσουν σπουδαστής ή της φιλοσοφίας ή του δικαίου
και νάχουν μείνει τα βιβλία σου κάτου απ’ τις ρόδες
των ιταλικών θωρακισμένων.
Μπορεί στον ουρανό να μην πιστεύεις
ή μπορεί νάχεις μες στον κόρφο σου
κανένα σταυρουλάκι περασμένο σ’ ένα σπάγγο.
Ποιός είσαι, πώς σε λένε, πόσο χρόνων είσαι;
Δεν έχω δει, μήτε θα ιδώ το πρόσωπό σου.
Μπορεί  ποιός ξέρει να θυμίζει αχνά τα πρόσωπα
εκείνων που τσακίσαν τον Κολτσάκ στη Σιβηρία.
Μπορεί πάλι να μοιάζει με το πρόσωπο εκεινού
που κείται στο πεδίο της μάχης του Τουμλουμπουνάρ
Ακόμη μπορεί νάσαι ολόιδιος το πορτραίτο
του Ροβεσπιέρου.
Δεν άκουσες ποτέ σου τ’ όνομά μου, κι ούτε θα τ’ ακούσεις.
Ανάμεσό μας είναι θάλασσες, βουνά,
αυτή η καταραμένη μου ανημπόρια
κ’ η Επιτροπή της μη - επεμβάσεως.
Δε μπορώ μήτε νάρθω στο πλευρό σου
μήτε και να σου στείλω ένα κασόνι με φυσίγγια
ή λίγα φρέσκα αυγά
ή ένα ζευγάρι μάλλινα, τσουράπια.
Κι ωστόσο ξέρω πως τα πόδια σου
ριζωμένα στις πύλες της Μαδρίτης
κρυώνουνε σα δυο γυμνά παιδιά
και ξέρω ακόμη
πως ό,τι ωραίο κι ό,τι μεγάλο υπάρχει
ό,τι μεγάλο κι ό,τι ωραίο θα βρει μια μέρα ο άνθρωπος
(ετούτο πούναι η τρομερή λαχτάρα της ψυχής μου)
το ξέρω πως χαμογελάει μέσα στα μάτια του φρουρού μου,
μπρος στις πύλες της Μαδρίτης,
και ξέρω ακόμη πως εχτές, αύριο, κι απόψε βράδυ
αχ, δεν μπορώ να κάνω τίποτ’ άλλο
παρά μονάχα να τον αγαπάω.

1937

ΝΑΖΙΜ ΧΙΚΜΕΤ

Ναζίμ Χικέτ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ (πρόλογος και απόδοση Γιάννη Ρίτσου), Εκδ. (12η) Κέδρος

Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2016

Τα λυπημένα Χριστούγεννα του Μίλτου Σαχτούρη…


Τρία ποιήματα, τρεις στιγμές, τα Χριστούγεννα του ποιητή, ο ποιητής μπροστά στα Χριστούγεννα, ο Σαχτούρης απέναντι στα Χριστούγεννα, η λύπη, το γκρίζο της απογοήτευσης, και της στάχτης, το μαύρο του σκότους, το κόκκινο του αίματος, και της ελπίδας, της ζωοδότρας δύναμης που σιγοκαίει στις στάχτες, «κι όλες οι ρόδες κόκκινες όπως πρώτα θα γυρίζουν πάλι», όταν έρθει ο χρόνος…


                                                            ***
Χριστούγεννα 1948

Σημαία
ακόμη
τα δόκανα στημένα στους δρόμους
τα μαγικά σύρματα
τα σταυρωτά
και τα σπίρτα καμένα
και πέφτει η οβίδα στη φάτνη
του μικρού Χριστού
το αίμα το αίμα το αίμα
εφιαλτικές γυναίκες
με τρυφερά κέρινα
χέρια
απεγνωσμένα
χαϊδεύουν
βόσκουν
στην παγωνιά
καταραμένα πρόβατα
με το σταυρό
στα χέρια
και το τουφέκι της πρωτοχρονιάς
το τόπι
ο σιδηρόδρομος της λησμονιάς
το τόπι του θανάτου

(Από τη συλλογή Με το πρόσωπο στον τοίχο)

Τα λυπημένα Χριστούγεννα των ποιητών

στην Ελένη Θ. Κωνσταντινίδη

Είναι τα λυπημένα Χριστούγεννα 1987
είναι τα χαρούμενα Χριστούγεννα 1987
ναι, τα χαρούμενα Χριστούγεννα 1987!
σκέπτομαι τόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα…
Α! ναι είναι πάρα πολλά.
Πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε ο Διονύσιος Σολωμός
πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε ο Νίκος Εγγονόπουλος
πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε ο Μπουζιάνης
πόσα ο Σκλάβος
πόσα ο Καρυωτάκης
πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε ο Σκαλκώτας
πόσα
πόσα
Δυστυχισμένα Χριστούγεννα Ποιητών.

(Από τη συλλογή Καταβύθιση)

Ο νεκρός τις γιορτές

Εδώ και πολλά χρόνια
σαν πλησιάζουν τα Χριστούγεννα
(αυτός) ο νεκρός γεννιέται μέσα μου
δε θέλει δώρα
δε θέλει χρήματα
πάγο και χρόνια
χιόνια και πάγο
σκισμένα ρούχα
αχνά παπούτσια
ο χρυσός νεκρός
θα βγει έξω
δεν τον γνωρίζει κανένας
τον αλήτη νεκρό
θα κάτσει στο πικρό καφενείο
να πιει τον καφέ του
κι ύστερα πάλι
σε λίγες μέρες
ήσυχα θα πεθάνει (ο νεκρός)

όταν έρθει ο χρόνος

κι όλες οι ρόδες
κόκκινες όπως πρώτα
θα γυρίζουν πάλι.

(Από τη συλλογή Εκτοπλάσματα)

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2016

Μιχάλης Γκανάς, Χριστουγεννιάτικη ιστορία


Κάθεται μόνος
και καθαρίζει τ όπλο του δίπλα στο τζάκι.
Κανείς δε θα ΄ρθει και το ξέρει,
κλείσαν οι δρόμοι από το χιόνι, σαν πέρυσι,
σαν πρόπερσι, Χριστούγεννα και πάλι
και τα ποτά κρυώνουν στο ντουλάπι.
Το τσίπουρο στυφό, το ούζο γάλα
και το κρασί ραγίζει τα μπουκάλια.
Εκείνη τρία χρόνια πεθαμένη.

Κάθεται μόνος του δίπλα στο τζάκι,
δεν πίνει, δεν καπνίζει, δε μιλάει.
Στην τηλεόραση χιονίζει,
το στρώνει αργά στο πάτωμα και στο τραπέζι
και στις παλιές φωτογραφίες,

γνώριμα μάτια των νεκρών,
που τον κοιτάζουν απ το μέλλον.
Εκείνη τρία χρόνια πεθαμένη
και μόνο το δικό της βλέμμα
έρχεται από τα περασμένα.

Κοντεύουνε μεσάνυχτα
και καθαρίζει τ όπλο του απ το πρωί.
Πώς να του πω «Καλά Χριστούγεννα»,
ευχές δε φθάνουν ως εδώ,
δρόμοι κλεισμένοι, τηλέφωνα κομμένα,
η σκέψη αρπάζεται απ το κλαδί της μνήμης,
μα να τρυπώσει δεν μπορεί στη μοναξιά του.
Μια μοναξιά που χτίστηκε σιγά σιγά
μ όλα τα υλικά και δίχως λόγια.

Κοντεύουν ξημερώματα κι ακόμη
γυαλίζει τ όπλο του δίπλα στο τζάκι
με αργές κινήσεις σα να το χαϊδεύει.
Μένει στα δάχτυλα το λάδι
αλλά το χάδι χάνεται.

Θυμάται κυνηγετικές σκηνές
με αγριογούρουνα και χιόνια ματωμένα,
πριν γίνει θήραμα κι ο ίδιος
στην μπούκα ενός κρυμμένου κυνηγού,
που τον παραμονεύει αθέατος
αφήνοντας να τον προδίδουν κάθε τόσο

πότε μια λάμψη κάνης,
πότε μια κίνηση στις κουμαριές
κι η μυρωδιά απ το βαρύ καπνό του.
Ξέρει καλά ότι κρατάει
μακρύκανο παλιό μπροστογεμές
γεμάτο σκάγια και μπαρούτι μαύρο.
Όταν αποφασίσει να του ρίξει
δε θα προλάβει πάλι να τον δει
πίσω απ το σύννεφο της τουφεκιάς του.

Αν σκέφτεται στ αλήθεια κάτι τέτοια,
και δεν τον τιμωρώ εγώ μ αυτές τις σκέψεις,
πώς να πλαγιάσει και να κοιμηθεί.
Λέω να γίνω πατέρας του πατέρα μου,
ένας πατέρας που του έτυχε
σιωπηλό και δύστροπο παιδί,
και να του πω μια ιστορία
για να τον πάρει ο ύπνος.

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά πάρε και τον πατέρα…

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά
πάρε και τον πατέρα· απ τις μασχάλες πιάσ τονε
σα να ΄ταν λαβωμένος. Όπου πηγαίνεις τα παιδιά
εκεί περπάτησέ τον, με το βαρύ αμπέχωνο
στις πλάτες του ν αχνίζει.

Δώσ του κι ένα καλό σκυλί
και τους παλιούς του φίλους, και ρίξε χιόνι ύστερα
άσπρο σαν κάθε χρόνο. Να βγαίνει η μάνα να κοιτά
από το παραθύρι, την έγνοια της να βλέπουμε
στα γαλανά της μάτια, κι όλοι να της το κρύβουμε
πως είναι πεθαμένη.

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά
πάρε κι εμάς μαζί σου, με τους ανήλικους γονείς,
παιδάκια των παιδιών μας. Σε στρωματσάδα ρίξε μας
μια νύχτα του χειμώνα, πίσω απ τα ματοτσίνορα
ν ακούμε τους μεγάλους, να βήχουν, να σωπαίνουνε,
να βλαστημούν το χιόνι. Κι εμείς να τους λυπόμαστε
που γίνανε μεγάλοι και να βιαζόμαστε πολύ
να μοιάσουμε σ εκείνους, να δουν πως μεγαλώσαμε
να παρηγορηθούνε.


Ο Μιχάλης Γκανάς γεννήθηκε στον Τσαμαντά Θεσπρωτίας το 1944. Από το 1962 ζει και εργάζεται στην Αθήνα, όπου ήρθε για να σπουδάσει Νομικά. Βιβλιοπώλης για μια δεκαπενταετία, συνεργάστηκε αργότερα με την Κρατική τηλεόραση ως επιμελητής λογοτεχνικών εκπομπών και Σεναριογράφος. Από το 1989 είναι κειμενογράφος σε διαφημιστική Εταιρεία. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες, ενώ στίχοι του έχουν μελοποιηθεί από γνωστούς Έλληνες και ξένους συνθέτες: Μ. Θεοδωράκης, Ν. Μαμαγκάκης, Ν. Ξυδάκης, Δ. Παπαδημητρίου, Ν. Κυπουργός, G. Bregovic, A. Dinkjian κ.α.  Μετέφρασε τις "Νεφέλες" του Αριστοφάνη για το Θέατρο Τέχνης - Κάρολος Κουν και τους "Επτά επί Θήβας" του Αισχύλου για το ΔΗΠΕΘΕ Πατρών. Το 1994 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για το βιβλίο του "Παραλογή".

Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2016

«Κόκκινο μέτωπο»: Γι’ αυτό το ποίημα καταδικάστηκε ο Αραγκόν

Λ. Αραγκόν και Γ. Ρίτσος (1977)

«Από τη χώρα της δημοκρατικής λευτεριάς μάς έρχεται η είδηση για την πεντάχρονη φυλάκιση του ποιητή Αραγκόν. Φυσικά πως δε μας προξενεί έκπληξη το γεγονός αυτό. Μα ποιο το έγκλημά του; Τρομερό! Δημοσίεψε ένα επαναστατικό ποίημα με τον τίτλο «το κόκκινο μέτωπο» στο περιοδικό «Παγκόσμια Επαναστατική Λογοτεχνία». Το ποίημα αυτό έγινε αιτία να εξεγερθεί εναντίο του η γαλλική αστυνομία και σήμερα να απειλείται ο ποιητής με πεντάχρονη φυλάκιση. Η εντύπωση που προκάλεσε το γεγονός αυτό ήταν φυσικό να γεννήσει την αγανάχτηση των εργατών και διανοούμενων όλου του κόσμου κι από παντού φτάνουν οι διαμαρτυρίες για την καταδίωξη της ελεύθερης σκέψης στη Γαλλία. Στις εκατοντάδες χιλιάδων που διαμαρτύρονται για τον Αραγκόν οι «Ν. Πρωτοπόροι» προσθέτουν την διαμαρτυρία τους και ζητούν την άμεση αποφυλάκιση του ποιητή.»

Έτσι υποδεχόταν, τον Μάη του 1932, το λογοτεχνικό περιοδικό Νέοι Πρωτοπόροι το άκουσμα της είδησης της καταδίκης του κομμουνιστή Γάλλου ποιητή Λουί ΑραγκόνΟ Λουί Αραγκόν (γεννήθηκε στις 3 του Οκτώβρη 1897 και έφυγε από τη ζωή στις 24 του Δεκέμβρη 1982) άρχισε να γράφει τα πρώτα του ποιήματα το 1917 και επηρέασε όσο λίγοι τη γαλλική λογοτεχνία και, αναμφίβολα, τα ευρωπαϊκά γράμματα του 20ου αιώνα.

Είναι διαφωτιστικά για το έργο και τη δράση του Αραγκόν αυτά που σημειώνονται στο περιοδικό Νέοι Πρωτοπόροι: «Ο Αραγκόν είναι σήμερα ένας απ’ τους καλύτερους Γάλλους ποιητές κι ανήκει στην τάση των υπερρεαλιστών.  (…) Οι Υπερρεαλιστές μ’ ένα μανιφέστο που βγάλαν το 1929 διακηρύξανε πως μπαίνουν στην υπηρεσία της επανάστασης και η δράση τους δεν διάψευσε ως σήμερα τη διακήρυξή τους. Στο περιοδικό τους «ο Υπερρεαλισμός στην υπηρεσία της Επανάστασης» προπαγανδίζουν την επαναστατική τέχνη και παίρνουν καθημερινά μέρος στον αγώνα του προλεταριάτου, είναι μέλη οι πιο πολλοί του Κομμουνιστικού Κόμματος. Σ’ ένα τηλεγράφημα του Διεθνούς Γραφείου Επαναστατικής Φιλολογίας με τα λόγια «Ποια η στάσης σας αν ο Ιμπεριαλισμός κηρύξει πόλεμο ενάντια στα Σοβιέτ» απάντησαν: «Η στάση μας θάναι όπως διατάξει η Γ΄ Διεθνής κι ανάλογη με τη στάση του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Χρησιμοποιήστε μας όπως θέλετε. Μα τι μας ρωτάτε; Δε μας δίνετε καλύτερα ντουφέκια ν’ απαντήσουμε με έργα».

Μετά από αυτή την απάντηση ο Αραγκόν προσκλήθηκε και πήρε μέρος στο συνέδριο της Επαναστατικής Φιλολογίας. Όταν γύρισε στο Παρίσι δημοσίευσε  στην επιθεώρηση Παγκόσμια Επαναστατική Φιλολογία το ποίημά του  «Κόκκινο μέτωπο», που αποτέλεσε, όπως συμπεραίνουμε, το  «ξεχείλισμα του ποτηριού» για να διωχθεί από τις γαλλικές αρχές και να καταδικαστεί σε πέντε χρόνια φυλάκιση.

Στο ίδιο τεύχος οι Νέοι Πρωτοπόροι δημοσιεύουν μικρό απόσπασμα από το «Κόκκινο μέτωπο», με την επισήμανση «φυσικά ούτε να μεταφραστεί, ούτε να αποδοθεί ισάξια μπορεί», προσθέτοντας: «Γι’ αυτό και μερικά άλλα μέρη του ποιήματος ο Αραγκόν πρέπει να θάψει τα νειάτα του, την αδάμαστη ενεργητικότητά του, το ταλέντο του, πέντε χρόνια στα μπουντρούμια της Γαλλίας.»

Λίγο αργότερα το περιοδικό επανέρχεται (Ιούλης-Αύγουστος 1932) δημοσιεύοντας «το πρώτο κομμάτι από το ποίημα πούγινε αφορμή να παραπεμφτεί σε δίκη» ο Αραγκόν (οι υποσημειώσεις είναι της έκδοσης):

Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2016

Απ. Σπήλιος: «Μπελογιάννης»

Ο Ν. Μπελογιάννης ανάμεσα σε συναγωνιστές του ΕΛΑΣ

Σαν σήμερα, στις 22 Δεκέμβρη του 1915, γεννήθηκε ο κομμουνιστής ήρωας Νίκος Μπελογιάννης. Ο Μπελογιάννης ανέπτυξε πολιτική δράση όντας μαθητής Γυμνασίου ακόμα, ενώ εντάχθηκε στο ΚΚΕ το 1934. Τον Ιούλη του 1934 διώχτηκε από το πανεπιστήμιο για την επαναστατική του δράση. Το 1935 εκλέχθηκε Γραμματέας της ΚΟ Αμαλιάδας του ΚΚΕ, ενώ στη συνέχεια ως φαντάρος στην Πάτρα διετέλεσε Γραμματέας της ΚΟ στο στρατό.

Το Μάη του 1938 συνελήφθη από τη μεταξική δικτατορία και καταδικάστηκε σε 5 χρόνια φυλάκιση και 2 χρόνια εξορία. Ο πόλεμος του 1940 τον βρήκε στη φυλακή, ενώ ήταν ανάμεσα στους χιλιάδες κομμουνιστές που η κυβέρνηση παρέδωσε στις δυνάμεις κατοχής. Το Σεπτέμβρη του 1943, όντας άρρωστος και κρατούμενος στο «Σωτηρία» κατόρθωσε να αποδράσει και να ενταχθεί στην ΕΑΜική Εθνική Αντίσταση, αναλαμβάνοντας Α’ Γραμματέας της ΚΟ Πάτρας και στη συνέχεια οργανωτής του Γραφείου Περιοχής στη Νότια Πελοπόννησο.

Το Δεκέμβρη του 1946 εντάχθηκε στον Δημοκρατικό Στρατό (Πελοποννήσου), το 1947 στο Γενικό Αρχηγείο του ΔΣΕ στον τομέα Διαφώτισης και κατόπιν υποδιοικητής της Σχολής Αξιωματικών του ΔΣΕ. Στη συνέχεια έγινε Πολιτικός Επίτροπος της 102 Ταξιαρχίας και κατόπιν της 10ης και 1ης Μεραρχίας του ΔΣΕ.

Το 1950 έχοντας περάσει στις Λαϊκές Δημοκρατίες εξελέγη αναπληρωματικό και λίγο καιρό αργότερα τακτικό μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ. Επέστρεψε παράνομα στην Ελλάδα στις 7/6/1950 με κομματική αποστολή (την ανασυγκρότηση των παράνομων Κομματικών Οργανώσεων), συνελήφθη στις 20/12/1950 μαζί με άλλους συντρόφους του και στις 19/10/1951 παραπέμφθηκε στο Έκτακτο Στρατοδικείο Αθηνών με βάση τον ΑΝ 509/1947.

Στις 15/2/1952, δικάστηκε για δεύτερη φορά ως «κατάσκοπος» με τον μεταξικό νόμο ΑΝ 375/1936. Με ένα κόκκινο γαρίφαλο στο χέρι και οπλισμένος με τη δύναμη και την αξιοπρέπεια του λαϊκού αγωνιστή, μέλους του ΚΚΕ, μετέτρεψε τη δίκη του σε βήμα καταγγελίας κατά των διωκτών του.

Ο Νίκος Μπελογιάννης βάδισε αλύγιστος το δρόμο της υπέρτατης θυσίας: «Η ζωή μου», τόνισε ο ίδιος, «συνδέεται με την ιστορία του ΚΚΕ και τη δράση του. Δεκάδες φορές μπήκε μπροστά μου το δίλημμα: να ζω προδίδοντας τις πεποιθήσεις μου, την ιδεολογία μου, είτε να πεθάνω, παραμένοντας πιστός σ' αυτές. Πάντοτε προτίμησα το δεύτερο δρόμο και σήμερα τον ξαναδιαλέγω».

Στις 30 Μάρτη 1952, ώρα τρεις μετά τα μεσάνυχτα, στις φυλακές της Καλλιθέας επικρατεί νεκρική σιγή. Ακούγονται τα βαριά βήματα του δεσμοφύλακα. Φτάνει στο κελί του Νίκου Μπελογιάννη. Το ξεκλειδώνει, τον ξυπνάει. Δίπλα του στέκει, όπως ένα μακάβριο φάντασμα, ο βασιλικός επίτροπος συνταγματάρχης Αθανασούλης. Διαβάζει στον Μπελογιάννη την απόφαση να τον οδηγήσουν μαζί με τους συγκρατούμενούς του Ν. Καλούμενο, Η. Αργυριάδη και Δ. Μπάτση, στην εκτέλεση. Στις 3 και 20 η φάλαγγα βγήκε από τις πόρτες των φυλακών κατευθυνόμενη με δαιμονισμένη ταχύτητα προς το «συνήθη τόπο των εκτελέσεων», το Γουδί.

Το απόσπασμα παρατάσσεται με τα όπλα «επί σκοπόν». Είναι σκοτάδι ακόμα. Οι αρχιδήμιοι στρέφουν τους προβολείς των αυτοκινήτων στα πρόσωπα των μελλοθανάτων. Ωρα 4 και 12 λεπτά. Ακούγονται οι δολοφονικές ομοβροντίες. Το έγκλημα της κυβέρνησης Πλαστήρα ολοκληρώθηκε.

Οι εφημερίδες θα γράψουν, ότι ο Μπελογιάννης είχε ακούσει ήρεμος μ' ένα πικρό χαμόγελο, την καταδίκη του σε θάνατο, αποχαιρέτησε τους συγκρατουμένους του στις φυλακές και μπρος στο εκτελεστικό απόσπασμα αρνήθηκε να του δέσουν τα μάτια. Ζητωκραύγασε για το ΚΚΕ και έπεσε από τις σφαίρες του αποσπάσματος. Ηταν 37 χρόνων.

Το ποίημα του Απόστολου Σπήλιου γράφτηκε αμέσως μετά τη δολοφονία του Μπελογιάννη και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Επονίτης τον Απρίλη του 1952.

Μπελογιάννης

Τα φίδια γύρω του σφυρίζουν μανιασμένα
μα η λεβεντιά μετριέται με καρδιά.
Γέμισε πάλι τ’ όνομά τον τους αιθέρες
Με τους αητούς πετάει συντροφιά.

Βατράχια και γουστέρες, σαλιγκάρια,
που το καβούκι τους λατρεύουν για θεό
ως τον κοιτάν τους κόβεται η ανάσα
και κρύβονται στο βούρκο τον πηχτό…

Οι νυχτερίδες πήγαν ένα γύρω:
Θάνατος στάζει από τις φτερούγες τους βαρύς.
Kaι πολεμάει ολόρθος, με το χάρο
στα μαρμαρένια αλώνια ο διγενής.

Μιλάει μέσα στη νύχτα—και χαράζει
μιλάει και αναφτερώνουν οι  καρδιές
τα λόγια του η πατρίδα τα προστάζει
καθώς μιλάει μέσα στη νύχτα ο Κουκουές.

Πουλιά, νερά, κλαριά λουλουδιασμένα
και περιστέρια με φτερούγες άσπρο φως…
—Και δω θα φέξει! λέει το παλικάρι
και δω θα λάμψει ο ήλιος ο γλυκός.

Οι  νυχτερίδες πήγαν ένα γύρω.
Θάνατος στάζει απ’ τις φτερούγες τους, βαρύς.
Και πολεμάει ολόρθος με το χάρο
στα μαρμαρένια αλώνια ο Διγενής…

1-3-52

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΠΗΛΙΟΣ  

Τα βιογραφικά στοιχεία από το 902.γρ

Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2016

Γι’ αυτή την Αθήνα, την αδούλωτη και τη μαχόμενη… (Δεκέμβρης του ΄44)


«… Εδώ σε τούτη την παράξενη χώρα που τα ποτάμια της,
που οι πέτρες και τα φαράγγια της,
τα σύννεφα και τα βουνά της βγαίνουν μαζί με μας στον πόλεμο
και πολεμάνε και πληγώνονται,
εδώ σ’ αυτά τα δέντρα που οι αρματωλοί κι οι κλέφτες
κρέμασαν τα τραγούδια τους, πέθανε ο Μπάυρον!
Πάει καιρός που έχει πεθάνει ο Μπάυρον!
 Και μια που έναν απόγονο δεν άφησε για την Ελλάδα του,
τι ήρθαν να κάμουν εδώ σήμερα οι στρατιώτες της πατρίδας του
για να το ειπούμε στα πουλιά να του το τραγουδήσουν;

Τους περιμέναμε να ’ρθουν να μας ξαναφιλέψουν
λίγα λουλούδια από τη γης του αγαπητού μας Σέλεϋ
κι ήρθαν να μας σταυρώσουνε το λαό μας τον Άδωνη!
Τον χιλιοπληγωμένο μας Άδωνη. Σηκωθείτε
ν’ αρπάξουμε στα χέρια μας τις σάλπιγγες της πατρίδας!
Να τους το ειπούμε να το καταλάβουνε: Δεν χαμηλώνει ο Όλυμπος.
Να τους το ειπούμε να το καταλάβουνε πως δεν αλλάζει ο ήλιος!
Πως δεν αλλάζουνε τα χρώματα ποτές σ’ αυτή τη χώρα,
και πως ποτέ δεν κόπηκε στη μέση το τραγούδι.
Το αφήνει ο γέρος του Μωριά ― το ξαναπιάνει ο Άρης,
το αφήνουν τα κλεφτόπουλα ― το παίρνουν οι ελασίτες,
το παίρνουν τα ψηλά βουνά, το σέρνουν τα ποτάμια
το αφροκοπούν οι θάλασσες ― καίγονται τα λημέρια
Μωριά και Ρούμελη…»

Αυτή την ιστορία την έζησε ο λαός μας έτσι όπως τη δίνουν πλαστικά οι στίχοι του Νικηφόρου Βρεττάκου που ακούσατε. Πέρασαν από τότε 17 χρόνια. Μα τίποτα δεν σβήνεται από την εθνική μνήμη.

Τέσσερα χρόνια είχε κρατήσει η νύχτα της φασιστικής κατοχής. Και για να διώξει το σκοτάδι της ο λαός ρίχτηκε σε τιτάνια, σκληρή και άνιση μάχη. Άστραψαν ως τον ουρανό οι λάμψεις από τις εκρήξεις του Γοργοπόταμου και των Τεμπών. Στους κάμπους βροντούσε το κανόνι και στα βουνά κεραυνοί. Λαμπάδες τα χωριά στο βωμό της λευτεριάς, χιλιάδες οι νεκροί του μεγάλου αγώνα.

Η μούσα του Νίκου Παπά έτσι μας τραγούδησε εκείνη τη νύχτα:

Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2016

Ναπολέων Λαπαθιώτης φιλοσοφών και αυτοσαρκαζόμενος


«Κινητοποίησα τις αναμνήσεις μου, συγκέντρωσα κάτι, ό,τι μπόρεσα να βρω, από τις αναμνήσεις των άλλων, έβαλα κάτω και τα δικά του χαρτιά, ― και με βάση κυρίως τα τελευταία αυτά, προσπάθησα να τον δω, να τον στήσω ολόκληρο, πάλι, μπροστά μου ζωντανό, κ’ έτσι να τον δείξω. Μα δεν είναι εύκολο. Δεν είναι καθόλου εύκολο να πεις, ότι ο άνθρωπος τούτος, είναι τούτος ο άνθρωπος, πράγματι. Παλιά αλήθεια, ότι τα φαινόμενα απατούν. Μια άλλη, το ίδιο παλιά, αλήθεια, είναι, πως κ’ οι ίδιοι εμείς δεν είμαστε πάντα βέβαιοι, ότι ξέρουμε τον εαυτό μας. Και μια τρίτη, πως, όσο να ’ναι πάντα γνωρίζουμε τον εαυτό μας καλύτερα απ’ όσο ξέρουμε τον άλλον, κι απ’ όσο μας ξέρει ο άλλος. Γι’ αυτό, ας δώσουμε, για μιαν ακόμη φορά, τον λόγο στον ίδιο τον ποιητή, να μας μιλήσει για τον εαυτό του»:

lapathioths8Ο παραπάνω πρόλογος του κειμένου που θα ακολουθήσει ανήκει στον Άρη Δικταίο, συγγραφέα του βιβλίου «Ναπολέων Λαπαθιώτης, η ζωή και το έργο του», (εκδ. Γνώση, 1984). Ο ποιητής, μεταφραστής, μελετητής Άρης Δικταίος (1919-1983, πραγματικό όνομα Κώστας Κωνσταντουλάκης) γνώρισε στα νεανικά του χρόνια τον Λαπαθιώτη, που ήταν ένα από ινδάλματά του, και κέρδισε τη στήριξή του στα πρώτα του βήματα στη λογοτεχνία. Η γνωριμία τους ξεκίνησε μέσω αλληλογραφίας και όταν ο Δικταίος ήρθε στην Αθήνα (γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης) για σπουδές, γνωρίστηκαν δια ζώσης και έκαναν παρέα. Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου του ο Δικταίος παρουσιάζει πτυχές της ζωής και του έργου του Ναπ. Λαπαθιώτη και ένα μικρό ανθολόγιο ποιημάτων του. Όμως, πέρα από τα «διαδικαστικά», δεν έχει αξία να συνεχιστεί αυτή η διακοπή. Ο λόγος, λοιπόν, στον ποιητή:

«Πολλές φορές, μες στις νυχτερινές μου περιπλανήσεις, βλέπω ξαφνικά τη σκιά μου, πού φέρνει βόλτες, γύρω μου, είτε σαλεύει επάνω στους τοίχους, παρακολουθώντας με, κάτω από το φως των φαναριών κ’ επειδή, την ώρα εκείνη, είτε παραπατώ απάνω ατά πετραδάκια, είτε ακούω το χτύπο των βημάτων μου στην άσφαλτο, σ υ λ λ α μ β ά ν ω, για μια στιγμή, όλο το μηχανισμό του κορμιού μου, καθώς αυτό παρουσιάζεται εξωτερικά: και τότε βλέπω καθαρά, το πόσο, και γω, δεν είμαι παρά ένα νευρόσπαστο, ένα μηχανικό και κουρντισμένο ανδρείκελλο, που εκτελεί τις ίδιες ακριβώς (λέξη δυσανάγνωστη εδώ) κινήσεις με όλα τ’ άλλα όντα ― πόσο δε διαφέρω σε τίποτα από τ’ άλλα νευρόσπαστα που με περιστοιχίζουν και με διασταυρώνουν… Και τότε συλλογίζομαι ότι οι άλλοι δε βλέπουν απ’ τον εαυτό μου, παρά μόνο αυτό το τυχαίο ανδρείκελλο, που μ’ εκπλήσσει κάθε φορά πού τ’ αντικρύζω, χωρίς να το γνωρίζω για δικό μου! Κι αν μου ’λεγε κανένας: «Και όμως, αυτό ήσουν εσύ!», θα του απαντούσα: «Όχι, φίλε μου, α υ τ ό δεν είμαι γω· αυτό το πράμα, που βλέπεις και που βλέπω (και μάλιστα εγώ το βλέπω πιο σπάνια από σένα, και συ, τουλάχιστον, μπορεί να το ’χεις συνηθίσει, όμως εγώ δεν το συνήθισα διόλου, και μου κάνει πιο πολλή εντύπωση), αυτό το πράμα μου είναι τόσο ξένο. Όσο και σε σένα… Δεν έχω καμιά σχέση μαζί του, πίστεψέ με ― δεν υποψιαζόμουν καν την παρουσία του»… Κι όμως, όλοι κρίνομε ο ένας τον άλλον, απ’ αυτό το κωμικό ανδρείκελλο, το επίπλαστο και άγνωστο νευρόσπαστο, που μάς εμφανίζει στη ζωή, με την αξίωση πως μας εκπροσωπεί… Και μου φαίνεται σα να ’μαστε όλοι, στη ζωή, σ’ εν’ αδιάκοπο καρναβάλι, με το πλαστό το ρούχο του κορμιού μας και την αιώνια μάσκα της μορφής μας ― με την τραγική διαφορά, ότι τούτα δεν τα βγάζομε ποτέ! Και γι’ αυτό πεθαίνομε μια μέρα, χωρίς ποτέ πραγματικά να γνωριστούμε…»

lapathiotis12Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης (γεννήθηκε στις 31 Οκτώβρη του 1888 – αυτοκτόνησε στις 7 Γενάρη του 1944) είναι απ’ τους αγαπημένους μου ποιητές. Τρυφερός, ευαίσθητος και ερωτικός, αλλά και αιχμηρός, ειρωνικός, πότε σαρκαστικός και πότε αυτοσαρκαζόμενος, με το έργο του (και πρώτ’ απ’ όλα με τη ζωή του) πάει κόντρα στις συμβάσεις του καιρού του, εχθρεύεται την ανθρώπινη ματαιοδοξία, δεν βολεύεται με τα «κοινώς αποδεκτά». Με την ευκολία που μπορεί να σε απογειώνει στους ουρανούς του ανικανοποίητου, της αναπόλησης και της μελαγχολίας, καταφέρνει να σε προσγειώσει, απότομα, στην «πεζή» πραγματικότητα· αυτή που, σχεδόν πάντα, η ανθρώπινη αδυναμία αποφεύγει κατάματα ν’ αντικρίσει.


Σε ένα από τα ποιήματά του ο Λαπαθιώτης ξαναπιάνει τη σκυτάλη που «άφησε» στην τελευταία φράση (Και γι’ αυτό πεθαίνομε μια μέρα, χωρίς ποτέ πραγματικά να γνωριστούμε…) του παραπάνω κειμένου του και «περιγράφει» τη… «συνέχεια». Διαβάζοντάς το ο νους συναντιέται αυτόματα με το Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι (ή «του χυνόπωρου» όπως πρωτοδημοσιεύτηκε στον «Νουμά» το 1915, πριν κυκλοφορήσει σε βιβλίο, το 1920) του Κώστα Ουράνη, που έγινε ιδιαίτερα γνωστό όταν μελοποιήθηκε και ερμηνεύτηκε, εξαιρετικά, από τα Διάφανα Κρίνα (δείτε και ακούστε εδώ).

Τα δυο ποιήματα μοιάζουν στο ότι «περιγράφουν» τη ζωή (των άλλων) μετά τον θάνατο των δημιουργών τους, όμως οι ομοιότητες σταματούν εκεί. Σε αντίθεση με τον ―χαμηλών τόνων εδώ― Ουράνη που τους στίχους του κυριεύουν η μελαγχολία και μια γλυκειά παραίτηση, από τους στίχους του Λαπαθιώτη ξεπηδά μια επιθετική ειρωνεία για το σινάφι του, των γραφιάδων, και αυτοσαρκασμός για την χαμένη πια ομορφιά (ο Λαπαθιώτης ξεχώριζε στους κύκλους της Αθηναϊκής κοινωνίας για την εξεζητημένη κομψότητά του), την κλεισμένη σ’ ένα άχαρο κοινό σανιδένιο φέρετρο· σαν να ήθελε, με την πένα του, όταν το έγραφε, να τρυπήσει το χαρτί…


[ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ]

….

Το φέρετρό μου σανιδένιο
δε θα ’χη καμιάν ομορφιά·
θα το καρφώσουν μάνι-μάνι,
με τα κοινότερα καρφιά,

κι ύστερα βίρα και στον ώμο
(λίγο μακρύ, λίγο φαρδύ)
θα πάρει σε δυο μέρες δρόμο
για το στερνό μου το τσαρδί…

Θα είναι ο Άγγελος, ο Χάρης,
ο Κλέων, ο Τάκης, η Λιλή,
ο Γιώργος ο Μυλωνογιάννης,
κι άλλοι πολλοί, πολλοί, πολλοί…

….

Και την επαύριο θ’ αρχινίσουν
κάποιες γραμμές, εδώ κ’ εκεί,
― κι αμέσως θα με παραλάβουν
οι κριτικές, κι οι κριτικοί:

«τεχνίτης», «μουσικός του στίχου»,
«πολύ λεπτός αισθητικός»,
― αυτά που γράφονται συνήθως
κι αυτά που γράφουν σχετικώς·

«τύπος ανώμαλος εκφύλου»,
«γνωστή και συμπαθής μορφή»…
Μα εμέ για ό,τι θα μου γράψουν
δε θα μου καίγεται καρφί!

Γιατί από μένα, ό,τι θα μείνει
―κι εκεί που τώρα κατοικεί, ―
δεν θ’ ασχολείται με τους άλλους,
δε θα διαβάζη κριτική…

….

Ο φίλτατός μου Πέτρος Χάρης
με σφίξιμο χεριού γερό
θα λέει αράδα στους γνωστούς του:
― Τι φοβερό! τι φοβερό!…

Και παρατώντας τις δουλειές του,
βιβλία και πολιτική,
τη «Νέα Εστία» και τις «Τέχνες»,
θα μου σκαρώση κριτική!

Μα κι ο Βαγιάνος θα αρχίσει
σ’ όλη, γραμμή, την Αττική,
μ’ αστούς, μ’ εργάτες, με χωριάτες,
καμπάνια λαπαθιωτική!

Και κυνηγώντας άρον-άρον
θα γράφη μέσα σε καρνέ,
ως και τις γνώμες των γαϊδάρων
της πολιτείας Αχαρναί!!!

(1943)

lapathioths44

Το ποίημα, μαζί με μερικά ακόμα, το δίνει ο Άρης Δικταίος στο ίδιο βιβλίο.

Παρασκευή, 9 Δεκεμβρίου 2016

Ο άνθρωπος Τάσος Λειβαδίτης


Δεν είναι λίγες οι φορές που όταν έρθεις σε επαφή με στοιχεία της ανθρώπινης πλευράς μεγάλων δημιουργών, επέρχεται η απομυθοποίηση και τότε σε κυριεύει η απογοήτευση και λες καλύτερα να μην γνώριζα τίποτα για τους ίδιους, έξω από τις σελίδες του σπουδαίου, κατά τα άλλα, έργου τους. Ο Τάσος Λειβαδίτης (20 Απρίλη 1922 ― 30 Οκτώβρη 1988) δεν ανήκει σε αυτή την κατηγορία.

Ποιητής λαογέννητος και σπουδαίος σημάδεψε για πάντα τα Γράμματα, επηρεάζοντας πολλούς ομότεχνούς του και –κυρίως αυτό- αφήνοντας παρακαταθήκη στο λαό που αγάπησε και υπηρέτησε ένα έργο μεγάλο σε έκταση και αξία, βαρύ σε νοήματα, ιδέες και συναισθήματα. Το ίδιο σπουδαίος, μέσα στην απλότητά του, σαν άνθρωπος, βάδισε αθόρυβα στους δρόμους της Αθήνας ανάμεσα σε χιλιάδες άλλους απλούς ανθρώπους, αφήνοντας πίσω του το άρωμα εκείνης της παλιάς γενιάς, που όριζε ως καθήκον την διαρκή προσφορά και τη θυσία χωρίς ανταλλάγματα.

Διαβάζοντας στο βιβλίο Τάσος Λειβαδίτης, Τραγουδάω, όπως τραγουδάει το ποτάμι – Μελοποιημένοι στίχοι (εκδόσεις Μετρονόμος, Αθήνα 2013), τις μαρτυρίες φίλων του ποιητή (καταθέσεις ψυχής καλύτερα) «γνώρισα» τον σπουδαίο άνθρωπο που βρίσκεται πίσω από το σπουδαίο έργο· που δεν ένιωθε την ανάγκη να εμφανιστεί παρά μόνο έκει που ο ήλιος φώτιζε τις αυλές και οι ακτίνες του υψώνονταν στο μπόι των ανθρώπων, της λαϊκής συνοικίας.