Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2016

Ένας ποιητής λέει «Όχι». Ο Νικηφόρος Βρεττάκος στο μέτωπο


Το 1962 ο μεγάλος μας ποιητής Νικηφόρος Βρεττάκος είναι συνεργάτης του περιοδικού Δρόμοι της Ειρήνης, μηνιαίας έκδοσης της «Επιτροπής δια την Διεθνή Ύφεσιν και Ειρήνην» (ΕΕΔΥΕ). Στο περιοδικό αρθρογραφεί (από το 1958) ο δημοσιογράφος Γιάννης Θεοδωράκης, αδελφός του Μίκη και στιχουργός πολλών όμορφων μελοποιημένων  από τον Μίκη τραγουδιών. Η συνάντηση των δυο αντρών, που έγινε με την ευκαιρία της επετείου της 28ης Οκτωβρίου, είχε ως αποτέλεσμα το κείμενο με τις αυτοβιογραφικές αναμνήσεις του ποιητή που παρουσιάζουμε σήμερα. Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Δρόμοι της Ειρήνης (πηγή: Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας) τον Οκτώβρη του 1962.

24 Οκτώβρη 1940. Στα Τρίκαλα Θεσσαλίας,
την παραμονή της αναχώρησης για τα σύνορα.
Δεξιά ο Νικηφόρος Βρεττάκος

Τι κάνει άραγε ένας ποιητής όταν βρίσκεται στον πόλεμο; Ιδού ή απορία! Αν είσαστε ζωγράφος ίσως τον στήνατε όρθιο πάνω σ’ ένα κανόνι. Στο ένα χέρι να κρατάει τον πάπυρο, στο άλλο τη γραφίδα. Το βλέμμα του γεμάτο εγκαρτέρηση, αλλά και αστραποβόλο, να ατενίζει τον ουρανό. Κάτω, μπροστά στο κανόνι, μια τρομερή μάχη σε πλήρη εξέλιξη. Ο τίτλος που θα άρμοζε σ’ ένα τέτοιον πίνακα θα ήταν ίσως: «Ποιητής συνθέτων έπος» ή κάτι παρόμοιο.

Η σύλληψη, πρέπει να το ομολογήσετε, δεν είναι μεγαλοφυής. Και δεν είναι τέτοια γιατί είναι συνηθισμένη. Αιώνες τώρα βλέπουμε ποιητές να συνθέτουν έπη καβάλα σ’ ένα κανόνι ή σ’ ένα σύννεφο. Αλλά ακόμα, δεν είναι και αληθινή. Τουλάχιστον για τον καιρό μας. Όχι τόσο γιατί εφευρέθηκαν τα αντιαεροπορικά, οπότε ούτε στα σύννεφα δεν είναι κανείς ασφαλισμένος, όσο, γιατί στη μάχη είτε ποιητής είσαι, είτε μαθηματικός, δυο πράγματα μόνο μπορείς να κάνεις: Ή να πολεμήσεις ή… να το βάλεις στα πόδια.

Ευτυχώς για την Ελλάδα, οι Έλληνες δεν είν’ απ’ αυτούς που το βάζουν στα πόδια. Βέβαια υπάρχουν και τέτοιοι. Είναι όμως ελάχιστοι και οι… εκλεκτοί. Στους τελευταίους ζήτημα να βρεις έναν ποιητή. Ε! Τι διάβολο, ένας, έτσι για δείγμα, θα υπάρχει. Κι αλήθεια υπάρχει.

Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2016

Άγγελος Σικελιανός: Για τους αδελφούς μου στρατιώτες του μετώπου

«…Βλέποντας ο Σικελιανός το φασισμό να απλώνει πάνω από την Ευρώπη και να αρπάζει στα βρόγχια του τον χιλιοβασανισμένο ελληνικό λαό, πετά τον ιδεαλισμό, τον εγωτισμό, την ωραιοπάθειά του και στρέφει την καρδιά και το πνεύμα του στη ζωή και το λαό. Σμίγει την ποίησή του με τον απελευθερωτικό αγώνα και τους σοσιαλιστικούς πόθους του λαού. Το 1941 εντάσσεται στο ΕΑΜ και πρωτοστατεί στην προπαγάνδισή του με πέντε χειρόγραφα ποιήματα, με τίτλο «Ακριτικά», τα οποία, εικονογραφημένα με ξυλογραφίες του Σπύρου Βασιλείου, κυκλοφορούν παράνομα. Σ' όλη τη διάρκεια της Κατοχής, υποφέρει όπως όλοι οι αγωνιστές του λαού, γυρίζοντας την πλάτη στη δυνατότητα να ζήσει με άνεση και ασφάλεια. Δημοσιεύει συνεχώς ποιήματά του σε ΕΑΜίτικα έντυπα για το «Νέο Εικοσιένα», όπως αποκαλεί το ΕΑΜ…» (από αφιέρωμα της Αρ. Ελληνούδη στον Ριζοσπάστη – διαβάστε εδώ).

Το ποίημα που παρουσιάζουμε δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Νεοελληνικά Γράμματα στις 4 Γενάρη του 1941. Οι στίχοι με τα κεφαλαία είναι του ποιητή. Ξαναδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Αυγή (Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας) στην επέτειο της 28 Οκτώβρη, στα 1954.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΔΕΛΦΟΥΣ ΜΟΥ ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ ΤΟΥ ΜΕΤΩΠΟΥ

ΣΙΜΑ Σας μόνο, εκεί μονάχα πρέπει,
στην πιο αψηλή του μόχτου σας κορφή
που τα Έργα δε χωρίζουν απ’ τα Έπη
σα θάμουνα στο πλάι σας, αδερφοί,

Εκεί που η λόγχη και το Πνέμα ειν’ ένα,
κι ένα η ψυχή μαζί με το κορμί
κι όλα τ’ αόρατα φανερωμένα
στης Εφόδου την ύστατην ορμή,

εκεί μονάχα, τον υπέρτατο αίνο,
μα του Αισχύλου τον άκρατο σκοπό
«Η ΕΛΛΑΔΑ ΣΚΩΝΕΤΑΙ ΚΑΙ ΤΡΩΕΙ ΤΟΝ ΞΕΝΟ»,
καθώς ορμάτε, θ’ άξιζε να πω!

Αλλ’ αν η λόγχη και το Πνέμα ειν’ ένα,
λογιάστε το, η ψυχή μου πόχει βγει
να Σας προλάβει, πιο μπροστά από μένα,
κι ακούοντας την υπέρτατη κραυγή,

ακούοντας τον ακράτητο αυτό αίνο,
με του Αισχύλου τον άσωτο σκοπό
«Η ΕΛΛΑΔΑ ΑΣΚΩΘΗΚΕ ΚΑΙ ΤΡΩΕΙ ΤΟΝ ΞΕΝΟ»,
πέστε, πως ήρτα αυτού, να σας τον πω!

3.12.1940

ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Σάββατο, 22 Οκτωβρίου 2016

Α. Πούσκιν: Σε μια πιστή Ελληνίδα

Φωτογραφία: Κώστας Μπαλάφας

Ο Ρώσος ποιητής Αλεξάντερ Σεργκέγιεβιτς Πούσκιν γνωστός στα καθ’ υμάς εκτός από το μέγεθος της αξίας του και για τα φιλελληνικά του αισθήματα έγραψε στίχους εμπνεόμενος από τον αγώνα του λαού μας που κορυφώθηκε με την επανάσταση του 1821. Στίχοι από το ποίημα που παρουσιάζουμε κυκλοφορούν στο διαδίκτυο με άλλη όμως μετάφραση-απόδοση. Μεταφέρουμε το ποίημα από το Αναγνωστικό «Τα Αετόπουλα» Γ΄ και Δ΄ τάξης (Έκδοση «Ελεύθερης Ελλάδας», 1944 - Ανατύπωση «Λευτεριάς», Καβάλα, Δεκέμβρης 1944 –) της ΠΕΕΑ, που έγραψε και επιμελήθηκε η μεγάλη μας παιδαγωγός Ρόζα Ιμβριώτη. Το βιβλίο βρίσκεται στα ΑΣΚΙ και το βρήκαμε (σε ηλεκτρονική μορφή) στην ενδιαφέρουσα ιστοσελίδα του παραρτήματος  της ΠΕΑΕΑ – ΔΣΕ Αμαρουσίου

ΣΕ ΜΙΑ ΠΙΣΤΗ ΕΛΛΗΝΙΔΑ

Πιστή γραικιά μην τον θρηνείς
έχει σαν ήρωας πέσει.
Βόλι πικρό του χώρισε
τα στήθια του στη μέση.

Μην τον θρηνείς, τάχατες συ
δεν τούδειξες το δρόμο
σαν κίνησε περήφανος
μ’ όπλο βαρύ στον ώμο.

Και τούπες με μελωδική
φωνή, μπροστά σου νάτος
ανοίγει ο δρόμος της τιμής
από θυσίες γιομάτος.

Σ’ αποχαιρέτησε σεμνή
κι αμίλητα ο καλός σου,
σαν νάξερε πως παντοτινός
θάναι ο αποχωρισμός σου.

Αλαφροχάιδεψε μ’ ευχή
το τρυφερό βλαστάρι
των σπλάχνων του που κράταγες
στον κόρφο με καμάρι.

Κι όταν στητή μαστίγωσε
τον άνεμο η παντιέρα
της λευτεριάς η ολόλαμπρη
κι έφτασε η τίμια ώρα.

Καθώς ο Αριστογείτονας
μυρτιάς κλαδί είχε δέσει
στην ατσαλένια σπάθα του
που κρέμασε στη μέση.

Έτσι κι αυτό απόμεινε
στη μάχη ένας γενναίος,
γι’ αυτό που δεν ορίζεται
και δε μετριέται χρέος.

Α. ΠΟΥΣΚΙΝ
  
Στο εξώφυλλο του Αναγνωστικού διακρίνεται το όνομα της κατόχου του μαθήτριας Λαμπρινής Δ. Ιωαννίδου και το έτος 1945. Νιώθεις συγκίνηση όταν «ξεφυλλίζοντάς» το, ανάμεσα στα ποιήματα και στα πεζά κείμενα ξεπροβάλλουν παντού ίχνη αφημένα από το μολύβι που κρατούσε το παιδικό χεράκι της μαθήτριας Λαμπρινής. Οι αγώνες του λαού μας για λευτεριά, ανεξαρτησία, που δεν δικαιώθηκαν μετά το ΄21,  κορυφώθηκαν μετά την εισβολή των φασιστών του Μουσολίνι, τον Οκτώβρη του 1940 και των χιτλερικών ορδών που ακολούθησαν, κατά την περίοδο της ένδοξης εαμικής εθνικής αντίστασης και στην αθάνατη τρίχρονη εποποιία του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας στη συνέχεια. Ο αγώνας για να είναι ο λαός κυρίαρχος στον τόπο του συνεχίζεται, από το κάθε φορά μετερίζι, μέχρι τη δικαίωση.

Κυριακή, 2 Οκτωβρίου 2016

Rubén Martinez Villena, η ποίηση της Επανάστασης

Η παρουσιάστρια Ορτένσια Λάμαρ, μια σχεδόν ξεχασμένη σήμερα συγγραφέας, ντυνόταν μοντέρνα, αν και όχι τόσο προκλητικά όπως την συμβούλευαν τα περιοδικά και το πανεπιστήμιο. Η τότε έδρα της Ακαδημίας Επιστημών είχε στολιστεί με σημαίες της Ουρουγουάης και της Κούβας. Ήταν μια τιμητική εκδήλωση για την επίσης σχεδόν ξεχασμένη σήμερα, συγγραφέα Παουλίνα Λούισι. Ήταν 18 Μάρτη του 1923.
Η παρουσιάστρια κάλεσε στο βήμα τον κεντρικό ομιλητή, τον Εράσμο Ρεγουιεφιέρος. Η φήμη του προέρχονταν από 14 διαλέξεις για ένα θεατρικό έργο που είχε γράψει (Η Θυσία) καθώς και από διάφορες σκοτεινές επιχειρήσεις στις οποίες είχε εμπλακεί σαν υπουργός Δικαιοσύνης, μαζί με τον Πρόεδρο της δημοκρατίας. Επίσης ήταν εκεί δεκαπέντε νέοι οι οποίοι σηκώθηκαν όρθιοι, όταν ο διεφθαρμένος αξιωματούχος είχε διασχίσει ήδη τη μισή απόσταση προς το βήμα, περιμένοντας να τον επευφημήσουν οι παρατρεχάμενοι. Συνέβη ακριβώς το αντίθετο. Ένας νέος ξανθός, αδύνατος, λιτή φυσιογνωμία, με καθαρή και διαπεραστική ματιά – όπως τον περιέγραψε ο τύπος της εποχής- ,είπε: […] Ας μας συγχωρήσει η επιφανής συγγραφέας η οποία δικαίως τιμάται σε αυτήν την εκδήλωση. Διαδηλώνουμε ενάντια στον διεφθαρμένο αξιωματούχο, ο οποίος προτίμησε να δώσει υψηλά προνόμια σε φίλο του, από το να υπερασπίσει τα εθνικά συμφέροντα. Λυπούμαστε πολύ που ο κύριος Ρεγουιεφιέρος βρίσκεται εδώ. Γι αυτό είμαστε υποχρεωμένοι να διαμαρτυρηθούμε και αποχωρούμε”.

To ακροατήριο έμεινε άφωνο, μεταξύ σοκ και έκπληξης. Ο Ρεγουιεφιέρος κρέμασε τα χέρια, σαν τον μποξέρ που έχει δεχτεί πολλαπλά χτυπήματα. Επικράτησε νεκρική σιγή, καθώς οι 15 νέοι εγκατέλειπαν τον χώρο για να κατευθυνθούν στη σύνταξη ενός περιοδικού για να αφήσουν το κείμενο της διαμαρτυρίας τους. Δεν υπόγραψαν όλοι το ντοκουμέντο, που αργότερα θα ονομάζονταν “Η Διαμαρτυρία των Δεκατριών”. Ο ξανθός νεαρός έβαλε αποφασιστικά σε αυτό το όνομά του: Rubén Martinez Villena.

Αν και αυτή ήταν η πρώτη του εμφάνιση στην πολιτική ζωή της χώρας, ήταν ήδη αρκετά γνωστός στον τύπο και στην λογοτεχνία, από τα ποιήματά του. Aρκετά από αυτά (Διάσωση του Σανγκιλί, Χιμαγουαγιού, Μάξιμο Γκόμες) είχαν φιλοξενηθεί στις σελίδες σημαντικών εντύπων. Το 1923 έγιναν γνωστές ποιητικές ανθολογίες του όπως, Η άυπνη ματιά και Ο Γίγαντας, μεταξύ άλλων. Όμως, πέρα από τους στίχους του, ενδιαφερόταν ήδη για την κατάκτηση όλης της κοινωνικής δικαιοσύνης.

Μέσω της φιλίας του με τον Χούλιο Αντόνιο Μέγια, η σκέψη του ριζοσπαστικοποιήθηκε και συνεργάστηκε κατ ευθείαν μαζί του, στην δημιουργία του Λαϊκού Πανεπιστημίου Χοσέ Μαρτί και στην ίδρυση της Αντιιμπεριαλιστικής Ένωσης Κούβας. Το 1927 το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κούβας τον έκανε δεκτό ως μέλος του. Βρισκόταν στο νοσοκομείο με οξεία πνευμονία, όταν έλαβε την είδηση.
> Ο επαναστάτης Φάμπιο Γκρομπάρτ, τον γνώρισε εκείνες τις μέρες. Μετά από χρόνια θα έγραφε: “Χλωμός και αδύνατος, ο Ρουμπέν μας υποδέχτηκε με αγάπη. Με τα μάτια του, των οποίων η έκφραση εξέπεμπε εξυπνάδα, ειλικρίνεια και τρυφερότητα και το λεπτό του χαμόγελο, μερικές φορές λυπημένο, ήξερε να κατακτά την συμπάθεια και την εμπιστοσύνη όλων όσων τον είχαν γνωρίσει πριν[...] Είχε κάτι που οι εργάτες αισθάνονταν καλά δίπλα του και τον θεωρούσαν δικό τους. Αυτό το κάτι ήταν η εξαιρετική του σεμνότητα, ο βαθύς του ανθρωπισμός, η ειλικρίνεια των αισθημάτων του για τους άλλους και η έμφυτη αίσθηση απόρριψης κάθε είδους αδικίας”.


Ο Ρουμπέν, ποτέ δεν ανέλαβε τα καθήκοντα του γενικού γραμματέα του κόμματος, όμως μετατράπηκε στον φυσικό του ηγέτη, ιδιαίτερα μετά τον θάνατο του Μέγια. Έβαλε την σφραγίδα του στην ριζική αλλαγή του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος, όπως απέδειξε η γενική απεργία στις 20 Μάρτη του 1930, που παρέλυσε την χώρα για πάνω από 24 ώρες και αυτή του Αυγούστου του 1933, αποφασιστική για την πτώση της δικτατορίας του Ματσάδο.
Βαριά άρρωστος, νοσηλευόμενος στο σανατόριο La Esperanza, o Ρουμπέν πήρε δραστήρια μέρος σε όλη την προετοιμασία και τις διαδικασίες του 4ου Εθνικού Συνέδριου Εργατών για τη Συνδικαλιστική Ενότητα (Γενάρης 1934). Στις οξείες κρίσεις δύσπνοιας, αντιδρούσε μόνο με αυξανόμενες δόσεις φαρμάκου. Ωστόσο, αστειευόταν με τις νοσοκόμες και ζητούσε συγνώμη για την ενόχληση που τους προκαλούσε. Δέχτηκε ακόμη και να φάει ένα φρούτο.
Η τελευταία κρίση τον χτύπησε τα χαράματα της 16ης Γενάρη του 1934. Είχε συμπληρώσει μόλις τα 34 του χρόνια. Χιλιάδες κουβανοί, ξεχνώντας ιδεολογικές διαφορές, τον τίμησαν και παραβρέθηκαν στην κηδεία του.


Η κηδεία του Rubén Martinez Villena, στην Αβάνα

Δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο  atexnos.gr