Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2015

Archibald MacLeish (Άρτσιμπαλντ Μακλίς): Οι νεκροί της Ισπανίας

Σημαντικός και πολυβραβευμένος ποιητής και συγγραφέας, ο Άρτσιμπαλντ Μακλίς (Archibald MacLeish) γεννήθηκε στο Γκλίνκο της Πολιτείας του Ιλλινόις στα 1892. Ο πατέρας του καταγόταν από τη Σκωτία. Σπούδασε νομικά και υπηρέτησε στον αμερικανικό στρατό κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Εγκατέλειψε το δικηγορικό επάγγελμα για ν’ αφοσιωθεί στη φιλολογία. Αρθρογράφος κατά διαστήματα σε εφημερίδες και περιοδικά. Στα 1937 δημοσίευσε έναν «Λόγο στους καλαμαράδες» καλώντας όλους τους συγγραφείς και τους ποιητές να πολεμήσουν τον φασισμό. Στα 1939 διορίστηκε επιμελητής της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Αναγνωρίζεται σαν ένας από τους κυριότερους Αμερικανούς ποιητές. Για το έργο του βραβεύτηκε αρκετές φορές (τρία βραβεία Πούλιτζερ, ένα Τόνι κ.ά.). Έφυγε από τη ζωή το 1982.

Το ποίημα που παρουσιάζουμε δημοσιεύτηκε στις 3 Οκτώβρη του 1946 στον Ριζοσπάστη, σε μετάφραση του λογοτέχνη και δημοσιογράφου Απόστολου Σπήλιου.

Φρ. Μασερέλ: Εκτέλεση αγωνιστή (ξυλογραφία)
(Ριζοσπάστης, 3 Οκτώβρη 1946)

Οι νεκροί της Ισπανίας

Όλα ετούτα δω ― θα πληρωθούν!
Δεν πληρωθήκανε τα δάκρυα―
μα όλα τούτα δω θα πληρωθούνε!

Τα δάκρυα της Μαδρίτης, της Βαρκελώνας, της Βαλένθια
―απλήρωτα δάκρυα έμειναν
Το αίμα της Γκερνίκα, του Μπανταγόθ και της Αλμέρια
απλήρωτο έμεινε το αίμα

Πάνω στα πρόσωπα ξεράθηκαν τα δάκρυα
πάνω στην άμμο ξεράθηκε το αίμα.
Το αίμα και τα δάκρυα έμειναν απλήρωτα
Μα όλα ετούτα εδώ θα πληρωθούνε!
Κι αν οι άντρες της Γκερνίκα δε μιλούν
Κι αν τα παιδιά της Αλμερία βουβαθήκαν
Κι αν η φωνή των γυναικών του Μπαταχόθ
στόμωσε στο λαρύγγι τους απ’ το αίμα
και δε μιλούν ― ποτές δε θα μιλήσουν…
Κι αν τα παιδιά της Αλμερία σιωπούν
και δε σαλεύουν, ούτε θα ξανασαλέψουν
αυτά τα τσακισμένα τα κορμιά
και κείνα κει τα κόκκαλα τα τσακισμένα
κι αν όλα τώρα εσώπασαν, πεθάνανε και σβήσαν
―Μη νομίζετε
μη νομίζετε
πως όλα ετούτα δε θα πληρωθούνε!

Μη νομίζετε
πως αν το αίμα έμεινε απλήρωτο
πως και το ψέμμ’ απλήρωτο θα μείνει.

Μη νομίζετε
πως αν τα δάκρυα έμειναν απλήρωτα
πως και το ψέμμ’ απλήρωτο θα μείνει.

Όχι ― μην το νομίσετε αυτό
πληρωμή θα υπάρξει
η πληρωμή θα ’ρθει
με τον καιρό
― Κι ο καιρός είναι μαζί μας!

Ο καιρός είναι μαζί με τους νεκρούς
του Μπανταγόθ, της Αλμερία, της Γκερνίκα
Αυτοί μπορούν να περιμένουν―
έχουν τον καιρό
Ναι ―έχουν τον καιρό
Μπορούν να περιμένουν!

Archibald MacLeish

(Μετάφραση: Απόστολος Σπήλιος)

Τρίτη, 13 Οκτωβρίου 2015

ΛΕΝΙΩ ΜΟΥ, Σ’ ΑΓΑΠΩ


Το ποίημα που παρουσιάζουμε σήμερα γράφτηκε από τον Γιάννη Παλαβό το 1957 στις Φυλακές Αίγινας, όπου ο κομμουνιστής αγωνιστής βρισκόταν έγκλειστος, για «αντεθνική δράση». Περιλαμβάνεται στην «ανά χείρας έκδοση» (ανατύπωση, 2015) της Σύγχρονης Εποχής ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ. Πρόκειται για έκκληση των πολιτικών κρατουμένων εκείνης της εποχής που τυπώθηκε το 1962 από την ΕΔΑ. Στη συνέχεια, συμπληρωμένη με γαλλική μετάφραση τυπώθηκε στη Λαϊκή Δημοκρατία Γερμανίας για την ενημέρωση στο εξωτερικό και την κινητοποίηση της διεθνούς κοινής γνώμης και αλληλεγγύης.

ΛΕΝΙΩ ΜΟΥ, Σ’  ΑΓΑΠΩ

Είναι δυο λόγια από την προσευχή μου
που κάνω κάθε πρωί
και κάθε βράδυ
μπροστά στο Λαό μας.
«Κάποιος που θα γνωρίσεις αργότερα»,
έτσι άρχισε η Αγάπη μας
που μεγάλωσε με του Λαού μας
τα όνειρα.
Αυτό όμως είναι άλλος λόγος,
τώρα είναι για τα λουλούδια
που μου ’στειλες.

Εδώ στη φυλακή είναι κακό πράγμα
να μπαίνουν λουλούδια.
Τα ’χουν κι αυτά στο «απαγορεύεται»
για να μη δοκιμάσουμε λίγη χαρά!
Τα λουλούδια σου όμως πέρασαν.
Τα κατάφεραν.

Δεν μπόρεσαν να τα πιάσουν.
Είναι λουλούδια της Αγάπης
και η Αγάπη περνάει παντού.
Δεν την εμποδίζουν οι ψηλοί
μαντρότοιχοι που κρύβουν τον ήλιο.
Δεν την εμποδίζουν οι εφτά
σιδερόπορτες ώσπου να φτάσεις
στο σκοτεινό και υγρό κελί σου.
Δεν την φοβίζουν τα ντουφέκια
των σκοπών που φράσσουν
την πόρτα της φυλακής.
Στην καρδιά της μάνας
που λαχταράει να δει το παιδί της.

Δεν μπορούν να φοβίσουν την Αγάπη.
Δεν μπορούν να σκοτώσουν την Αγάπη.
Δεν μπόρεσαν να την σκοτώσουν
ούτε όταν περασμένα τα μεσάνυχτα
άρπαζαν το παιδί από την
αγκαλιά της Μάνας,
ούτε όταν έκοβαν το γάλα
από το βυζανιάρικο
κι άφηναν το μωρό
μονάχο του στην κούνια,
ούτε όταν από την αυλή
του σπιτιού άρπαζαν τον αγαπημένο
και σώριαζαν την καλή του
στο κατώφλι της πόρτας.
Ούτε όταν άρπαζαν τον άντρα
από τη δουλειά
κι άφηναν τη γυναίκα
να περιμένει 22 ολόκληρα χρόνια!
Ούτε όταν οι κάννες
των ντουφεκιών
έχασκαν αχόρταγες.

Πήρα τα λουλούδια σου στα χέρια μου.
Τι θα πει αυτό εδώ,
σ’ αυτήν την άβυσσο,
που δε φυτρώνουν
ούτε μούσκλια.
Τα χάιδεψα.
Μιλιά δεν μπόρεσα να βγάλω
κι έσκυψα και τα φίλησα.


Τι να γράψω στην Αγαπημένη μου;
Πάνε πάνω από τριάντα χρόνια
που σταυρώσαμε τα σπαθιά
της ζωής σε όρκο
και νιώθουμε τώρα
πως είμαστε νεότεροι!

Ψάχνω και δεν μπορώ,
πολυαγαπημένη μου, πώς αλλιώς
να στο πω,
παρά με δυο λόγια από την
προσευχή μου, που κάνω κάθε
πρωί και βράδυ, μπροστά στο Λαό μας.
Λενιώ μου, σ’ αγαπώ.


Φυλακές Αίγινας 1957

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΛΑΒΟΣ

Κυριακή, 4 Οκτωβρίου 2015

Αλ. Παπαδιαμάντης, Προς την μητέρα μου


Μάννα μου, εγώ ’μαι τ’ άμοιρο, το σκοτεινό τρυγόνι
όπου το δέρνει ο άνεμος, βροχή που το πληγώνει.
Το δόλιο! όπου κι αν στραφεί κι απ όπου κι αν περάσει,
δε βρίσκει πέτρα να σταθεί κλωνάρι να πλαγιάσει.

Εγώ βαρκούλα μοναχή, βαρκούλ’ αποδαρμένη
μέσα σε πέλαγο ανοιχτό, σε θάλασσ’ αφρισμένη,
παλεύω με τα κύματα χωρίς πανί, τιμόνι
κι άλλη δεν έχω άγκυρα πλην την ευχή σου μόνη.

Στην αγκαλιά σου τη γλυκειά, μανούλα μου, ν’ αράξω
μεσ’ στο βαθύ το πέλαγο αυτό πριχού βουλιάξω.

Μανούλα μου, ήθελα να πάω, να φύγω, να μισέψω
του ριζικού μου από μακρυά τη θύρα ν’ αγναντέψω.
Στο θλιβερό βασίλειο της Μοίρας να πατήσω,
κι εκεί να βρω τη μοίρα μου και να την ερωτήσω.

Να της ειπώ: είναι πολλά, σκληρά τα βάσανά μου,
ωσάν το δίχτυ που σφαλνά θάλασσα, φύκια κι άμμο.
Είναι κι η τύχη μου σκληρή, σαν την ψυχή τη μαύρη
π’ αρνήθηκε την Παναγιά κι οπ’ έλεος δεν θα ’βρει.

Κι εκείνη μ’ αποκρίθηκε κι εκείνη απελογήθη:
«Ήτο ανήλιαστη, άτυχε, η μέρα που ’γεννήθης·
άλλοι επήραν τον ανθό και συ τη ρίζα πήρες,
όντας σε έπλασ’ ο Θεός δεν είχε άλλες μοίρες».

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ