Τρίτη, 17 Φεβρουαρίου 2015

Ο θάνατος ενός λογοτέχνη και ο ρόλος του στην εκμάθηση της Ιστορίας – Ένα αφιέρωμα στον Αντρέ Μπρινκ


Στις 6 Φεβρουαρίου πέθανε ο Νοτιαφρικανός συγγραφέας Αντρέ Μπρινκ (1935-2015). Μόλις είχε λάβει ένα τιμητικό ντοκτορά από το Πανεπιστήμιο της Λουβέν του Βελγίου. Στο αεροπλάνο της επιστροφής στην πατρίδα του, τη Νότια Αφρική, άφησε την τελευταία του πνοή αυτός ο φλογερός μαχητής κατά του απαρτχάιτ στο πλευρό του Νέλσον Μαντέλα. Ο Αντρέ Μπρινκ ήταν καθηγητής αγγλικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο του Κέιπ Τάουν. Έγραφε τα βιβλία του σε δύο γλώσσες, στα αφρικάανς (γλώσσα της ολλανδικής καταγωγής λευκής μειοψηφίας) και στα αγγλικά και ήταν ένας των βασικών εκπροσώπων του αφρικανικού λογοτεχνικού κινήματος ενάντια στην απαρτχάιτ «Η γενιά του ‘60». Έγραψε πάνω από εξήντα βιβλία με αντιαποικιοκρατικό και αντιρατσιστικό περιεχόμενο, από τα οποία έντεκα μεταφράστηκαν στα ελληνικά και κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις «Χατζηνικολή». Στο παρόν άρθρο θα σταθούμε στο βιβλίο Η άλλη πλευρά της Σιωπής που μιλάει για τη Ναμίμπια και τη γερμανική αποικιοκρατία εκεί.

Λίγα ιστορικά γεγονότα

Είναι αλήθεια ότι μπορούμε να μάθουμε ιστορία, τόπους και τρόπους από τη λογοτεχνία χωρίς να απαιτούμε ακριβή ιστορικά στοιχεία, εφόσον ο συγγραφέας σέβεται τα βασικά γεγονότα και δεν τα γυρίζει ανάποδα για να δημιουργήσει αντίθετες εντυπώσεις. Τα βιβλία του Αντρέ Μπρινκ είναι στρατευμένα στην υπόθεση του αντιρατσισμού και της αντιαποικιοκρατίας. Θα σταθούμε σ’ ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα που μας δίνει τη δυνατότητα να γνωρίσουμε από κοντά δύο χώρες σε μια ιστορική συνάντηση θύματος-θύτη. Η μία ως κατακτητή, η άλλη ως κατακτημένη. Η μία ως εκμεταλλευτή, η άλλη ως υφιστάμενη την εκμετάλλευση: η λιγότερο γνωστή ως αποικιοκρατική δύναμη Γερμανία και η Νοτιοδυτική Αφρική. Η Νοτιοδυτική Αφρική, η σημερινή Ναμίμπια, ήταν κάποτε γερμανική αποικία. Στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο η Νότια Αφρική κατέλαβε τη χώρα και η τότε Κοινότητα των Εθνών – πρόδρομος του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών – της ανάθεσε τη διοίκηση μέχρι μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν η Νότια Αφρική προσάρτησε τη Ναμίμπια χωρίς διεθνή αναγνώριση. Τη δεκαετία του ’60 ξεκίνησε και στη Ναμίμπια ο εθνικοαπελευθερωτικός πόλεμος, όπως σε πολλές χώρες του λεγόμενου «Τρίτου Κόσμου» και όχι μόνο στην Αφρική. Ήταν η εποχή της διάλυσης του παλαιού τύπου αποικιοκρατίας. Ο λαός οργανώθηκε στη SWAPO (South-West Africa’s People’s Organization: Οργάνωση του Λαού της Νοτιοδυτικής Αφρικής) που είχε εξελιχθεί από το OPC (Owamboland People’s Congress: Λαϊκό Κονγκρέσο της Οούμπολαντ* ) που είχε ιδρυθεί το 1957 στο Κέιπ Τάουν της Νότιας Αφρικής. Ο ηγέτης του ήταν ο Σαμ Νουγιόμα που το 1959 είχε εξοριστεί στην Τανζανία όπου τον υποδέχθηκε ο Ιούλιους Νιγιερέρε. Το 1960 διασπάστηκε και δημιουργήθηκε η SWANU (South West African National Union: Νοτιοδυτική Αφρικανική Εθνική Ένωση με βάση τη φυλή των Χερέρο**).Τα στελέχη της SWAPO έλαβαν τη στρατιωτική τους εκπαίδευση στην Αίγυπτο του Νάσσερ. Το 1966 η στρατιωτική πτέρυγα της SWAPO ξεκίνησε έναν ανεξάρτητο ανταρτοπόλεμο. Η στρατιωτική αυτή πτέρυγα λεγόταν PLAN (People’s Liberation Army of Namibia: Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός της Ναμίμπια) και είχε ιδρυθεί το 1962.

*Το Οουάμπολαντ βρίσκεται στο βόρειο τμήμα της Ναμίμπιας
** Οι Χερέρο είναι φυλή του νότιου τμήματος της Ναμίμπιας. Το 1904 οι Χερέρο και οι Νάμα (αναφέρονται στο βιβλίο) αφού είχαν εξεγερθεί κατά της αποικιοκρατίας, σφαγιάστηκαν από τα γερμανικά στρατεύματα του Λόταρ φον Τρόττα που είχε δόσει εντολή «να πυροβοληθεί κάθε Χερέρο που τον συναντούν μέσα στα γερμανικά (!) σύνορα» . Ο ΟΗΕ χαρακτήρισε τη γενοκτονία αυτή ως «πρώτη γενοκτονία του 20ου αιώνα» ( η λεγόμενη Γενοκτονία της Ναμίμπιας).

Το 1988 η Νότια Αφρική συμφώνησε στον τερματισμό της διοίκησής της στη Ναμίμπια στη βάση ενός σχεδίου «ειρήνευσης» του ΟΗΕ για όλη την περιοχή. Το 1990 η Ναμίμπια «ανεξαρτητοποιήθηκε» από τη Νότια Αφρική. Με τον τερματισμό της απαρτχάιτ στη Ν. Αφρική το 1994 ο Κόλπος των Φάλαινων (Walvis Bay) που ήταν κάτω από βρετανικό έλεγχο, παραχωρήθηκε κι αυτός στη Ναμίμπια. Από το 2008 περίπου η Ναμίμπια κατακλύζεται από επενδυτές και διευθυντικά στελέχη εταιριών μεταλλευμάτων και παραγωγής ουρανίου απ’ όλο τον κόσμο. Η χώρα αυτή των δύο εκατομμυρίων κατοίκων ετοιμάζεται να γίνει η πρώτη χώρα παραγωγής και εξαγωγής ουρανίου στον κόσμο. Πάνω από 8% των παγκόσμιων αποθεμάτων ουρανίου βρίσκονται στο έδαφός της. Πλήθος εταιριών έχουν εξασφαλίσει άδειες αποκλειστικής εκμετάλλευσης περιοχών με τεράστια κοιτάσματα ουρανίου. Και η Ναμίμπια, όπως τόσες άλλες της εξαιρετικά πλούσιας σε πρώτες ύλες για τις μεγάλες βιομηχανίες αφρικανικής ηπείρου δεν μπορούσε παρά να γίνει βορά στον μεγάλο ιμπεριαλιστικό ανταγωνισμό.

Μια λογοτεχνία που αποκαλύπτει

Το βιβλίο λοιπόν του Αντρέ Μπρινκ που επικεντρώνεται σ’ αυτήν τη χώρα της αφρικανικής ηπείρου, το Η άλλη πλευρά της Σιωπής, διαδραματίζεται στις αρχές του 20ου αιώνα κυρίως στη Ναμίμπια, αλλά και στη Γερμανία. Το βιβλίο προβάλλει διεισδυτικά το εποικοδόμημα μιας αποικιοκρατίας, καθώς και τη σύνθλιψη της ανθρώπινης αξιοπρέπειας που επιφέρει αυτή και στην προκειμένη περίπτωση ιδιαίτερα της γυναίκας με πάντα από πίσω το φόντο των οικονομικών σχέσεων.Το κεντρικό πρόσωπο είναι μια Γερμανίδα, η Χάννα. Η ιστορία της είναι μια ιστορία που την έζησαν πολλές γυναίκες «απόβλητες» από τη γερμανική κοινωνία των αρχών του 20ου αιώνα. Το βιβλίο δεν είναι μονάχα ένα κατηγορώ κατά της στυγνής αποικιοκρατικής εκμετάλλευσης, αλλά και κατά της ταξικής εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο στη μητρόπολη, την ίδια τη Γερμανία. Ο συγγραφέας μας εξηγεί την πορεία της συγγραφής του βιβλίου. Ξεκινώντας από ένα συγκεκριμένο πρόσωπο και μια ατομική ιστορία μαθαίνουμε το αίσχος ενός ολόκληρου συστήματος. Η πρωταγωνίστρια τοποθετείται σε συγκεκριμένο χωρόχρονο και ανεβαίνει «πάνω από κάθε ατομικότητα και ταυτότητα» με τα λόγια του συγγγραφέα και γίνεται σύμβολο βάναυσης φυλετικής και ταξικής καταπίεσης τοποθετημένο στο φόντο μιας εξίσου βάναυσης αποιοκιοκρατικής καταλήστευσης. Η εικόνα της πατρίδας είναι εχθρική και βλοσυρή, ακόμα και νοσηρή σε πολλές περιπτώσεις. Μέσα από την πορεία της προς τη μεγάλη συμβολική εκδίκηση-κάθαρση το μίσος είναι μια φοβερή κινητήρια δύναμη. Η Χάννα κοιτάζοντας το από τα βασανιστήρια παραμορφωμένο της πρόσωπο στον καθρέφτη συλλογάται: «…Όχι, ποτέ δεν φανταζόταν ότι το μίσος θα ήταν έτσι. Τόσο όμορφο. Τόσο μοναδικό. Τόσο καθάριο. Τόσο γεμάτο ζωή. Νιώθει σαν να είχε πάντοτε ένα κενό μέσα της, όπου μερικές φορές εισέβαλλαν προσωρινά ο φόβος, ο τρόμος, η αβεβαιότητα και η ανησυχία, άλλες φορές ένα ξέσπασμα αγάπης, ή κάθε είδους ταραχώδη και σκοτεινά συναισθήματα, αλλά κυρίως έμενε άδειο. Το οποίο τώρα έχει γεμίσει από αυτό το περίλαμπρο μίσος. Είναι σαν μεγεθυντικός φακός που ενώνει πολλές ακτίνες φωτός και τις εστιάζει με τρομακτική ακρίβεια σε ένα μόνο σημείο κάνοντάς το να αναφλεγεί, και μέσα σε μια εκπληκτική στιγμή δίνει κατεύθυνση και νόημα σε όλη της τη ζωή. Καμιά αγάπη δεν θα μπορούσε ποτέ να της χαρίσει αυτό το μίσος…».

brink1

Το «άγιο» μίσος των καταπιεσμένων

Το «άγιο» μίσος λοιπόν που παραγκωνίζει όλες τις χριστιανικές αρχές της υποκριτικής αγάπης που το καθεστώς συνιστά και επιβάλλει στο καταπατημένο, ματωμένο θύμα προς το θύτη του. Το μίσος που έχει θρέψει «δίκαιους» πολέμους, ανατρεπτικές επαναστάσεις από τους «της γης κολασμένους» σαν μοναδικό μέσο για μια καλύτερη ζωή. Ο Μπρινκ έχει δει στην πατρίδα του τη φοβερή εκμετάλλευση εις βάρος κυρίως του μαύρου πληθυσμού και τη μαζική οργή που ήταν το αποτέλεσμά της και τη δικαιολογεί. Έτσι, στο στόχαστρο του συγγραφέα βρίσκεται και η θρησκεία και δη το χριστιανισμό. Ξεγυμνώνεται αμείλιχτα ο πάστορας Ούλριχ στον οποίο στέλνουν τη μικρή ορφανή Χάννα. Μέσα από τις σκηνές στο πρεσβυτέριο στη διάρκεια της διαμονής της Χάννας στο ορφανοτροφείο στη Γερμανία ξεπροβάλλει οδυνηρά και ξεδιάντροπα η κατάχρηση της εξουσίας στο όνομα του Θεού. Η ζωή της στο ορφανοτροφείο «Τα μικρά παιδιά του Ιησού» ήταν θλιβερή. Οι ξυλοδαρμοί και τα βασανιστήρια των παιδιών ήταν καθημερινό φαινόμενο. Μια καλή δασκάλα είχε δανείσει στη Χάννα Τα πάθη του νέου Βέρτερ του Βόλφγκανγκ Γκαίτε, αλλά η διεθύντρια απαιτεί από τη Χάννα να το κάψει. Η Χάννα αρνείται και για τιμωρία τη στέλνουν στον πάστορα…Το κορίτσι «τα μαζεύει» μέσα της και μετά από διάφορες δουλειές σε σπίτια όπου το ορφανοτροφείο στέλνει τη Χάννα υπηρέτρια και όπου εκτός από μία εξαίρεση ζει την αισχρή εκμετάλλευση – ό , τι κατορθώνει να μαζέψει από «θελήματα» του κυρίου του σπιτιού της παίρνεται πίσω με αθέμιτους τρόπους – αποφασίζει τελικά να παει στο γραφείο που οργανώνει αποστολές γυναικών στην Αφρική. Η Χάννα τα βλέπει αγνά και ρομαντικά – ονειρεύεται τους φοίνικες που έχει γνωρίσει από βιβλία – και προπαντώς θέλει να φύγει, να φύγει, να φύγει από την πατρίδα που τόσο την πλήγωσε και να παει «εκεί που γεννιέται ο άνεμος που κάνει τους φοίνικες να λυγίζουν».

Το όνειρο που γίνεται εφιάλτης

Η Χάννα λοιπόν μαζί με πολλές άλλες γυναίκες επιβιβάζεται στο πλοίο της ελπίδας προς την Αφρική για μια καινούργια ζωή. Αλλά η Γερμανία στέλνει γυναίκες εκεί για τις ανάγκες του αντρικού πληθυσμού της στη Νοτιοδυτική Αφρική. Πάνε σαν νύφες, αλλά αν απορριφθούν , τις πάνε στο ίδρυμα-φυλακή-μπουρντέλο Φράουενσταϊν (Frauenstein, «τόπος γυναικών»).
 
Μετά από ένα ταξίδι βδομάδων στη θάλασσα οι γυναίκες επιβιβάζονται σε τραίνο από την πρωτεύουσα Βίντχουκ στην ενδοχώρα. Στο ταξίδι αυτό των 4 ημερών πραγματοποιούνται βιασμοί και κάθε λογής ξευτελισμοί των εγκλωβισμένων γυναικών. Η Χάννα, μια κοπέλα με σπάνια αξιοπρέπεια και τόλμη, αρνείται να υποταχτεί στις ορέξεις των αξιωματικών αποκρούοντας κάθε προσπάθεια ξευτελισμού. Τελικά ακρωτηριάζεται βάναυσα και στέλνεται παραμορφωμένη στο ως άνω ίδρυμα. Αφού της έκοψαν τη γλώσσα, δεν μπορεί ούτε πια να μιλήσει, αλλά συνεννοείται μέσω μιας φίλης που έχει μάθει να την καταλαβαίνει . Η Χάννα πριν φτάσει στο Φράουενσταϊν, θα πέσει από τη βοϊδάμαξα και θα σωθεί από μια φυλή ιθαγενών – τους Νάμα – που τη φροντίζει και γιατρεύει τις πληγές της. Τη συνοδεύουν στο Φράουενσταϊν, αλλά η διευθύντρια τους ενοχοποιεί για τον ακρωτηριασμό της Χάννας με αποτέλεσμα ένα απόσπασμα του γερμανικού αποικιοκρατικού στρατού να εξοντώσει ολόκληρη τη φυλή (δείτε τα ιστορικά στοιχεία, μυθευμένα και πραγματικότητα διαπλέκονται). Σαν αντίποινα γι αυτά που υποτίθεται ότι έκαναν σε μια λευκή οι «άγριοι»!

Το άκρο άωτον της υποκρισίας γίνεται σαφές στον αναγνώστη που έχει διαβάσει τί τράβηξε η Χάννα από τους αξιωματικούς και στρατιώτες συμπατριώτες της στο τραίνο…Οι πραγματικά πολιτισμένοι είναι οι «άγριοι». Χωρίς αμφιβολία υπάρχει στο βιβλίο μια γεύση νοσταλγικής εξιδανίκευσης της πρωτόγονης φυσικής κατάστασης του ανθρώπου, όπως τη συναντάμε στη φυλή Νάμα που σε πλήρη αντίθεση με τους βάναυσους λευκούς κατακτητές είναι αγνή και καλή.

Εκδίκηση και κάθαρση

Η Χάννα αποφασίζει μια μέρα να δραπετεύσει από το Φράουενσταϊν για να αρχίσει την εκστρατεία εκδίκησης και μαζί μ’ αυτή την πορεία κάθαρσης. Από τη φυλή Νάμα έχει μάθει να επιβιώνει στην έρημο. Οι περιγραφές της ερήμου είναι γλαφυρές, σκληρά ποιητικές. Προφανώς ο συγγραφέας είναι γνώστης της περιοχής…Η Χάννα βρίσκει συμμάχους, μαύρους και λευκούς, κολασμένους της γης και σχηματίζει ένα μικρό, πολύ μικρό στρατό που συμβολίζει ωστόσο μια μεγάλη πράξη αντίστασης. Η γενναία δράση της οδηγεί τελικά στην τιμωρία και το δημόσιο ξευτελισμό του αξιωματικού Μπέλκε που τον βρίσκει μετά από χρόνια και που σύμφωνα με μια είδηση στο African Post αυτοκτονεί ματαιώνοντας έτσι τη δίκη.

Η ψυχογραφία που δίνει ο συγγραφέας της εσωτερικής πορείας της πρωταγωνίστριας είναι βαθιά και χωρίς σημάδια ηθικολογίας. Αντίθετα , καταγγέλλεται η βαθύτατη υποκρισία των Γερμανών κληρικών, είτε μέσα στη Γερμανία είτε στα ιδρύματά τους στην Αφρική. Ο συγγραφέας έκανε έρευνα, είδε τους καταλόγους των ονομάτων του «γραφείου» αποστολής γυναικών, πήγε και στη Γερμανία για να εντοπίσει τα ίχνη της Χάννας. Η πορεία της Χάννας μπορεί να ήταν ατομική, αλλά ήταν πολλές οι «Χάννα» και μ’ αυτή την έννοια η ιστορία της είναι συλλογική και κοινωνική. Έμμεσα τονίζεται η σημασία της ατομικής ανάγκης και ικανότητας για εξέγερση που για να έχει επιτυχία πρέπει να την ακολουθήσουν οι στρατιές των καταπιεσμένων.

Ο αναγνώστης μπορεί να μάθει πολλά διαβάζοντας αυτό – και τα άλλα – έργα του Αντρέ Μπρινκ που η προσφορά του στα γράμματα ήταν εμβληματική.

Άννεκε Ιωαννάτου

Τετάρτη, 11 Φεβρουαρίου 2015

Τι μας διδάσκει ο Μπ. Μπρεχτ - Μια συνέντευξη του Γιώργου Κεντρωτή

Κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό έκδοση με 500 ποιήματα του Μπ. Μπρεχτ, με τίτλο «Η Βαβυλωνιακή σύγχυση των λέξεων και άλλα 499 ποιήματα», σε μετάφραση του Γιώργου Κεντρωτή, καθηγητή Θεωρίας - Πράξης της Μετάφρασης στο Τμήμα Ξένων Γλωσσών, Μετάφρασης και Διερμηνείας του Ιονίου Πανεπιστημίου. Οπως σημειώνει ο ίδιος στον πρόλογο της έκδοσης, «ο προσεκτικός αναγνώστης θα συναντήσει σχεδόν όλα τα πασίγνωστα ποιήματά του (σε νέα μετάφραση εννοείται), αλλά θα ανακαλύψει και πάρα πολλά που κακώς δεν τα γνώριζε. Τα 500 ποιήματα, που απαρτίζουν τούτη την έκδοση, είναι άκρως αντιπροσωπευτικά του όλου έργου του ποιητή. Αντανακλούν, βέβαια, ως προς την επιλογή τους το προσωπικό μου γούστο ως ανθολόγου και μεταφραστή, αλλά πρωτίστως αποτελούν ένα πυκνό ρεζουμέ της ποίησης του Μπρεχτ ως καλλιτεχνικής δημιουργίας, συνθέτοντας την εικόνα του σε όλες τις περιόδους της δράσης του».

-- Παρότι η ποίηση του Μπρεχτ είναι κατ' εξοχήν επικαιρική, δεν φαίνεται να την προσπερνά ο χρόνος. Πώς το ερμηνεύετε;
-- Δεν υπάρχει ποίηση που να μην είναι με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο επικαιρική. Από την επικαιρότητα, από κάτι «επίκαιρο» ξεκινούν όλοι οι μεγάλοι ποιητές. Δεν γράφεται ποίηση σε κενό χρόνου - ούτε με αναμνήσεις τρέφεται η μεγάλη ποίηση ούτε με μαντικές και μελλοντολογίες ικανοποιείται ο αξιωματικός σκοπός της: Το να συγκινεί διαχρονικά. Σε ένα διαρκές τώρα αποσκοπούν οι ποιητές. Τονίζω αυτό το σημαδιακό «διαρκές». Ο Μπρεχτ επιδίωξε με όλες του τις δυνάμεις να εκφράζει έγκυρα την εποχή του προβάλλοντας διαλεκτικά το τώρα της στην οθόνη του κάθε «αύριο». Διαλέγει πάντα από το τώρα όσα στοιχεία συνιστούν την ουσία του κοινωνικού είναι και τα περνάει στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Γι' αυτό και ο χρόνος όπως διαβαίνει δεν τον προσπερνά, αλλά τον παίρνει μαζί του: Τον δικαιώνει.

Το εξώφυλλο της έκδοσης
-- Ποια ήταν η αφορμή που σας ώθησε να ασχοληθείτε με μετάφραση έργων του Μπρεχτ; Πόσο καιρό κράτησε αυτή η προσπάθεια μετάφρασης - απόδοσης των ποιημάτων του Μπρεχτ;
-- Η αγάπη μου για τον Μπρεχτ είναι πολύ παλιά. Δεν υπάρχει άνθρωπος, που να βιώνει την κοινωνική αδικία και να νιώθει την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο ως μη φυσική κατάσταση και ως κατ' εξοχήν ανωμαλία, και να μη συγκινείται από τον μπρεχτικό λόγο. Ετσι κι εγώ. Πρώτα τον γνώρισα μέσω μεταφράσεων και κατόπιν στο πρωτότυπο. Η μεταφραστική ενασχόλησή μου με τα ποιήματά του είναι σχετικά πρόσφατη. Δεν πάει πιο πίσω από τα δέκα χρόνια. Αραιά στην αρχή και συστηματικά κατά τα τρία τελευταία έτη ασχολήθηκα με τη μετάφραση των ποιημάτων του προτείνοντας στον εαυτό μου ένα - επιτρέψτε μου να πω - αποκούμπι συντροφικού λόγου μέσα στη θυελλώδη επέλαση του νεοφιλελευθερισμού. Ακόμα και εκείνα τα ποιήματα που, όντας ερωτικά ή παιδικά ή σκωπτικά, δεν είναι ακριβώς πολιτικά (αν και δεν υπάρχει μη πολιτική ποίηση) αποδεικνύονταν ανάσα πολιτισμού στην εποχή της καπιταλιστικής βαρβαρότητας. Θα έλεγα ότι η στενότερη ενασχόλησή μου με τον ποιητικό λόγο του Μπρεχτ οφείλεται στο ότι στις ζοφερές μέρες που βιώνουμε αναζητούσα έγκυρες απαντήσεις σε ερωτήματα ζωτικής σημασίας για τον άνθρωπο, την κοινωνία και την προοπτική του ανθρώπινου πολιτισμού, χωρίς τις αλυσίδες των καταπιεστών. Και στον Μπρεχτ όχι μόνο βρήκα ό,τι ζητούσα, αλλά βρήκα και εκείνο που μας ζητάει ο Μπρεχτ να κάνουμε: Να αμφισβητούμε, να είμαστε σε διαρκή κίνηση, σε αέναη πάλη για το εκάστοτε ανώτερο και καλύτερο που αρμόζει στον άνθρωπο και τιμά την ανθρώπινη ύπαρξη. Από την άλλη μεριά, επειδή ασχολούμαι ο ίδιος με την ποίηση, και δη με τις έμμετρες μορφές της, βρήκα ευκαιρία στο πολυποίκιλο ρυθμικό και μετρικό σύμπαν του Μπρεχτ να δοκιμάσω και να ασκήσω τις δικές μου δυνάμεις στο μέτρο και στην ομοιοκαταληξία, συμμορφούμενος στις αυστηρά ποιητικές επιταγές του πρωτοτύπου. Μετέφρασα, δηλαδή, όλα τα έμμετρα ποιήματά του με αυστηρότητα μέτρου και ομοιοκαταληξίας.

-- Γράφετε στον πρόλογο της έκδοσης ότι σε αυτό το βιβλίο οι αναγνώστες θα συναντήσουν πασίγνωστα ποιήματα του Μπρεχτ, αλλά και νέα. Πείτε μας κάτι παραπάνω γι' αυτά. Ποια είναι αυτά που μεταφράζονται για πρώτη φορά στα ελληνικά; Ποιο ξεχωρίζετε;
-- Ο Μπρεχτ είναι από παλιά γνωστός και πολύ αγαπητός στην Ελλάδα. Είναι δημοφιλέστατος - πιο πολύ βέβαια λόγω των θεατρικών έργων και των μελοποιημένων τραγουδιών του που έχουν ερμηνευθεί αριστουργηματικά από κορυφαίους καλλιτέχνες. Αλλά τα ερωτικά (μερικές φορές και πέραν του άσεμνου) σονέτα του, τα νανουρίσματα, τα παιδικά και τα σατιρικά του ποιήματα, οι ψαλμοί και τα χορικά του (κατευθείαν επηρεασμένα από τη βιβλική γλώσσα), τα πολιτικά του ποιήματα που αποσκοπούν στην «κατήχηση» των μαζών στον αγώνα κατά του ναζισμού και του καπιταλισμού είναι έργα άγνωστα στη γλώσσα μας. Στην έκδοση που επιμελήθηκα φρόντισα να υπάρχουν ποιήματα από όλες τις περιόδους της μπρεχτικής δημιουργίας, έτσι ώστε να προκύπτει στο τέλος όχι μόνο μια ευρύτατη χρηστική ανθολογία «όλου» του Μπρεχτ, αλλά και να απεικάζεται μια αποκαλυπτική νωπογραφία σαν λυρική μαρτυρία για το πρώτο μισό του 20ού αιώνα και για τους ταξικούς αγώνες του προλεταριάτου τόσο κατά τους «πολέμους» όσο και κατά την «ειρήνη» των κεφαλαιοκρατών. Από τα ποιήματα του Μπρεχτ που πολύ αγαπώ είναι το «Οσοι τρέφονται με ελπίδες»: Δηλαδή τώρα τι περιμένετε; / Οτι οι κουφοί θα σας αφήσουν να μιλήσετε / και ότι οι αχόρταγοι / όλο και κάτι θα σας δώσουν;! / Οτι οι λύκοι θα σας βάλουνε να φάτε / και δεν θα σας καταπιούν αμάσητους;! / Οτι από αίσθημα φιλίας / κινούμενες οι τίγρεις / κοπιάστε θα σας πουν / τα δόντια να μας βγάλετε;! / Τέτοια μού περιμένετε;! / Τέτοια μού προσδοκάτε;!

-- Γράφει κάπου ο Μπρεχτ «ο καπιταλισμός δεν απανθρωποποιεί μόνο, αλλά και δημιουργεί ανθρωπιά και συγκεκριμένα με τον ενεργό αγώνα ενάντια στον απανθρωπισμό».
-- Σωστά το επισημαίνετε αυτό. Ο Μπρεχτ, ως μέγας διαλεκτικός που ήταν, έκρινε αποκλειστικά με το νυστέρι του διαλεκτικού υλισμού. Η δε κριτική που ασκούσε ήταν ανελέητη: Δεν επέτρεπε ούτε κουκουλώματα ούτε υπεκφυγές ούτε μερεμέτια ούτε συγυρίσματα της πραγματικότητας. Ετσι κατακτούσε την - όπως έλεγε - περιστασιακή αλήθεια που του χρησίμευε να αναζητήσει και να βρει τις ανώτερες μορφές της. Πρότεινε την αμφισβήτηση στους πάντες και στα πάντα, αλλά όχι την οποιαδήποτε οπορτουνιστική ή επιπόλαιη αμφισβήτηση για την αμφισβήτηση. Πρότεινε τη διαλεκτική αμφισβήτηση που επιτρέπει (αν δεν επιβάλλει κιόλας) την εύρεση της αλήθειας όχι μόνο μέσω των δικών μας αντιλήψεων, αλλά και μέσω όλων των ελλόγων πραγματικών προτάσεων. Να το πω με άλλα λόγια: Για να νικήσεις τον καπιταλισμό πρέπει να τον μάθεις, πρέπει να τον βάλεις να μιλήσει, να τον κατανοήσεις, να τον καταστήσεις κατανοητό στις μάζες, να τον αμφισβητήσεις από θέση ισχύος. Υστερα θα τον νικήσεις. Αυτό μας διδάσκει ο Μπρεχτ.

Α. Πρ.

Σάββατο, 7 Φεβρουαρίου 2015

«…κι από την ήττα κάνε να πυργώσει νίκη περήφανη τρανή»…


Είσαι παιδί στα δεκαεννιά σου

Είσαι παιδί στα δεκαεννιά σου χρόνια
Είσαι παιδί μα στα μαλλιά σου χιόνια
μας ήρθαν δύσκολοι καιροί.

Στην κόψη των κυμάτων θα βαδίσεις
καθώς φουσκώνει η θάλασσα πολύ
μα απ’ τις κραυγές του πλήθους μη μεθύσεις
κράτα τη σκέψη καθαρή,
μα απ’ τις κραυγές του πλήθους μη μεθύσεις
κράτα τη σκέψη καθαρή.

Είσαι παιδί στα δεκαεννιά σου χρόνια.

Μη καρτεράς απ’ τους θεούς βοήθεια,
μη καρτεράς απ’ άλλους την αλήθεια
συ θ’ ανεβείς στο Γολγοθά.

Μοσχοβολούν τα λούλουδα τη νύχτα
όμως σκορπούν στης αύρας την πνοή
γίνε πουρνάρι πoυ αντέχει και ριζώνει
σε βράχια ξέρα, χέρσα γη,
γίνε πουρνάρι που αντέχει και ριζώνει
σε βράχια ξέρα, χέρσα γη.

Μη καρτεράς απ’ τους θεούς βοήθεια.

Κράτα καλά στη δύσκολη την ώρα,
κράτα καλά στου φασισμού τη μπόρα,
σ’ έχει ο λαός οδηγητή.

Τη σκέψη αρμάτωσε με νου και γνώση,
την πείρα των παλιών κάνε μυστρί
κι από την ήττα κάνε να πυργώσει
νίκη περήφανη τρανή,
κι από την ήττα κάνε να πυργώσει
νίκη περήφανη τρανή.

Κράτα καλά στη δύσκολη την ώρα.



Τραγούδι του Πάνου Τζαβέλλα (φωτο), ερμηνευμένο από τη Νατάσσα Παπαδοπούλου. Ζωντανή ηχογράφηση από τη μπουάτ Λήδρα (δίσκος «Τραγούδια από το Αντάρτικο Λημέρι του», 1975).