Παρασκευή, 23 Ιανουαρίου 2015

«Η αλυσίδα μας πήρε να βογγά και να τρίζει»… (Θοδόσης Πιερίδης)


Κυπριακή συμφωνία
(αποσπάσματα)

ΙΧ

[...] Λογαριάσατε λάθος με το νου σας, έμποροι,
δεν μετριέται πατρίδα, λευτεριά με τον πήχη!
Κι αν μικρός είν' ο τόπος και το θέλει και μπόρει
τον ασήκωτο βράχο να τον φάει με το νύχι.
Τούτη η δίψα δεν σβήνει, τούτη η μάχη δεν παύει,
χίλια χρόνια αν περάσουν, δεν πεθαίνουμε σκλάβοι!

[...] Αψηλά τις καρδιές μας! Μεσ' στης γης μας το χώμα
πιο βαθιά ριζωμένοι ―κι ας μανίζουν οι ανέμοι.
Τούτο ακόμα το χρόνο, τούτ' την άνοιξη ακόμα...
Στον ορίζοντα πέρα κάποιο φως κιόλας τρέμει.
Αψηλά τις καρδιές μας κι αρχινά να ροδίζει
η αλυσίδα μας πήρε να βογγά και να τρίζει. [...]

Θοδόσης Πιερίδης

Κείμενα Κυπριακής λογοτεχνίας (τόμος β΄)


Ο Κύπριος κομμουνιστής αγωνιστής ποιητής Θοδόσης Πιερίδης γεννήθηκε στο χωριό Τσέρι και έζησε πολλά χρόνια στην Αίγυπτο, στη Γαλλία και τη Ρουμανία ως πολιτικός πρόσφυγας. Στην Κύπρο επέστρεψε το 1962, μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της. Το έργο του, που άρχισε το 1928, περιλαμβάνει πλήθος άρθρων, μελετών και ποιητικών συλλογών, μεταξύ των οποίων η "Κυπριακή Συμφωνία".
Έφυγε από τη ζωή σαν σήμερα, στις 23 Γενάρη του 1968.

Τετάρτη, 21 Ιανουαρίου 2015

Τράτα Κουλουριώτικη (Μνήμη Γιάννη Σκαρίμπα)

Νίκος Λύτρας: Βάρκα με πανί, Πάνορμος

Πάντα πικραμένος συλλογιόταν στο κατώφλι και πάντ' αποσταμένος ο δόλιος: Σκυλοζωή η μαγκούφα.
Δούλευε μεροδούλι στην τράτα. Μεροδούλι λέει; μερτικό κι αν σ' αρέσει. Και νάναι σαν ψες, σαν πάσα μέρα. Κάθε πέρσι και καλύτερα. Εφτά καλάδες απ' τη νύχτα, τριάντα δυο οκάδες μαρίδα κι άλλες εξήμισυ καθαρά, αυτά ούλα - ούλα. Αναψαριά και των γονέων. Εννιά νομάτοι αυτοί ένα μερτικό, κ' ένα ο καπετάνιος με την τράτα, μιάμισυ οκά μαρίδα ο πάσα ένας κι όξω από την πόρτα.
Αντε τώρα βρες να την πουλήσεις. Πέντ' εξ δραμές η οκά κι ο κόσμος ούλος. Πέντ' εξ δραμές και μια τηγανιά για το κονάκι. Ούτε τον καπνό και το καρβέλι.
Αντε ζήσε. Δουλεύεις τα παραγάδια σου, τα ίδια. Ούτε το δόλωμα δε βγαίνει. Ρίχτα ούλη νύχτα κι άμε μπονώρα να τα σηκώσεις για να πάρεις τα σχαρίκια. Ούλο χάνοι και σαλιάρες. Πού και πού κάνα καθερό κάνα λιθρίνι.
Θες και δυο οκάδες καλαμάρι να δολώσεις τρακόσα αγκίστρια. Και πού να τάβρεις. Πας στην τράτα περικαλώντας. Χασομεράς μισή μέρα στους γιαλούς. Αν βγάλουνε κανένα κι αν στο δώσουν. Τα καπαρώνουν γλέπεις οι δασκάλοι για ελόγου τους. Προ πάντων κείνος ο κυρ-Βίκος, ο ληξίαρχος, που ξεκαλοκαιρεύει φαμελικώς του στην Αλέτρια. Τρελλαίνεται λέει για δαύτα. Σου λέει αν θες και πώς γίνονται. Θες τηγανιτά, θες με σπανάκι, θες πιλάφι. Οπως θες, όπως η ψυχούλα σου αγαπάει. Μηδά κοιτάει κανείς τη φτώχεια σου. Ας είν' καλά ο καπτ' Αλέκος ο πλεονέχτης. Προτιμάει να τα δίνει στους δασκάλους για τη γούλη, πέρι σ' εμένα για δουλειά, για το ψωμάκι.
Ας είν' καλά πόχει την τράτα μου και τη χαίρεται. Και τι τράτα! Κουλουριώτικη! Αχ! τέτοιο σκαρί, τέτοια τράτα...
Σα νάχει τη γυναίκα σου στην αγκαλιά του άλλος...
***
Βαθιά πικραμένος τα σκεφτόταν.
Είχε και δίκιο ο δόλιος.
Φουκαράς, φτωχαδάκι, τον είχε πάρ' η κάτω βόλτα.
Ψαράς, χταποδάς και τρατάρης, κι αργάτης ακόμα κι οξωμάχος. Οπως λάχαινε, όπως ερχόταν.
Κυνηγός του καρβελιού και του μπακέτου, όπου νάταν βρισκούμενο, στο γιαλό, στη στεριά, ή του πελάου. Χρόνια 'χε να κοιμηθεί με 'κοσπεντάρικο στην τσέπη.
Με μια σαπόβαρκα παιδεύονταν για το ψωμί, για το καρβέλι. Δύσκολο πράμα όμως. Το χειμώνα λιοτρουβιάρης ούλη νύχτα και τη μέρα δούλευε το παραγάδι. Και σαν έπιανε ο Απρίλης, ξανά πάλε στην τράτα. Στην ίδια κείνη πούταν αυτός αφεντικό και καπετάνιος της, πούταν αυτός ψυχή και καύχημά της και που τώρα τού τη χαίρονταν ο οχτρός του.
Πεντάμορφη σκλάβα χριστιανή αυτή, σ' αφέντη Τούρκο. Σκλάβος κι αυτός ο έρμος... αδερφός της.
Αχ! τύχη κακιά, μαγκούφα... Σβάρνα τον είχαν πάρει η φτώχεια και τα χρόνια... Ασπρισαν τα μαλλιά του και καμπούριασε... Να του σβαρνάν αρχίσαν και τα πόδια.
Πικρά τα συλλογιόταν ούλα.
Τον κατάλυσαν τα βάσανα και το μεράκι.
Κακομοίρη, ταπεινό τον είχε κάμει η φτώχεια. Ψωμί και δάχτυλο κι αυτός κ' η δόλια η γριά του.
***
Μ' όλα ταύτα δεν ήταν έτσι.
Οταν παντρεύτηκε, δω και εικοσιπέντε χρόνια - σαν ψες το θυμόταν - ήταν ούλος λεβεντιά και ούλος νιάτα. Είχε τη μέση δαχτυλίδι και την πορπατησιά περήφανη και κορδωμένη. Πολύτιμη αντίκα - κειμήλιο του μακαρίτη του πατέρα του - άστραφτε στο μικρό δαχτυλάκι του ζερβού χεριού του, κι ολόχρυσο ρολόι δούλευε πάντα στο τσεπάκι του γελέκου του. Μίλαγαν τα κοστούμια του και οι μπότες του έτριζαν πάντα.
Τέτοιον, γιομάτον λεβεντιά κι αρχοντικό αέρα, τον δέχτηκε γαμπρό στο πλάι της - κούκλα κι αυτή και καλομοίρα - η Βιελέττα, η γυναικούλα του.
Να εκεί μέσα - στην κρεβατοκάμαρη - πάνω απ' το κρεβάτι τους, μέσ' σε κάρυνη κορνίζα, ήταν το κάδρο του. Δέκα μερών γαμπρός με την κυρά του.
Αχ, τι χρόνια χρυσά κ' ευτυχισμένα. Τι σαρανταφτερουγούσα ήταν κ' η τράτα του - καύχημα των γιαλών και του κυμάτου...
Πόσες φορές τώρα βουβός αψήλωνε πάνω στο κάδρο τη ματιά του.
Ενα τραπεζάκι με γλάστρα ήταν στο πλάι κι αυτός στο κάθισμα, με ρούχα γαμπριάτικα και με έως τα γόνατα λαδιές μπότες τριζάτες απ' την πόλη.
Αστραφτε η νιόφορη βέρα στο χέρι του - από εγγλέζικη λίρα - και τα χρυσά μπιχλιμπίδια της καδένας στο γελέκο του.
Ομοια κι αυτή, η Βιελέττα του, ολάσπρη και πασίχαρη, στέκονταν στο πλάι του. Γοργόνα. Το χέρι της, ακουμπισμένο πα στον ώμο του, τού φαίνονταν πως ακόμα το αιστάνονταν κει πάνω.
Αχ! Τι χρόνια χρυσά κ' ευτυχισμένα !
Μοσκοβόλαε το σπιτάκι τους απ' το μαγέρεμα κι άστραφταν τα μάτια της Βιελέττας του σαν απόμεναν οι δυο τους. Φίλοι, μουσαφιραίοι ποτές δεν του απόλειπαν, πότε ο κουνιάδος του, πότε ο πεθερός του, πότε τα ξαδέρφια. Καλόκαρδη και προκομμένη τούς έφερνε όλους βόλτα η Βιελέττα του. Καμάρωνε και δαύτος μέσα του, φούσκωνε η καρδιά του από έρωτα. Μαγνήτη είχ' η ματιά της και τον έλκυζε, μαγνήτη είχε το σπίτι και τον ετράβα.
Αχ! πούναι κείνα τα χρόνια τα χρυσά, τα βλογημένα. Είχε και τη Φλώρα του, την τράτα, που την πούλησε για τον ανεπρόκοφτον υγιό του. Τώρα την είχε ο οχτρός του και την χαίρονταν.
Αχ! τι τράτα ήταν εκείνη, τι θαλασσοπούλα γλυκοθώρητη, τι δωδεκαποδαρούσα των γιαλώνε;... Σκαρί κουλουριώτικο ήταν η Φλώρα του, μπακίρι μοναχό 'ταν το καρφί της.
Ο Μεγαλέξαντρος ο Μακεδόνας ήταν στην πλώρη της σκαλιστός, με το χρυσό κοντάρι του στη χέρα.
Σπαθάτη ήταν μπρος - πίσω. Σπαθάτη, γοργοτάξιδη, σαΐτα. Ομόρφαιν' ο γιαλός από τα νιάτα της, μάγια 'χαν τ' άρματά της και τα δίχτυα.
Αχ, ανταγιάντιστος καϋμός τούχε μείνει η Φλώρα του. Μ' οχτώ νομάτους κι αυτός εννιά κι άστα να πάνε... «να γλέπ' ο γιαλός να χαίρεται, να γλέπ' η στεριά να χαιρετάει...». Φτερό κουπί, λεπίδι η πλώρη της. Αχ! τύχη μαγκούφα... τι να σου πρωτοθυμηθεί και τι να πρωτοκλάψει.
Κι αυτός ολόρθος πα στην πρύμη της, με τα βρακιά ανασκουμπωμένα και περαστό το διάκι μες στα σκέλια του, να δίνει τις διαταγές του στους σγαρίλιους.
- Μόλα, μόλα, καλό παιδί, μόλα σκοινί και δόστου νάχει.
Κι όταν πάσα βραδάκι - το λιοβασίλεμα - με τη γλυκιά ανάμνηση της Βιελέττας στην καρδιά του, με τη νοστιμάδα των φιλιών της μες στις φλέβες του, έμπαινε στ' απάνεμο λιμανάκι της Αλέτριας, πόσο προαπολαυστικά ατένιζε το ντερσέκι και τα κεραμίδια του σπιτιού του και πόσο γαργαλιστικά του ερέθιζε τους πόθους της καρδιάς του αυτό το οκνό τραγουδάκι των τρατάρηδων:
Εγια μόλα
έγια λέσα
άιντε όλοι
όλοι μαζί...
{...}

Γιάννης Σκαρίμπας

Από τη συλλογή διηγημάτων Καϋμοί στο Γρηπονήσι (αναδημοσίευση από τον Ριζοσπάστη 5/9/2010)

(Ο λογοτέχνης, κριτικός, θεατρικός συγγραφέας, ποιητής και πεζογράφος Γιάννης Σκαρίμπας έφυγε από τη ζωή μια μέρα σαν σήμερα, το 1984).

Δευτέρα, 12 Ιανουαρίου 2015

Η Τράπεζα του Μέλλοντος (Κ. Π. Καβάφης)


Την δύσκολη ζωή μου ασφαλή να κάνω
εγώ στην Τράπεζα του Μέλλοντος επάνω
πολύ ολίγα συναλλάγματα θα βγάλω.

        Κεφάλαια μεγάλ’ αν έχει αμφιβάλλω.
Κι άρχισα να φοβούμαι μη στην πρώτη κρίσι
εξαφνικά τας πληρωμάς της σταματήσει.

Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ

(Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993)

Κυριακή, 11 Ιανουαρίου 2015

Ν. Καββαδίας - WILLIAM GEORGE ALLUM


Εγνώρισα κάποια φορά σ’ ένα καράβι ξένο
έναν πολύ παράξενον Εγγλέζο θερμαστή,
όπου δε μίλαγε ποτέ κι ούτε ποτέ είχε φίλους
και μόνο πάντα εκάπνιζε μια πίπα σκαλιστή.

Όλοι έλεγαν μια θλιβερή πως είχεν ιστορία·
κι όσοι είχανε στο στόκολο με δαύτον εργαστεί
έλεγαν ότι κάποτες, απ’ το λαιμό ως τα νύχια,
είχε σε κάποιο μακρινό τόπο στιγματιστεί.

Είχε στα μπράτσα του σταυρούς, σπαθιά ζωγραφισμένα,
μια μπαλαρίνα στην κοιλιά, που εχόρευε γυμνή
κι απά στο μέρος της καρδιάς στιγματισμένην είχε
με στίγματ’ ανεξάλειπτα μιαν άγρια καλλονή…

Κι έλεγαν ότι τη γυναίκα αυτήν είχε αγαπήσει
μ’ άγριαν αγάπη, ακράτητη, βαθιά κι αληθινή·
κι αυτή πως τον απάτησε με κάποιο ναύτη Αράπη
γιατί ήτανε μια αναίσθητη γυναίκα και κοινή.

Τότε προσπάθησεν αυτός να διώξει από το νου του
την ξωτική που αγάπησε, τόσο βαθιά, ομορφιά
κι από κοντά του εξάλειψεν ό,τι δικό της είχε,
έμεινεν όμως στης καρδιάς τη θέση η ζωγραφιά.

Πολλές φορές στα σκοτεινά τον είδανε τα βράδια
με βότανα το στήθος του να τρίβει, οι θερμαστές…
Του κάκου· γνώριζεν αυτός ―καθώς το ξέρουμ’ όλοι―
ότι του Αννάμ τα στίγματα δεν βγαίνουνε ποτές…

Κάποια βραδιά ως περνούσαμε από το Βay of Bisky,
μ’ ένα μικρό τον βρήκανε στα στήθια του σπαθί.
Ο πλοίαρχος είπε: «Θέλησε το στίγμα του να σβήσει»
και διάταξε στη θάλασσα την κρύα να κηδευθεί.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

(Μαραμπού, Άγρα 1995)

Μουσική: Λάκης Παπαδόπουλος
Ερμηνεύει η Αρλέτα 

 

Ο ποιητής των πιο μακρινών μας ταξιδιών, γεννήθηκε σαν σήμερα στις 11 Γενάρη του 1910.

Σάββατο, 10 Ιανουαρίου 2015

Δημήτρης Τατάκης

Ο ηρωϊκός Δημήτρης (Μήτσος) Τατάκης

«Ω μητέρα μου εσύ σεβαστή, κι ω εσύ που με φως γεμίζεις αιθέρα το παν, ω, για δέστε με πόσο άδικα πάσχω!»
(Από τον «Προμηθέα Δεσμώτη» του Αισχύλου)

«Πέρσι τέτοια μέρα, 16 του Δεκέμβρη, πέθαινε στις φυλακές του Μακρονησιού ο Δημήτρης Τατάκης. Ετσι ξαφνικά ήρθε το μεγάλο κακό, δεν το περίμενε κανένας, δεν το πίστευε κανένας. Και πώς μπορούσε να πεθάνει ο Τατάκης; Ενάμιση χρόνο στεκόταν όρθιος, πάνω στο βράχο, ακίνητος, με το πρόσωπο αντίκρυ στην Ανατολή, με τη σκέψη και την καρδιά του δοσμένη σ' όλον τον κόσμο - και να τον δέρνει ο άνεμος και να τον μουσκέβει η βροχή, και να κρουσταλιάζει η παγωνιά το βασανισμένο κορμί του.

Ολοι τόνε ξέρανε πια στο νησί τον Δημήτρη Τατάκη. Κοντά του όμως λίγοι μπορούσαν να φτάσουν: Εκείνοι που είχαν τη δική του παλικαριά - ήταν μεγάλος ο δρόμος ίσαμε το βράχο... - κι εκείνοι που ερχόντουσαν να τον βασανίσουν. Οι άλλοι τόνε βλέπανε από μακριά, όρθιο πάντα, όλες τις ώρες.
- Ποιος είναι; ρωτούσαν.
- Ο Τατάκης.

Περνούσε η νύχτα μέσα στα βογγητά και το αίμα. Ο άνεμος ήταν άγριος. Η θάλασσα χτυπούσε δυνατά το νησί κι έφευγε σφυρίζοντας αναδιπλωμένη, στο σκοτάδι. Κάτι φωνές. Ποδοβολητά. Οι σκηνές των φυλακισμένων αγρυπνούσαν. Ψυχή δεν ξεμυτούσε. Ο θάνατος παραμόνευε. Πότε θα τελειώσει τούτη η νύχτα; Πριν χαράξει έπαυαν τα βογγητά, η θάλασσα ημέρευε, ο άνεμος έπεφτε - τραγουδούσε η σάλπιγγα εγερτήριο.

Εβγαιναν απ' τις σκηνές οι φυλακισμένοι. Ολοι κοιτούσαν προς τα κει. Στην "απομόνωση". Να, ένας ίσκιος - μόλις που τον αγγίζει ο Αυγερινός. Ορθιος πάλι. Δεν έπεσε. Στέκεται ακίνητος. Νίκησε. Αυτός μοναχός, μες στη νύχτα. Ο Τατάκης. Εφευγε ο χειμώνας, έφευγε το καλοκαίρι, ερχόταν δεύτερος χειμώνας, εκεί ο Τατάκης, εκεί κι ο βράχος.

Μια φορά είχε πάει ο γιατρός της φυλακής να τον δει. Ακουσε πως είχε μείνει τριανταδυό μέρες και τριανταδυό νύχτες άγρυπνος, γυμνός, χειμώνα καιρό να σπρώχνεται στην παγωμένη θάλασσα, να στεγνώνει με τον άνεμο, να βασανίζεται, να ματώνει, χωρίς μια στιγμή να πει "αφήστε με", χωρίς να πλαγιάσει. Δεν τον πίστευε ο γιατρός. Πήγε κοντά του. Είδε ένα νέο άντρα, να χαμογελάει...
- Εσύ ανέτρεψες την επιστήμη, του είπε.

Ο Τατάκης όλο χαμογελούσε. Οχι τώρα. Κι όταν βασανιζόταν ακόμα. Δεν μπορούσε να κάνει εξαίρεση στο γιατρό. Λίγο - λίγο άρχισαν να τον παραδέχονται κι οι βασανιστές του. Καταλάβαιναν πια πως δεν μπορούσαν να τον κάνουν να λυγίσει. Αυτό βέβαια δε σήμαινε πως θα σταματούσε ο παιδεμός. Η διαταγή, διαταγή. Αλλά να, τις άλλες ώρες, έρχονταν να του προσφέρουν δειλά ένα τσιγάρο, να τον ρωτήσουν "πώς παν τα κέφια", "πώς τα περνάει".
- Καλά, καλά, τους απαντούσε ο Τατάκης με το ίδιο, τ' ακίνητο χαμόγελό του. Καμιά πίκρα δεν είχε στα μάτια. Κανένα παράπονο στα χείλη. Ξέρει πως έτσι έπρεπε να σταθεί. Δε γινόταν αλλιώς. Ηταν κάτι πολύ φυσικό γι' αυτόν νάναι ο Ανθρωπος, δυνατότερος κι απ' την πιο ανελέητη βία.

Είχε τη θάλασσα συντροφιά του όλη τη μέρα και τη νύχτα. Κάποτε δούλευε στη θάλασσα: Δεύτερος πλοίαρχος του Εμπορικού Ναυτικού. Γιατί τον φέρανε στο Μακρόνησο; Αν είχε καμιά "κατηγορία" δε θα τον κρατούσαν τόσον καιρό υπόδικο στις φυλακές. Θα δικαζόταν όπως χιλιάδες άλλοι. Για να τον βαστάνε λοιπόν έτσι, θα πει ότι δεν υπάρχει "υπόθεση". Μπορούσε και να τον άφηναν "ελεύθερο", φτάνει νάλεγε μόνο πως τα βασανιστήρια, οι σκοτωμοί, η τυραννία, που δοκίμαζαν τα παιδιά του λαού, το αίμα, η φωτιά, ήταν σωστά πράγματα - πως το θηρίο που τον παίδευε είχε μεγαλύτερη ανθρωπιά απ' τον ίδιο που μαρτυρούσε.

Ο Δημήτρης Τατάκης, ο καπετάνιος, είπε δε γίνεται αυτό. Μέτρησε τη ζωή, μέτρησε το θάνατο - θα ζούσε για να πεθάνει. Δε θα πέθαινε για να ζήσει. Από κει και πέρα, ό,τι και να ερχόταν, το περίμενε όπως η γη το νερό. Και στεκόταν όρθιος πάνω στο Βράχο. Πότε τον φόρτωναν και με πέτρες. Πότε του λέγανε να σηκώνει το ένα του πόδι.
- Από τέτοια, παιδιά, έννοια σας. Μη στενοχωριόσαστε...

Χαμογελούσε. Κι αγνάντευε τη θάλασσα. Ενα καράβι στον ορίζοντα. Κατά πού να πέφτει το σπίτι του; τι να συλλογιέται τάχα η μητέρα; Η γειτονιά του θάναι ήσυχη τούτη την ώρα; Τα μεγάφωνα του Μακρονησιού έπαιζαν τραγούδια. Κάθε τόσο, τάκοβε ο σπήκερ. "Η Μακρόνησος είναι ο φάρος της ελευθερίας". Φάνηκε μπροστά του ο βασανιστής.
- Απόψε θα υπογράψεις Τατάκη, του είπε. Πρέπει να τη διαλύσουμε την απομόνωση. Κι όταν υπογράψεις εσύ θα τη διαλύσουμε...
Πάλι το χαμόγελο.
- Βάζουμε στοίχημα πως θα υπογράψεις;
- Θα το χάσεις το στοίχημα.
- Ρε βάζεις στοίχημα;
- Θα το χάσεις.

Επεσε πάνω του ο βασανιστής. Τόνε χτυπούσε με το "μπαμπού", με τις αρβύλες, με τις γροθιές, τον γκρέμιζε στους βράχους, του έσφιγγε το λαιμό. Απόκαμε το θηρίο. Ανάσαινε βαριά. Εσταζε ιδρώτα. Ο άλλος χαμογελούσε πάντα μέσα στα αίματα. Τότε χυμάει ο βασανιστής μ' ένα ουρλιαχτό, του δαγκώνει τ' αφτί, να το κόψει. Σηκώνεται αφρισμένος. Πνίγεται. Τρέμει. Δεν μπορεί πια να μη φωνάζει:
- Τη μάνα μου να μου λέγανε, την πατρίδα μου να μου λέγανε, το θεό να μου λέγανε, θα τους πρόδινα για να γλιτώσω...
Φεύγει σκουντουφλώντας με σκυμένο το κεφάλι. Κι ο Τατάκης, ο καπετάνιος, καθώς είναι πεσμένος μπρούμητα στο σκληρό χώμα του Μακρονησιού, με τις πληγές και με τη χαρά της νίκης στο πρόσωπο, του φωνάζει ήρεμα.
- Ψιτ. Τόχασες το στοίχημα...

Ενάμιση χρόνο στάθηκε ο νέος Προμηθέας στο Βράχο του. Οι Αγγελιοφόροι του Δία των φυλακών, του φέρνανε κάθε τόσο μηνύματα. Εστελνε κι αυτός το δικό του. "Θα μείνω εδώ, πέστε του". Και πλήθαινε η απομόνωση και μ' άλλα παλικάρια. Τον χαιρετούσαν μ' εμπιστοσύνη, "Μαζί σου κι εμείς".

Πέρσι, τέτοια μέρα, 16 Δεκεμβρίου, η Διοίκηση των φυλακών πήρε τη μεγάλη απόφαση. Με κάθε τρόπο θάσβυνε η Απομόνωση. Εφταναν οι εκλογές. Το μεγάλο κακό θα σταματούσε. Δεν έπρεπε να γλιτώσει έτσι ο Τατάκης κι η συντροφιά του. Είχαν γίνει πολλοί.

Οδήγησε λοιπόν σε συγκέντρωση τους φυλακισμένους. Θα έβγαζε λόγο κάποιος του "Γραφείου Ηθικής Αγωγής". Ολα ήταν προμελετημένα. Χασισοπότες απ' τις Στρατιωτικές Φυλακές βρίσκονταν εκεί, εφοδιασμένοι με σύρματα, με κοτρόνια, με πέτρες. Δίνεται το σύνθημα. Ορμούν πάνω στα παιδιά της Απομόνωσης. Ποτέ δεν ξανάγινε σ' εκείνη τη σκληρή γη, την αιματοποτισμένη, αυτός ο χαλασμός. Γκρέμιζαν παλικάρια από ψηλούς βράχους στη θάλασσα. Χτυπούσαν όπου βρίσκανε. Γδέρνανε οι αρβύλες τα στήθια των παλικαριών. Γέμισε βογγητό πάλι ο τόπος.

Οι άλλοι φυλακισμένοι σάστισαν μπροστά στο κακό. Ακούστηκε μια φωνή άγρια: "Οι πολίτες να τραβήξουν πάνω στις σκηνές τους! Γρήγορα"! Σε λίγο οι βασανιστές μάζευαν τα πληγιασμένα κορμιά από τους βράχους, από τη θάλασσα, και τα πήγαν στην Απομόνωση. Ρίξανε το καθένα στ' ατομικό του αντίσκηνο. Η νύχτα σκέπασε το Μακρονήσι. Μια φωνή ακουγόταν, εκεί γύρω. "Πεθαίνω... πεθαίνω...".

Ηταν η φωνή του Τατάκη. Την άκουσε μέσα στον πονεμένο της ύπνο η συντροφιά του. Υστερα έσβυσε. Ενα σούσουρο ακολούθησε. Ποδοβολητό. Σα να κουβαλούσανε κάποιον. Δεν μπορούσε κανένας να δει. Την άλλη μέρα τ' αντίσκηνο του Τατάκη ήταν άδειο, με το μπογαλάκι του και το παγούρι πεταμένο σε μιαν άκρη. Τον πήραν και τον θάψανε στο Λαύριο - οι δικοί του το έμαθαν αργότερα, μ' ένα "συλλυπητήριο" τηλεγράφημα του διοικητή της Σ.Φ.Α.

Ετσι πέθανε ο νέος Προμηθέας του Μακρονησιού. Ομως στο βράχο, στάθηκαν άλλα παλικάρια, με το πρόσωπο αντίκρυ στην Ανατολή, ν' αγναντεύουν τη θάλασσα και να χαμογελούν σ' όλον τον κόσμο, καθώς ο Τατάκης, ο Δημήτρης Τατάκης - ο Καπετάνιος».

Γ.Σ.

* Σύμφωνα με κείμενα - μαρτυρίες των συγκρατουμένων στη Μακρόνησο συντρόφων του Διονύση Γεωργάτου και του αξέχαστου Γιάννη Παλαβού (βλέπε «Ρ» 26/1/2003), ο ηρωϊκός Δημήτρης (Μήτσος) Τατάκης, μετά από βασανιστήρια 33 ημερών, υπέκυψε στις 9 προς 10 Γενάρη 1950, ενώ ο υπογράφων με τα αρχικά Γ. Σ. συγγραφέας του διηγήματος χρονολογεί το θάνατο του «προμηθεϊκού» κομμουνιστή Δ. Τατάκη, στις 16/12/1949. Οι προσπάθειές μας να μάθουμε από επιζώντες συγγραφείς - αγωνιστές του ΔΣΕ, ποιος μπορεί να υπέγραφε με τα αρχικά Γ. Σ. δεν είχαν αποτέλεσμα. Μόνον υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε: Μήπως πρόκειται για τα αρχικά του Γιαννακόπουλου Σταμάτη («Πέτρος Ανταίος»); Μήπως, για κάποιον, επίσης μακρονησιώτη, συγκρατούμενο του Τατάκη; Μήπως τα αρχικά «Γ. Σ.», όπως και το «Γρηγόρης» και άλλα ψευδώνυμα που χρησιμοποιούσε στην ΕΠΟΝίτικη «Νέα Γενιά» και άλλα ΕΑΜογενή έντυπα, ο αγωνιστής, γνωστός πεζογράφος και θεατρικός συγγραφέας Γεράσιμος (Μεμάς) Σταύρου; Μήπως, τα αρχικά παραπέμπουν στον αλησμόνητο, συγγραφέα, δραματουργό, σκηνοθέτη, μεταφραστή, επικεφαλής του κινηματογραφικού συνεργείου του ΔΣΕ, και μετά την υποχώρηση του ΔΣΕ μέλος της πρώτης εκδοτικής επιτροπής των εκδόσεων «Νέα Ελλάδα» στο Βουκουρέστι, Γιώργο Σεβαστίκογλου; Σημειώνουμε, τέλος, ότι το διήγημα αυτό περιλήφθηκε στη συλλογή «Πεζογράφοι της Αντίστασης», που κυκλοφόρησαν οι εκδόσεις «Νέα Ελλάδα», το 1952.

(Δημοσιεύτηκε στο Ριζοσπάστη την Κυριακή 17 Δεκέμβρη του 2006)

Σάββατο, 3 Ιανουαρίου 2015

70 χρόνια μετά: ΕΠΟΝίτικα κάλαντα στην Αθήνα του 1944


Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά
Λαοκρατία Λευτεριά
Στη χώρα μας θ' ανθίσει
Και το φασισμό θα σβήσει

Αγιος Βασίλης έρχεται
Κι ο βασιλιάς δεν έρχεται
Να μείνει στην Αγγλία
Και ας φτιάξει εκεί δικτατορία

Ο Παπανδρέου ο χαλβάς
Λένε πως ντύθηκε τσολιάς
Και ζήτησε απ' το Ράλλη
Τα τσαρούχια του να βάλει

Ερχεται ο Σκόμπυ ο τρυφερός
Του Ντούτσε διάδοχος σωστός
Απ' τη Μεγάλη Βρετανία
Μα κωλώνει στα Χαυτεία

Κει πέρα βρίσκει τον ΕΛΑΣ
Του λέει «Σκόμπυ δεν περνάς»
Κι αυτός μαζεύει την ουρά του
Οπως μάζευε ο Ντούτσε τα φτερά του.

Με μια συγκινητική και ενδιαφέρουσα μαρτυρία για τα αγωνιστικά κάλαντα που έψαλλε η ΕΠΟΝ 70 χρόνια πριν, μέσα στην ηρωική μάχη του Δεκέμβρη του 1944, υποδέχτηκε την παραμονή της Πρωτοχρονιάς στο σπίτι του στον Άλιμο, ο Κώστας Ξένος, παλαίμαχος ΕΠΟΝίτης, τα νέα παιδιά μέλη της ΚΝΕ που έψαλλαν τα κάλαντα της δικής τους οργάνωσης. Η μαρτυρία και οι στίχοι από τα κάλαντα, όπως τους συγκράτησε ο Κ. Ξένος δημοσιεύτηκαν στο σημερινό Ριζοσπάστη.

Αφηγείται ο Κ. Ξένος: «Πλησίασαν Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά 1945 και ένας έριξε την ιδέα να βγούμε να πούμε τα κάλαντα, να μαζέψουμε γλυκά και βιβλία για να τα πάμε στα νοσοκομεία Δαφνίου και Ελευσίνας που νοσηλεύονταν τραυματίες του ΕΛΑΣ και άμαχοι από τους καθημερινούς αεροπορικούς βομβαρδισμούς. Δε θυμάμαι ποιος έφτιαξε τους στίχους και τους προσάρμοσε στο σκοπό, είχαν όμως επίκαιρο πνεύμα, ταιριαστό στην κατάσταση των ημερών και άρεσαν πολύ.  Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά κάναμε με τους τραυματίες στα νοσοκομεία που ανέφερα». Και προσθέτει δίνοντας την ευχή του για το σήμερα: «Οι ΚΝίτες μας, η νέα γενιά κομμουνιστών, να συνεχίσετε τον αγώνα μέχρι την ανατροπή του καπιταλισμού, να μας φτάσετε και να μας ξεπεράσετε!»

[Φωτογραφία (ΑΣΚΙ): Χριστούγεννα του 1944. ΕΠΟΝίτες της Πρέβεζας τραγουδούν τα Κάλαντα.]

Παρασκευή, 2 Ιανουαρίου 2015

«Έχω αρκετό κουράγιο για να δίνω στ’ όνειρο τη θέση μοναχά του ονείρου»


ΙΙΙ

Θα σου πω κάτι
εξαιρετικά σπουδαίο
Ο άνθρωπος αλλάζει φύση
όταν αλλάζει τόπο.
Εδώ αγαπώ τρομερά
τον ύπνο που έρχεται σαν ένα χέρι φιλικό
ν’ ανοίξει την κλειδαριά της πόρτας μου
να ρίξει τους τοίχους που με κλείνουν.
Όπως λέει μια κοινή παρομοίωση
αφήνομαι στον ύπνο
καθώς γλυστράει το φως σε ατάραχα νερά.

Τα όνειρά μου είναι εξαίσια
Βρίσκομαι πάντοτε όξω.
Ο κόσμος είναι ολόφωτος, ο κόσμος είναι ωραίος
Ούτε για μια στιγμή
Δεν ήμουνα φυλακισμένος.
Ούτε για μια στιγμή μες στα όνειρά μου
Δεν έπεσα από την κορφή στην άβυσσο.
Θα πεις πως είναι τα όνειρά μου τρομερά
Όχι, καλή μου.
Έχω αρκετό κουράγιο για να δίνω στ’ όνειρο τη θέση μοναχά του ονείρου.

ΝΑΖΙΜ ΧΙΚΜΕΤ

(Απόδοση: Γιάννης Ρίτσος)

«Επιστολές και ποιήματα (1942-1946)», ΠΟΙΗΜΑΤΑ, εκδ. Κέδρος