Τετάρτη, 26 Φεβρουαρίου 2014

Γράμμα


Γ. Φαρσακίδη: Εξόριστος στον Αη Στράτη

………………………………………
Έλεγα
να ’χα κάτι να σου στείλω.
                            Βλέπεις
εμείς εδώ δεν έχουμε τίποτα.
Μόνο τις χειροπέδες μας.
Α, ναι, και την εργατική μας δύναμη
                        μ’ ένα κομμάτι ουρανό.
Α, ναι, και την απόφασή μας ν’ αλλάξουμε τον κόσμο.
                                            Σ’ αγαπώ.

ΜΑΝΩΛΗΣ ΦΟΡΤΟΥΝΗΣ

«Επιθεώρηση Τέχνης», τεύχος 6, Ιούνης 1955

Δευτέρα, 24 Φεβρουαρίου 2014

Της ΕΠΟΝ όμορφα νιάτα!


«Ε, αντάρτες κατεβάτε
από τα βουνά –  μπαμ
και το φασισμό χτυπάτε
μέσα στην καρδιά – μπαμ

Της ΕΠΟΝ όμορφα νιάτα
του Λαού παιδιά
με τα νιάτα τα δροσάτα
μπείτε στη φωτιά

Τα βουνά ολανθισμένα
νιάτα κι ομορφιά
και τ’ αντάρτικα ενωμένα
παν για Λευτεριά»

(Στίχοι του νεαρού Ευρυτάνα ποιητή και πρωταντάρτη του Άρη Δώρη Άνθη που έγιναν και τραγούδι για την υποδειγματική Ομάδα της ΕΠΟΝ Ευρυτανίας! Οι σπάνιοι αυτοί στίχοι διασώθηκαν από μαρτυρία του αείμνηστου Γιώργου Σερετάκη προς το Μ. Σταφυλά. Ο Γ. Σερετάκης ήταν συμμαχητής του Δώρη Άνθη στον ΕΛΑΣ Ευρυτανίας!)

ΥΓ. Αφιερώνεται με συγκίνηση στη μνήμη της 17χρονης Ευρυτανοπούλας ΕΠΟΝίτισσας Παναγιώτας Σταθοπούλου που μπροστάρισσα στη μεγάλη αντιναζιστική διαδήλωση της Αθήνας στις 22-7-1943 δολοφονήθηκε από γερμανικό τανκ (βλ. αφιέρωμα), καθώς και στον 16χρονο αντάρτη "Κλέαρχο"/Κώστα Μπίρτσα που έπεσε στις 18-12-1942 στη μάχη του Μικρού Χωριού πολεμώντας τους Ιταλούς φασίστες (βλ. αφιέρωμα). 


ΕΑΜ - ΕΛΑΣ - ΕΠΟΝ
Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΩΝ ΛΑΩΝ



Σάββατο, 22 Φεβρουαρίου 2014

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ: Ιδανικοί αυτόχειρες – Ερμηνεύει ο Νίκος Ξυλούρης



Γυρίζουν το κλειδί στην πόρτα, παίρνουν
τα παλιά, φυλαγμένα γράμματά τους,
διαβάζουν ήσυχα, κ’ έπειτα σέρνουν
για τελευταία φορά τα βήματά τους.

Ήταν η ζωή τους, λένε, τραγωδία.
Θεέ μου, το φριχτό γέλιο των ανθρώπων,
τα δάκρυα, ο ιδρώς, η νοσταλγία
των ουρανών, η ερημιά των τόπων.

Στέκονται στο παράθυρο, κοιτάνε
τα δέντρα, τα παιδιά, πέρα τη φύση,
τους μαρμαράδες που σφυροκοπάνε,
τον ήλιο που για πάντα θέλει δύσει.

Όλα τελείωσαν. Το σημείωμα νάτο,
σύντομο, απλό, βαθύ, καθώς ταιριάζει,
αδιαφορία, συγχώρηση γεμάτο
για κείνον που θα κλαίη και θα διαβάζη.

Βλέπουν τον καθρέφτη, βλέπουν την ώρα,
ρωτούν αν είναι τρέλα τάχα ή λάθος,
«όλα τελείωσαν» ψιθυρίζουν «τώρα»,
πως θ’ αναβάλουν βέβαιοι κατά βάθος.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ


(Κ. Γ. ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ. Εκδόσεις ΣΥΛΛΟΓΗ, Αθήνα 1996.)

Μουσική: Δήμος Μούτσης
Ερμηνεύει ο Νίκος Ξυλούρης:

Παρασκευή, 21 Φεβρουαρίου 2014

Χουάν Ραμόν Χιμένεθ: Ο ποιητής της απέραντης μειονότητας

Ο Χουάν Ραμόν Χιμένεθ (Juan Ramón Jiménez), βραβευμένος το 1956 με το βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας, αποτελεί μία από τις σημαντικότερες φιγούρες της ισπανόφωνης ποίησης του 20ου αι.. Υπήρξε κύριος ανανεωτής της και πνευματικός πατέρας των ποιητών της γενιάς του 27, όπως του Λόρκα κ.α. Στην Ελλάδα είναι, ίσως, περισσότερο γνωστός για τις ιστορίες του γαϊδαράκου Πλατέρο, του ήρωα των παιδικών διηγημάτων «Ο Πλατέρο κι εγώ» (Platero y yo). Ο Χιμένεθ, ωστόσο, έζησε για την ποίηση και με την ποίηση. Συχνά γλυκομιλούσε γι΄αυτήν λες κι αναφερόταν σε μια αγαπημένη: «Η σχέση που έχω με την Ποίηση είναι αυτή των παράφορα ερωτευμένων». Ακούραστος δημιουργός, δούλευε και ξαναδούλευε τους στίχους του με άσβεστο πάθος, μέχρι που σφάλισε τα μάτια σε ηλικία 77 ετών. Ο Χιμένεθ είναι ο ποιητής της καθαρής ποίησης και της απόλυτης επιθυμίας για ομορφιά, αισθητικής και πνευματικής.

Γεννήθηκε το 1881 σε μια κωμόπολη της Ανδαλουσίας, το Μογκέρ. Η πατρίδα του, το μεσογειακό της φως, η λευκότητα των σπιτιών διαμόρφωσαν το ψυχισμό του νεαρού Χιμένεθ. Η θάλασσα του Μογκέρ, την οποία ως παιδί ατένιζε αχόρταγα από την ταράτσα του σπιτιού του, εντυπώνεται στην ποιητική του μνήμη. Τα στοιχεία αυτά- η θάλασσα, ο ήλιος, ο ουρανός, η αθωότητα της λευκής του πατρίδας- θα αποτελέσουν μόνιμα πρώτες ύλες των στίχων του.

Από παιδί είχε φύση μελαγχολική και εσωστρεφή ιδιοσυγκρασία. Σύντομα βρήκε καταφύγιο στην ποίηση και η ευαισθησία του βρήκε φωνή στους στίχους του. Πολύ νέος, το 1900, εκδίδει δύο ποιητικές συλλογές: «Μενεξεδένιες Ψυχές»(Almas de violeta) και «Νυνφαίαι» (Ninfeas), οι οποίες εκτυπώθηκαν με βιολετί και πράσινο μελάνι αντίστοιχα, ακολουθώντας τις τάσεις του Μοντερνισμού, ενός από τα σημαντικότερα λογοτεχνικά ρεύματα της εποχής, στο οποίο ανήκουν και τα παραπάνω έργα. Αυτά έτυχαν θερμής αποδοχής από τους ποιητικούς κύκλους και διάσημοι ποιητές, όπως ο Ρουμπέν Νταρίο (Rubén Darío) και ο Αντόνιο Ματσάδο (Antonio Machado), αγκάλιασαν με ενθουσιασμό το νεαρό ποιητή. Στους πρώτους αυτούς μελαγχολικούς στίχους κυριαρχεί ο κόσμος των αισθήσεων- η μουσικότητα, τα χρώματα, τα αρώματα-, ο οποίος είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με το κόσμο των συναισθημάτων.

Υπήρξαν ρόδα και βιολέτες στο μπλε του στερεώματος,
μαγεία μυθική χρωμάτων και αρωμάτων∙
ήταν ένα από ΄κείνα τα δειλινά
των γλυκών ανοίξεων, που η ψυχή μου
στις αναμνήσεις βλέπει να πλανώνται.

Ο Χουάν Ραμόν Χιμένεθ και ο έρωτας

Ένα από τα βασικά θέματα της ποίησής του είναι ο έρωτας. Αποτελεί γι’ αυτόν το πέμπτο στοιχείο της φύσης μαζί με το νερό, τον αέρα, τη φωτιά και τη γη. Στους στίχους του ο έρωτας είναι παθιασμένος κι επώδυνος, εμφανίζεται όμως πάντα εξευγενισμένος, μια πύρινη φλόγα που φέγγει με τις πιο λεπτές και ευγενικές αποχρώσεις του γαλάζιου- ο έρωτας στην ποίησή του συγκρίνεται με την μπλε περίοδο στους πίνακες του Πικάσσο.

Αδελφή: Ξεφυλλίζαμε τα φλογερά μας σώματα
σε μια αφθονία δίχως τέλος, δίχως συναίσθηση…
Ήταν φθινόπωρο κι ο ήλιος — θυμάσαι; — γλύκαινε
θλιμμένα την κάμαρα με μια υπόλευκη λάμψη …

Το 1913 γνωρίζει κι ερωτεύεται την Ζηνοβία Καμπρουμπί (Zenobia Cambrubí). Το 1916 παντρεύονται και θα μείνουν αχώριστοι σύντροφοι για σαράντα σχεδόν χρόνια μέχρι το θάνατό της. Η Ζηνοβία, η οποία υποστήριξε πολύ το σύζυγό της στο έργο του, υπήρξε μια πολύ καλλιεργημένη γυναίκα, μοντέρνα για την εποχή της, φεμινίστρια και μεταφράστρια του ινδού νομπελίστα Ταγκόρε. Προκειμένου να τελεστούν οι γάμοι, ο Χιμένεθ διασχίζει για πρώτη φορά τον Ατλαντικό με προορισμό τη Νέα Υόρκη, όπου διέμενε η Ζηνοβία. Τα δύο αυτά γεγονότα, ο γάμος του και ο διάπλους του ωκεανού, θα σταθούν καθοριστικά για το έργο του, διότι από τις εμπειρίες αυτές γεννιέται η συλλογή «Ημερολόγιο ενός προσφάτως παντρεμένου ποιητή» (Diario de un poeta recién casado).

To πρωτοποριακό αυτό βιβλίο θεωρείται από κάποιους το σημαντικότερο ισπανικό ποιητικό έργο του 20ου αι.. Είναι γραμμένο σε μορφή ημερολογίου και συνδυάζει ποίηση και πρόζα, διάλογους και μονόλογους. Παρουσιάζει μεγάλη ετερογένεια υλικού, ως και αμερικάνικες διαφημίσεις παρεμβάλλει- ένα έργο πραγματικά με τον αέρα του μοντέρνου. Η μεγάλη καινοτομία ωστόσο για την ισπανόφωνη ποίηση είναι η εκτεταμένη και συνειδητή χρήση του ελεύθερου στίχου. Επιλέγει σκόπιμα το νέο αυτό στίχο, διότι θέλει να αναγγείλλει την αναγέννηση που υφίσταται η ποίησή του κι ο ίδιος με τον έρωτα, το γάμο και τη γνωριμία του με τον ωκεανό, με μια καινούρια ζωή.

Μοιάζεις, θάλασσα, να μάχεσαι
— ω! αναταραχή δίχως τέλος, μέταλλο αδιάκοπο! —
ώστε από σένα να βρεθείς ή εγώ για να σέ βρω.
Τι απέραντη δείχνεσαι,
στη γυμνότητά σου μόνη
…….
Σαν σε τοκετό, γεννάς τον εαυτό σου,
— με πόση κούραση! —
τον εαυτό σου, θάλασσα μοναδική!
τον εαυτό σου, εσένα μόνο και εντός της δικής σου
μοναδικής πληρότητας όλων των πληροτήτων,
…ώστε από σένα να βρεθείς ή εγώ για να σέ βρω!

Με το βιβλίο αυτό η έκφρασή του αλλάζει ριζικά και το έργο του εισέρχεται σε μία νέα περίοδο που ο ποιητής μας ονομάζει διανοητική. Η ποίησή του γίνεται καθαρή, αγνή, poesía pura, απογυμνώνεται από περιττά στολίδια, από κοσμητικά επίθετα και τον περίτεχνο λόγο. Τώρα παρατηρείται το εξής παράδοξο: ο λόγος του, το λεξιλόγιο γίνεται απλό, καθημερινό, εντούτοις τα νοήματά του γίνονται δύσκολα, πυκνά. Ο Χιμένεθ γίνεται ο ποιητής της απέραντης μειονότητας.

Αυτήν την περίοδο εκδίδει πολλά κοσμήματα της ισπανικής ποίησης, όπως Αιωνιότητες (Eternidades), Ποίηση (Poesía), Ομορφιά (Belleza), Η πλήρης εποχή (La estación total). Ο Χιμένεθ γράφει ασταμάτητα, είναι εξορισμένος θα λέγαμε στην ποίησή του.

Ζώο Βάθους

Το 1936 ξεκινά μια διαφορετική εξορία γι΄αυτόν: με το ξέσπασμα του Εμφυλίου, φεύγει από την Ισπανία και λόγω της νίκης του Φράνκο, αυτοεξορίζεται μόνιμα· ζει στην Κούβα, στη Φλόριντα, στην Ουάσινγκτον και τέλος θα εγκατασταθεί στο Πουέρτο Ρίκο.

Τα χρόνια περνούν. Βρισκόμαστε στο 1949, όταν εκδίδεται μία συλλογή ορόσημο της ισπανόφωνης ποίησης: Ζώο Βάθους (Animal de fondo). Ο Χουάν Ραμόν είναι πλέον ηλικιωμένος, ο λόγος του έχει ωριμάσει, όμως η ποίησή του παραμένει νέα. Φέρει πάντα μαζί της την άνοιξη, τον αέρα της ανανέωσης. Η έμπνευση σε όλο της το μεγαλείο! Ο ποιητής αγγίζει πλέον την πολυπόθητη Ολότητα, La totalidad, φθάνει πλέον έπειτα από μακρόχρονο ταξίδι στην Πλήρη του Εποχή: ανοιξιάτικη αναγέννηση, καλοκαιρινός θερισμός του καρπού, χειμωνιάτικη απόλαυση των κόπων, των κύκλων ζωής.

Η συλλογή Ζώο Βάθους αποτελείται από 29 ποιήματα, άρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους, που αλληλοσυμπληρώνονται, και είναι εστιασμένα όλα σε ένα θέμα, την ανακάλυψη του εσωτερικού μας θεού, της ομορφιάς, του φωτεινού μας κέντρου.

Το 1956, τo βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας έρχεται σε μια τραγική στιγμή της ζωής του: λίγες μέρες πριν πεθάνει η γυναίκα του. Συντετριμμένος δεν θα πάει να το παραλάβει. Δύο χρόνια αργότερα πεθαίνει και ο ίδιος στο Πουέρτο Ρίκο. Ο αιώνιος Ανδαλουσιανός, όπως υπέγραφε ο ίδιος ο Χουάν Ραμόν, ήταν από τις σπάνιες εκείνες περιπτώσεις συνέπειας, που έργο και ζωή ταυτίζονται· ο ποιητής ενστάλαξε την ύπαρξή του στους στίχους, δίνοντας στα πάντα ολόγυρα αισθητική, συναισθηματική και πνευματική αξία.

Άννα Βερροιοπούλου

Δευτέρα, 17 Φεβρουαρίου 2014

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΒΟΥΝΗΣ: Στ’ άρματα, στ’ άρματα – ΑΣΤΡΑΠΟΓΙΑΝΝΟΣ: «Πώς έγραψα το τραγούδι»



Σαν σήμερα, στις 17 Φλεβάρη του 1947, έφυγε από τη ζωή ο φωτεινός στοχαστής, διακεκριμένος δημοσιογράφος και ποιητής Νίκος Καρβούνης. Ο Νίκος Καρβούνης για χιλιάδες αγωνιστές του ΕΑΜ, ΕΛΑΣίτες, ΕΠΟΝίτες, Αετόπουλα, ήταν ο βάρδος του αγώνα τους. Ο στιχουργός του ύμνου της Εθνικής Αντίστασης «Στ’ άρματα, στ’ άρματα» (Βροντάει ο Όλυμπος), του θούριου που πέρασε στο στόμα του λαού και τον τραγουδά και σήμερα, χωρίς ίσως να γνωρίζει ποιος είναι ο δημιουργός.

Βροντάει ο Όλυμπος, αστράφτει η Γκιώνα,
μουγκρίζουν τ’ Άγραφα, σειέται η στεριά.
Στ’ άρματα, στ’ άρματα, εμπρός στον αγώνα,
για τη χιλιάκριβη τη λευτεριά.

Ξαναζωντάνεψε τ’ αρματολίκι,
τα μπράτσα σίδερο, φλόγα η ψυχή,
λουφάζουν έντρομοι οι ξένοι οι λύκοι
στην εκδικήτρα μας αντρίκια ορμή.

Ο Γοργοπόταμος στην Αλαμάνα
στέλνει περήφανο χαιρετισμό,
μιας ανάστασης νέας χτυπά καμπάνα,
μηνάν τα όπλα μας το λυτρωμό.

Σπάμε την άτιμη την αλυσίδα
που μας εβάραινε θανατερά,
θέλουμε λεύτερη εμείς πατρίδα
και πανανθρώπινη τη λευτεριά.


Μεταφέρουμε τη μαρτυρία του συνθέτη που έκανε τραγούδι τους στίχους του Ν. Καρβούνη, που βρίσκεται καταγεγραμμένη στο βιβλίο «Τα αντάρτικα τραγούδια» των εκδόσεων «Τετράδιο» (Αθήνα 1975). Πρόκειται για τον επίσης αντάρτη με το ψευδώνυμο «Αστραπόγιαννος», ο οποίος όπως διαβάζουμε στο βιβλίο, δεν ήθελε να αποκαλυφτεί το πραγματικό όνομά του:

"Ένας άλλος μουσικός και στέλεχος της Αντίστασης, γνωστός για τις συνθέσεις τους «Στ’ άρματα, στ’ άρματα» και «Προχωρείς σε σωρούς ερειπίων» με το ψευδώνυμο «Αστραπόγιαννος» (και επίσης γνωστός με το πραγματικό του όνομα που σεβόμαστε την επιθυμία του να μην αποκαλύψουμε) μας αφηγείται στη συνάντηση που είχαμε πώς έγραψε το τραγούδι «Στ’ άρματα, στ’ άρματα»:

―Στο τέλος του 1942  και αρχές ’43 οι Γερμανοί έκαναν εκκαθαριστικές επιχειρήσεις. Βρισκόμουν τότε σ’ ένα αντάρτικο σώμα στην Αττικοβοιωτία και κινούμαστε συνεχώς για να αποφύγουμε τον εχθρό. Να ξέρεις πως ο πιο μεγάλος ηρωισμός των ανταρτών βρίσκεται στο γεγονός ότι ήταν αναγκασμένοι και τα κατάφερναν, να μετακινούνται συνεχώς, ιδίως στα πρώτα χρόνια. Τότε λοιπόν, σε μια τέτοια μετακίνηση, μου έδωσαν ένα παράνομο έντυπο, τον «Ριζοσπάστη» νομίζω, όπου δημοσιεύονταν οι στίχοι του Καρβούνη. Το ποίημα είχε καρφωθεί στο μυαλό μου και το επαναλάμβανα συνέχεια. Μέχρι που στη διάρκεια μιας νυχτερινής πορείας, πηγαίναμε σ’ ένα παραθαλάσσιο χωριό, δεν θυμάμαι τώρα τ’ όνομά του, το τραγούδησα, το μελοποίησα. Το πρωί στο χωριό, στην παραλία, μάζεψα μερικούς νέους, τους το έμαθα και το τραγούδησαν. Έγινε γνωστό πολύ γρήγορα… Αργότερα έμαθα πως ο ποιητής του, το ’χε κι ο ίδιος μελοποιήσει."


Ο Νίκος Καρβούνης γεννήθηκε στην Ιθάκη το 1880 και τελείωσε το σχολείο στη Ρουμανία. Το 1898 πρωτοεμφανίζεται στο περιοδικό «Διάπλασις των Παίδων», ενώ το 1912, ενταγμένος στο τάγμα των Επτανησίων Γαριβαλδινών, συμμετέχει στους βαλκανικούς πολέμους σαν πολεμικός ανταποκριτής. Το 1917 συμμετέχει στην εκδοτική προσπάθεια του περιοδικού «Ηγησώ». Αμέσως μετά το κλείσιμο του περιοδικού, αφοσιώθηκε στη δημοσιογραφία, ενώ πραγματοποίησε και εξαιρετικές μεταφράσεις. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, όπου ήταν εθελοντής ανταποκριτής, ασπάστηκε τον Μαρξισμό. Μετά το 1930 συμμετείχε σε πολλές αντιφασιστικές επιτροπές και τον Απρίλη του 1934 διώκεται και δικάζεται για τον πρόλογο της «καστανής Βίβλου» που αποκάλυπτε το σκηνοθετημένο από τους χιτλερικούς εμπρησμό του Ράιχσταγκ. Η δικτατορία της 4ης Αυγούστου του 1936 τον εξόρισε στη Γαύδο, καθώς έγραφε στον «Ριζοσπάστη» με το ψευδώνυμο Κ. Μαυροθαλασσίτης. Μετά την κατάληψη της Ελλάδας από τους φασίστες, φυλακίζεται στο στρατόπεδο της Λάρισας και αμέσως μετά την αποφυλάκισή του, εντάσσεται στο ΕΑΜ και ανεβαίνει στο βουνό. Εκεί αναλαμβάνει το Γραφείο Τύπου της ΠΕΕΑ και το πρώτο ελεύθερο πρακτορείο ειδήσεων. Η προσφορά του στην Εθνική Αντίσταση ήταν ιδιαίτερα σημαντική.

Τετάρτη, 12 Φεβρουαρίου 2014

ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΕΝΟΣ - Ένα ποίημα για τον Νίκο Πλουμπίδη



ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΕΝΟΣ

Μπρος στα ντουφέκια, του αγώνα πιστός
μαύρο παράπονο η όψη μου πώς
άτιμον να με πεθάνουν;
Πού ’ναι χαμόγελο να στολιστώ;
Θα ’ρθει μια μέρα να ιδούν το σωστό,
τώρα δεν ξέρουν τι κάνουν!

Κι όμως, συντρόφοι μου, πόσο πικρός
θάνατος! Καίγομαι ακόμα, νεκρός!
Ούτε όταν έπεσα χάμου,
ούτε στο λάκκο όταν έλυωσα, δε
μου ’φυγε η πίκρα απ’ τη σκόνη μου, δε
γλύκαναν τα κόκκαλά μου.

Μέσα στην κόκκινη εμπήχτη καρδιά
φαρμακωμένο το βέλος.
Τέτοιος καημός δε γιατρεύεται πια,
καίει ως του κόσμου το τέλος.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΩΤΑΣ


Ποίημα για τον Νίκο Πλουμπίδη, δημοσιευμένο στο βιβλίο των Βασίλη Ρώτα και Βούλας Δαμιανάκου «Μνημόσυνο» (1961).

Δευτέρα, 10 Φεβρουαρίου 2014

Ο Διονύσιος Σολωμός ανάμεσά μας

Ενας φίλος της στήλης μού επισήμανε ότι δυο χρόνια δεν έχω κάνει ένα αφιέρωμα στον Διονύσιο Σολωμό. Οχι φυσικά πως το έχει ανάγκη. Αλλά να, πρέπει ν' αφήνουμε κι εμείς ένα λουλουδάκι όποτε μπορούμε σ' αυτόν που του χρωστάμε τα πάντα στο θέμα της γλώσσας. Με τον Διονύσιο Σολωμό συμβαίνει το εξής παράδοξο: τον θεωρείς σίγουρο ότι πάντα είναι εδώ και τον καλείς μόνο όταν τον έχεις ανάγκη. Ετσι είναι. Οταν έρχονται τα δύσκολα και όλα πηγαίνουν, ξέρετε πώς, φτάνει ένα αεράκι από εκεί που κανείς δεν το περιμένει, και συνέρχεσαι.

Ο Διονύσιος Σολωμός είναι ο μόνος ποιητής που δε θάφτηκε στη σκόνη της Εθνικής Βιβλιοθήκης, δεν έγινε κτήμα των σοφολογιότατων κάθε εποχής, κι αυτό γιατί τους πολέμησε και έζησε μέσα στον κόσμο ανοιχτός στους ανθρώπους, που τον τίμησαν με την αγάπη τους. Θα έλεγα πως ο Διονύσιος Σολωμός χάθηκε μέσα στα στοιχεία της φύσης. Κάπως έτσι θα πρέπει να προσλαμβάνουμε το έργο του. Αυτός είναι και ο τρόπος που μας προτείνει: «πρώτα με δύναμη να συλλάβει ο νους κι έπειτα η καρδιά θερμά να αισθανθεί ό,τι ο νους εσυνέλαβε».

Αγαπήθηκε από την εποχή του; Την απάντηση δίνει εδώ ο Ιάκωβος Πολυλάς, με τη μαρτυρία που καταθέτει για το τι έγινε όταν ο ποιητής έκλεισε τα μάτια του στην Κέρκυρα: «Ο θάνατός του, αν και μη ανέλπιστος, εκαταθορύβησε όλην την πόλη της Κέρκυρας. με την πολυκαιρινή διαμονή του, όχι ολιγότερο παρά με τη φήμη του μεγάλου νοός και της σοφίας, ο Σολωμός είχε γίνει προ πολλού σεβαστός και κοσμαγάπητος. Ωστε τίποτε δεν ημπορούσε ωραιότερα να απαντήσει το κοινόν αίσθημα των Κερκυραίων, παρά η ομόφωνη απόφαση της Επτανησιακής Βουλής, η οποία ευθύς εδιάκοψε τη συνεδρίαση κηρύττοντας δημόσιον το πένθος. και η άλλη της τοπικής αρχής, να παύσουν τα δημόσια ξεφαντώματα της απόκρεω, να μείνει κλεισμένο το θέατρο, όσο το άψυχο σώμα του θρηνουμένου ανδρός εκείτετο ακόμη μεταξύ των ζώντων».

Διάλεξα σαν ένα μικρό ανθολόγιο για τον μέγιστο, δύο απαντήσεις που έδωσε στον «Φίλο» στον περίφημο Διάλογο:

-- «ΦΙΛΟΣ: Τι σου αρέσει περισσότερο, η ησυχία της θάλασσας ή η ταραχή;
-- ΠΟΙΗΤΗΣ: Να σου πω την αλήθεια, μου άρεσε πάντα η γαλήνη οπού απλώνεται καθαρότατη. την εθεωρούσα σαν την εικόνα του ανθρώπου οπού απομακραίνει από τες ανησυχίες του κόσμου και με ειλικρίνεια φανερώνει όσα έχει μέσα του. Αλλ' αφού επέρασαν τα καράβια μας για να πάνε στο Μεσολόγγι, μ' αρέσει περισσότερο η ταραχή. εφαίνονταν δύο δύο, τρία τρία, και εξάνοιγες λευκά τα κατάρτια από τα φουσκωμένα πανιά, λευκά από τους διασκορπισμένους αφρούς τα κύματα, τα οποία με μία βουή, οπού λες και ήταν χαράς, αναγάλλιαζαν εις το πέλαγο του Ιονίου και εσυντρίβονταν εις το γιαλό της Ζακύνθου [...]
-- ΦΙΛΟΣ: Ετοιμάζεσαι πάλι να ξανακοιτάξεις κατά το Μοριά και να ξανασωπάσεις... αγκαλά εγώ έχω τον τρόπο να σε κάμω να ομιλείς όποτε θέλω.
-- ΠΟΙΗΤΗΣ: Εκατάλαβα. θέλεις να ομιλήσουμε για τη γλώσσα. μήγαρις έχω άλλο στο νου μου πάρεξ ελευθερία και γλώσσα; Εκείνη άρχισε να πατεί τα κεφάλια τα τούρκικα, τούτη θέλει να πατήσει ογλήγορα τα σοφολογιοτατίστικα, και έπειτα αγκαλιασμένες και οι δυο θέλει προχωρήσουν εις το δρόμο της δόξας, χωρίς ποτέ να γυρίσουν οπίσω, αν κανένας Σοφολογιότατος κρώζει ή κανένας Τούρκος βαβίζει. γιατί για με είναι όμοιοι και οι δύο».

Ο Διονύσιος Σολωμός είναι ανάμεσά μας τώρα που η Ελλάδα παίζει πάλι στα δύσκολα, τώρα που «μοναχή το δρόμο επήρες,/ εξανάλθες μοναχή. δεν είν' εύκολες οι θύρες,/ εάν η χρεία τες κουρταλεί».

Του Γιώργου ΚΑΚΟΥΛΙΔΗ στον Ριζοσπάστη (23/6/2002)

Σάββατο, 8 Φεβρουαρίου 2014

Η προσευχή του Αντάρτη

Εξώφυλλο του περιοδικού της ΕΠΟΝ


Σ' ευχαριστώ ψηλό βουνό που μες στην αγκαλιά σου
με δέχτηκες φιλόξενα σα στοργικός πατέρας. 
Τι να την κάνω τη ζωή κάτω στο σκλάβο κάμπο; 
Πικρό στο στόμα το ψωμί και το νερό φαρμάκι, 
μαυροντυμένα τα δενδριά και το τραγούδι κλάμα... 
Δώσε βουνό στο σώμα μου τη λεβεντιά του ελάτου 
κι άκακη σαν τα πρόβατα που βόσκουν στις πλαγιές σου 
κάν' την ψυχή μου να μπορεί να κυβερνάει το μίσος 
που η αδικιά το θέριεψε και δώσε στην καρδιά μου 
του καταρράκτη την ορμή, της πυρκαγιάς τη φλόγα, 
του ντουφεκιού μου τη βροντή κάν' την αστροπελέκι 
για να λουφάξει ο τύραννος και να ξυπνήσει ο σκλάβος. 
Λεύτερα σεις αγρίμια μου τα δόντια σας τροχίστε 
και σεις πυκνά χαμόδεντρα σάξετε τα κλαδιά σας 
να μην πατήσει ο τύραννος το λεύτερό σας χώμα. 
Κι όταν θε να 'ρθει η Ανοιξη και λιώσουνε τα χιόνια
και θα φυσήξει δροσερό της λευτεριάς τ' αγέρι 
αϊτέ μου δώσμου τα φτερά κι ελάφι μου τα πόδια 
και ρεματιά μου την ορμή για να χυθώ στον κάμπο 
να δώσω βόλι στο φονιά και λευτεριά στο σκλάβο.

Άγνωστου νεολαίου Μαχητή του ΔΣΕ. Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα της Δημοκρατικής Νεολαίας Ελλάδας «Νέος Μαχητής», αρ. φύλλου 1, στις 6 Δεκέμβρη του 1947.

Παρασκευή, 7 Φεβρουαρίου 2014

Ο Πούσκιν και «Ο θάνατος του ποιητή» του Λερμοντόφ

Αλεξάντρ Σεργκέγιεβιτς Πούσκιν

Ο Ρώσος ποιητής Αλεξάντρ Σεργκέγιεβιτς Πούσκιν γεννήθηκε στη Μόσχα το 1799 και από τον πατέρα του καταγόταν από μια παλαιά αριστοκρατική οικογένεια, ενώ από την πλευρά της μητέρας του κρατούσε από τον Αβησσυνό Αννίβα, που ήταν στρατηγός του Μεγάλου Πέτρου. Τα χαρακτηριστικά του προγόνου του αυτού ήταν ευδιάκριτα στη μορφή του νεαρού Αλεξάντρ, ο οποίος αποφοίτησε από το Λύκειο του Τσάρσκογε Σελό και έγραφε από τα μαθητικά του χρόνια ακόμη.
Ο άνεμος των ιδεών της Γαλλικής Επανάστασης τού εμφύσησε από νωρίς την προσήλωσή του στα φιλελεύθερα ιδεώδη και τον ουμανιστικό του προσανατολισμό. Η προσέγγισή του με τους περίφημους Δεκεμβριστές και το ανυπότακτο πνεύμα τού στοίχισαν την εξορία που του επέβαλε η υπηρεσία του - το υπουργείο Εξωτερικών - στις πιο απομακρυσμένες γωνιές του Καυκάσου, της Κριμαίας και της Βεσαραβίας.
Στη λογοτεχνική του δημιουργία, ο Πούσκιν αρχικά εμφανίζεται επηρεασμένος από τους Γερμανούς ρομαντικούς. Ιδιαίτερα αισθητή γίνεται και η επιρροή του Βύρωνα, που ανιχνεύεται κυρίως στην ποιητική του σύνθεση «Ο αιχμάλωτος του Καυκάσου». Ο Βύρωνας, για τον Πούσκιν, όπως και για πολλούς Ευρωπαίους ρομαντικούς, αποτελεί το ιδεώδες πρότυπο του ποιητή - επαναστάτη και του πολίτη των επερχόμενων γενεών.
Αλλά και σαιξπηρικές καταβολές εντοπίζονται κυρίως στην τραγωδία του «Μπορίς Γκουντούνοφ», δίπλα στα ιστορικά στοιχεία, τους λαϊκούς ρωσικούς θρύλους και τις παραδόσεις. Το έργο αυτό, που ο Πούσκιν τελειοποίησε το 1825, στα είκοσι πέντε μόλις χρόνια του, στην εξορία, πρωτοεκδόθηκε το 1830 και ανέβηκε στη σκηνή το 1870, σε μελοποίηση του περίφημου μουσουργού Μουσόργκσι. Με τον «Μπορίς Γκουντούνοφ», ο Πούσκιν αναγνωρίστηκε ως ο πρωτεργάτης του ρεαλισμού στη ρωσική ποίηση. Στο έργο αυτό αποτυπώνει με απροσδόκητη τόλμη τις αναλογίες ανάμεσα στους ιστορικούς ήρωες και τη σύγχρονή του εποχή και καταγγέλλει ανοιχτά την τσαρική τυραννία. Από την άλλη μεριά, χειρίζεται το θέμα «λαός» με μιαν ασυνήθιστη για την εποχή του ψυχολογική γνώση και μαεστρία των θεατρικών εφέ.
Ο Ντοστογιέφσκι, φανατικός θαυμαστής του «Μπ. Γκουντούνοφ», γράφει: «Θα μπορούσαν να γραφούν ολόκληρα βιβλία πάνω στους χαρακτήρες του έργου αυτού, που ο Πούσκιν άντλησε από τη ρωσική γη, που πρώτος αυτός ανακάλυψε, λάξεψε και έθεσε μπροστά στα μάτια μας, για τώρα και για πάντα, μέσα στην αδιαφιλονίκητα σεμνή και μεγαλόπρεπη μαζί ψυχική ομορφιά τους».

Με μεγάλη έξαψη και ενθουσιασμό, μαθαίνει ο Πούσκιν την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης και παρακολουθεί από κοντά τις εξελίξεις. Αλλωστε, στον κύκλο των επαφών του, περιλαμβάνονται και Ελληνες που ζούσαν την εποχή εκείνη στη Ρωσία. Στο ρομαντικό αυτό κύκλο ανήκει και η σειρά των ποιημάτων που εμπνεύστηκε από τον αγώνα για την Εθνική μας Παλιγγενεσία.
Η αριστουργηματική του σύνθεση «Ευγένιος Ονέγκιν» πρωτοδημοσιεύτηκε το 1833 και ο κορυφαίος κριτικός Μπιελίνσκι το χαρακτήρισε «εγκυκλοπαίδεια της ρωσικής ζωής και καθρέφτη της εθνικής συνείδησης στην πρώτη της αφύπνιση».
Το 1831, ο Πούσκιν παντρεύτηκε τη μοιραία γυναίκα της ζωής του, τη Μοσχοβίτισσα καλλονή Ναταλία Γκοντσαρόβα και με την παρακίνησή της συναναστρέφεται τους αριστοκρατικούς κύκλους της Αγίας Πετρούπολης, χωρίς όμως ποτέ να απαρνηθεί τις πεποιθήσεις του, που του είχαν ήδη στοιχίσει την απόλυσή του από την υπηρεσία του.

Μιχαήλ Γιούρεβιτς Λερμοντόφ
Την εποχή αυτή γράφει την «Κόρη του λοχαγού» και τη «Ντάμα Πίκα». Προαισθανόμενος το τέλος του, επιλέγει ο ίδιος την τοποθεσία του μνήματός του. Και ο θάνατός του έρχεται πρόωρα και κάτω από τραγικές συνθήκες, το 1837, σε μια μονομαχία με το Γάλλο στρατιωτικό Ντ' Αντές, για «λόγους τιμής», με αφορμή τη Ναταλία Γκοντσαρόβα. Κανένας όμως δεν πείστηκε με τις εξηγήσεις αυτές και ο σάλος για το συμβάν ήταν πελώριος. Τότε, ο νεαρός, εικοσιτριάχρονος μόλις, ανερχόμενος, ριζοσπάστης κι αυτός ποιητής Μιχαήλ Γιούρεβιτς Λερμοντόφ, γράφει τη μαχητικότατη ωδή του «Ο θάνατος του ποιητή», που προδιέγραψε και το δικό του θάνατο, πάλι σε μια σκηνοθετημένη μονομαχία, σε ηλικία μόλις είκοσι επτά ετών.
Ο Λερμοντόφ εδραίωσε τη φήμη του με τα έργα του «Δαίμων» και «Ενας ήρωας της εποχής μας» (1840), που θεωρείται ως το πρώτο ψυχολογικό μυθιστόρημα της ρωσικής λογοτεχνίας. Ρομαντικός, αλλά παράλληλα προικισμένος με επική δύναμη, πρωτοτυπία και πλούτο, είχε τον Πούσκιν ως ίνδαλμα και δάσκαλό του και διακρινόταν επίσης για τις προοδευτικές του ιδέες, που τον έφεραν σε βίαιη σύγκρουση με το κατεστημένο.
Αλλά και ο Πούσκιν είχε ξεχωρίσει τον Λερμοντόφ και θεωρούσε τα ποιήματά του θαυμάσια δείγματα ενός μεγάλου ταλέντου. Ο κριτικός Μπελίνσκι, συμφοιτητής του Λερμοντόφ και εκτοπισμένος και αυτός, θρηνεί το θάνατό του, «τη νέα βαριά απώλεια που ορφάνεψε τη ρωσική λογοτεχνία, το μισαρχινισμένο τραγούδι που θα ξεπερνούσε τον Πούσκιν και θα οδηγούσε τα όρια της ποίησης απροσδόκητα μακριά...».
Στα πλαίσια της εικοσιπεντάχρονης ενασχόλησής μου με τη ρωσική λογοτεχνία, έχω μεταφράσει και δημοσιεύσει διηγήματα του Τσέχοφ, του Γκόργκι, του Γκαϊντάρ, του Παουστόβσκι και άλλων, καθώς και ποιήματα του Νταλματόφσκι, του Τράατ και πολλών ακόμη σύγχρονων Ρώσων λογοτεχνών. Ακόμη, είναι έτοιμα προς έκδοση οι «Ιστορίες για παιδιά» του Τολστόι και μια βιογραφία του Λέρμοντοφ, μαζί με έναν μεγάλο αριθμό ποιημάτων του - όλα τα παραπάνω μεταφρασμένα από το πρωτότυπο.
Ειδικότερα, για τον Πούσκιν, έχω μεταφράσει στα ελληνικά τα «Παραμύθια» του (Εκδόσεις «Σπάρτακος», 1978, καλλιτεχνική επιμέλεια Γεράσιμου Γρηγόρη), καθώς και την τραγωδία του «Μπορίς Γκουντούνοφ», που είναι ακόμη ανέκδοτη. Το έργο αυτό, στη μετάφρασή μου, μεταδόθηκε από την ελληνική ραδιοφωνία στις 14 Ιανουαρίου 1981, με τον Μάνο Κατράκη στον πρωταγωνιστικό ρόλο του Γκουντούνοφ. Αποσπάσματα της εκπομπής περιέλαβε ο Γ. Κάρτερ στο δίσκο που επιμελήθηκε με αντιπροσωπευτικούς ρόλους του Μάνου Κατράκη (Δισκογραφική Εταιρία «Μίνως Μάτσας»).
Με την ευκαιρία της επετείου των διακοσίων χρόνων από τη γέννηση του Πούσκιν, παρουσιάζω εδώ την αδημοσίευτη μέχρι σήμερα μετάφρασή μου από το πρωτότυπο, του προφητικού ποιήματος του Λερμοντόφ «Ο θάνατος του ποιητή», που αποτελεί έναν καταπέλτη για την τυραννία και ένα μαχητικότατο «κατηγορώ» για τους υπεύθυνους, που κατονομάζονται με παρρησία μέσα στους κόλπους της τσαρικής δυναστείας.
Ο θάνατος του ποιητή

«Ο ποιητής είναι νεκρός! Δέσμιος της τιμής,
δυσφημισμένος έπεσε στου χάρου την αγκάλη,
μ' ένα καυτό μολύβι στην καρδιά, τη δίψα
της εκδίκησης στα μάτια, αργά για πάντα κλίνοντας
το αγέρωχο κεφάλι... Δεν ήταν η ψυχή του Ποιητή
φτιαγμένη για ατιμίες, καταισχύνη. Κι ένας, ενάντια
στους πολλούς, μόνος του πάντα, ορθώθηκε. Κι είναι νεκρός!
Νεκρός! Προς τι λοιπόν τόσοι οδυρμοί, έπαινοι κούφιοι
και κλαυθμοί κι απολογίες που δεν πείθουνε κανέναν;
Της τύχης του ήτανε γραφτό. Διωγμένος ζούσε, σαν αγρίμι,
από καιρό, γιατί είχε λεύτερη, αδούλωτη ψυχή και στη φωτιά
που ανάβαν γύρω του, ρίχνανε λάδι με μανία οι φθονεροί.
Ξενοιάστε τώρα. Τα μύρια δεν τ' άντεξε η ψυχή του τα μαρτύρια.
Σαν το κερί τρεμόσβησε η θεία του πνοή,
στο μέτωπο μαράθηκε το δάφνινο στεφάνι...
Ετσι ο φονιάς αδίσταχτα το πλήγμα το στερνό του καταφέρνει.
Κούφια στο στήθος η καρδιά, στο χέρι του δεν τρέμει το πιστόλι.
Και σαν δραπέτη άπληστο στης δόξας και του πλούτου το κυνήγι,
μοίρα τον έριξε κακή στου Ποιητή το δρόμο, για να κουρσέψει
μονομιάς τη γλώσσα που μιλούσε για όλους εμάς,
το καύχημα ολόκληρης γενιάς... Και τη ματόβρεχτη στιγμή
του φονικού δεν το 'νιωσε το χέρι ποιον χτυπούσε;
Κι ο Ποιητής, να τώρα κείτεται νεκρός, όπως κι ο βάρδος μας
εκείνος ο παλιός, ο χιλιοτραγουδισμένος, θύμα εκδίκησης
κι αυτός κι από μοιραίο χέρι θερισμένος...
- Πώς απ' τις σφαίρες της ειρήνης, του φωτός, στον κόσμο τούτο
είπες να κατέβεις, που πνίγει τις ελεύθερες καρδιές;
Πώς άπλωσες το χέρι στους δειλούς και πίστεψες τα δολερά τους
χάδια, εσύ που ήξερες καλά τι κρύβουν τα μαγνάδια;
Και να το δάφνινο σου βγάλανε στεφάνι κι ακάνθινο μαρτυρικό
στο θεϊκό σου μέτωπο απιθώσαν και τις στερνές σου
τις στιγμές οι άπιστοι φονιάδες φαρμακώσαν. Δε θ' ακουστούνε
πια ποτέ των θεϊκών ασμάτων σου οι ήχοι. Μνήμα στενό
και σκυθρωπό σε κλείνει, Βάρδε, πια και σφαλισμένα
του λοιπού τ' απέθαντά σου χείλη...
- Κι όσο για σας, αντάξιοι επίγονοι ατιμασμένων πατεράδων,
αλαζόνες, δουλόπρεπης φάρας αποβράσματα, που παίζετε στα ζάρια
τη ζωή μας αγεληδόν στους θρόνους σας στρωμένοι, της Λευτεριάς,
του Πνεύματος, της Δόξας δήμιοι, στραγγαλιστές του Δίκαιου
και του Νόμου, κάτω απ' του νόμου τη σκιά, για πόσο ακόμα
θα 'στε ασφαλισμένοι; Η θεία Δίκη επαγρυπνεί, φονιάδες,
πουλημένοι, κι απ' το χρυσάφι σας δεν είναι διεφθαρμένη.
Εχει ο καιρός γυρίσματα και μ' όλο το μαύρο αίμα σας,
δε θ' αποπλύνετε ποτέ του Ποιητή το τίμιο, άλικο αίμα!»

Το ποίημα κυκλοφόρησε χειρόγραφο και υπογεγραμμένο σε χιλιάδες αντίτυπα από χέρι σε χέρι στην Πετρούπολη, αλλά και σε άλλες ρωσικές πόλεις, ενώ γραφόταν κρυφά τη νύχτα σε όλη τη χώρα, πάνω στους τοίχους, στις βιτρίνες, παντού και η απήχησή του ήταν σεισμική. Κατά γενική ομολογία, αποτέλεσε ένα από τα σοβαρότερα πρώιμα εναύσματα της αρχής του τέλους για τον τσαρισμό.
Το ποίημα - καταλύτης και για τη μοίρα του ίδιου του Λερμοντόφ θορύβησε την κυβέρνηση, που, θέλοντας να αποδυναμώσει τη σημασία του, χαρακτήρισε τους τελευταίους, επίμαχους στίχους ως «μιαν ελευθεροφροσύνη περισσότερο ξεδιάντροπη παρά εγκληματική» και τιμώρησε ακόμη μια φορά το δράστη με κράτηση και εξορία. Το ποίημα τέθηκε υπό απαγόρευση στη Ρωσία και δημοσιεύτηκε ολόκληρο το 1860, είκοσι τρία χρόνια μετά το θάνατο του Αλεξάντρ Πούσκιν. Πρωτοδημοσιεύτηκε στο Παρίσι, από τον συμφοιτητή του Λερμοντόφ στο Πανεπιστήμιο της Μόσχας και αυτοεξόριστο συγγραφέα Αλεξάντρ Γκέρτσεν (1812-1870), τον θεμελιωτή του ρωσικού αγροτικού σοσιαλισμού, στο πολιτικό του περιοδικό «Πολικός Αστέρας». Από τότε, το ποίημα γνωρίζει μεγάλη δημοσιότητα και προκαλεί και σήμερα το θαυμασμό για τη δύναμη της σύλληψης και την ευθύβολη κρίση του δημιουργού του.
Ο Πούσκιν συγκέντρωνε στο πρόσωπό του ένα λαμπερό ταλέντο με μιαν εκρηκτική ιδιοσυγκρασία, που επέδρασαν βαθιά στην τέχνη και την ιδεολογία της εποχής του. Ηταν ο φλογερός κήρυκας της ελευθερίας, της προόδου και της δικαιοσύνης και ο άσπονδος εχθρός της τυραννίας. Κι αυτό, σε μια κοινωνία, με τη συντριπτική πλειοψηφία του λαού, που αριθμούσε εκατό εκατομμύρια ψυχές, να ζει σε συνθήκες απόλυτης εξαθλίωσης, μέσα σε πλήρες καθεστώς δουλοπαροικίας, με τον αναλφαβητισμό να ξεπερνά το 80% του πληθυσμού και τη θνησιμότητα εξαιρετικά υψηλή.
Αιώνες ολόκληρους, όταν η Ευρώπη έφθανε στον κολοφώνα της δημιουργίας της, με την Αναγέννηση, το Διαφωτισμό και τη Γαλλική Επανάσταση, η αχανής Ρωσία, φιμωμένη, σιωπούσε μέσα σε έναν παρατεταμένο Μεσαίωνα, με ελάχιστες φωτεινές εξαιρέσεις, όπως ο συγγραφέας - φυσικός Μιχαήλ Βασίλιεβιτς Λομονόσοφ (1711-1765). Στις αρχές του 19ου αιώνα όμως, φάνηκε καθαρά ότι ο φράχτης που είχε στήσει η τσαρική απολυταρχία γύρω από τη Ρωσία έπαψε πια να είναι απόρθητος στις νέες ιδέες και τα ρεύματα που διέτρεχαν την υδρόγειο από τα τέλη του προηγούμενου αιώνα. Μετά τις σεισμικές επιπτώσεις στην Ευρώπη από τις θεμελιακές αλλαγές στο κοινωνικο-πολιτικό καθεστώς της Γαλλίας και τα προοδευτικά κινήματα άλλων ευρωπαϊκών χωρών, ένας νέος άνεμος άρχισε να φυσάει και πάνω από την τσαρική Ρωσία, προσανατολίζοντας στο φιλελευθερισμό όλο και περισσότερα πνεύματα. Κι όχι μόνο στους κόλπους των φοιτητών και των διανοούμενων, αλλά και των προοδευτικών κύκλων της αριστοκρατίας, όπως μαρτυρεί η περίπτωση του Πούσκιν.
Μέσα από τις ωδίνες ενός δύσκολου και παρατεταμένου τοκετού, ο λαός της Ρωσίας αναδεικνύει τους πνευματικούς του ηγέτες, που θα δώσουν έναν έντονα κοινωνικό προσανατολισμό στις μορφές της τέχνης, με κυρίαρχη τη λογοτεχνία. Και μέσα στην κοσμογονία αυτή, ο ρόλος του Πούσκιν ήταν αποφασιστικός και η συνεισφορά του, ανεκτίμητη.
Από λογοτεχνική άποψη, το έργο του θεωρείται «το θησαυροφυλάκιο της ρωσικής γλώσσας, η κιβωτός του λαϊκού πλούτου και της εθνικής αυτοσυνειδησίας». Οι μεγάλοι δημιουργοί Γκόργκι, Τολστόι, Γκόγκολ, Τσέχοφ, Ντοστογιέφσκι και πολλοί άλλοι αναγνωρίζουν ότι στον Πούσκιν οφείλουν τη μύησή τους στην αληθινή ποίηση. Η υψηλή καλλιτεχνική ποιότητα, αλλά και η οικουμενικότητα των αξιών που πρεσβεύει ο Πούσκιν, του εξασφάλισαν μια περίοπτη θέση στον Παρνασσό των Γραμμάτων.

Βιβέτ ΤΣΑΡΛΑΜΠΑ - ΚΑΚΛΑΜΑΝΗ
Φιλόλογος -συγγραφέας. Το κείμενο αποτελεί αναπτυγμένη μορφή της εισήγησής της στο διεθνές συνέδριο «Πούσκιν και Ελλάδα», που έγινε στο Πάντειο Πανεπιστήμιο από 14-16 Οκτωβρίου 1999, οργανωμένο από το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών, το Πάντειο Πανεπιστήμιο και την Πρεσβεία της Ρωσικής Ομοσπονδίας στην Ελλάδα 
Ριζοσπάστης (Χριστούγεννα 1999)

Με τους φτωχούς τη γης θέλω να μοιραστώ την ψυχή μου


Η θέση μας είναι εδώ


Τετάρτη, 5 Φεβρουαρίου 2014

Π. Κοσμά: «Θα δέσουνε τα τσαμπιά» (Στον Μενέλαο Λουντέμη)


«Ετσι γίνεται κάθε βράδυ. Κάτω απ' το φως της λάμπας, τρεις σκιές, σημαδεμένες από την έγνοια, κοιτάζουν μακριά, κι αναθιβάνουνε τα περασμένα. Οι θύμησες ξεκινάνε από πολύ βαθιά. Απ' την καρδιά του παπού, απ' τα λυπημένα μάτια της γυναίκας. Απ' το σγουρό κοριτσίστικο κεφάλι, που πάει να γείρει στο ανοιχτό βιβλίο.
Ο παππούς τέτοια ώρα δε μιλάει. Φυσάει μπουκιές -μπουκιές τον καπνό και δαγκάνει με πείσμα τ' αχείλι του. Ο καπνός απλώνει γύρω του και η σιωπή γίνεται πιότερο πηχτή. Τον παπού τον κυριεύει τότε μια ξαφνική τρομάρα. Φοβάται μην έχασε τη μιλιά του. Η σιωπή έχει πολύ απλώσει γύρω του και μέσα του.
- Ο καπνός μου τέλειωσε, λέει τότες, για να πει κάτι.
Κανείς δεν αποκρίνεται. Η γυναίκα κοιτάζει μακριά, με τα πικραμένα της μάτια. Πάντα έτσι κοιτάζει. Θαρρείς πως ψάχνει ν' ανακαλύψει κάτι. Το κοριτσίστικο κεφάλι κοιτάζει μια τον παπού, μια τα πικραμένα μάτια. Και τότε ανοίγει σιγανά η πόρτα. Η μητέρα δε λαδώνει τους μεντεσέδες επίτηδες για ν' ακούει το τρίξιμό τους. Ο Φώτης κλείνει ήσυχα πίσωθέ του την πόρτα, κάθεται αντίκρυ τους και τους κοιτάζει καλωσυνάτα. Σα νάχει ψηλώσει, σα νάχει λιγνέψει και στα μάτια του πάντα σιγοκαίει ένα γλυκό φως.
- Ηρθες; ρωτάει η μητέρα του και κάτι μέσα της λαχταρά.
- Είμαι πάντα μαζί σας, πάντα κοντά σας, λέει ο Φώτης κι η φωνή του σα να έρχεται από πολύ μακριά.
- Πώς φέγγουνε τα μάτια σου! λέει η μητέρα. Πώς φέγγουνε τα μάτια σου! Μην είσαι άρρωστος κι έχεις πυρετό;
- Και το μέτωπό σου πόσο είναι πλατύ! συνεχίζει έπειτα. Σου πέσανε τα μαλλιά, Φώτη μου. Σε τσάκισαν τα δύσκολα χρόνια. Σ' έλιωσεν η κλεισούρα της φυλακής.
Ο παπούς τον κοιτάζει με την άκρη της ματιάς του.
Τότε ο Φώτης σηκώνεται και φεύγει. Σα ν' άφησε κάτι μέσα στη φούχτα τους. Στη φούχτα της μάνας που τη δέρνει η αγωνία. Στη φούχτα του παπού, στο κοριτσίστικο χέρι πούχε σαστίσει τώρα πια και δεν τα καταφέρνει να κρατήσει τον κοντυλοφόρο. Υστερα τρίζανε πάλι οι μεντεσέδες κι ακούγονται τα πατήματα του Φώτη που όλο και αλαργεύουν. Μα, ο ήχος τους μένει για πολλή ώρα μες στην καρδιά. Το σύνορο της λάμπας όμως όλο και στενέβει, όλο και στενέβει γύρω στα κουρασμένα κεφάλια. Ο παπούς ανάβει πάλι την πίπα του και συλλογιέται. Μετράει με τα δάχτυλά του.
- Στο έμπα του περασμένου Ιούνη δεν είναι που τον πιάσανε το Φώτη; ρωτάει.
- Ξεχανιάρης πούγινες, λέει κι η μητέρα. Ιούλης μήνας ήτανε. Είχανε βγει τα σταφύλια. Στη φυλακή που πήγα και τον πρωτόειδα, του κράταγα ένα μεγάλο τσαμπί σταφύλια. Δυο χρόνια κλείσανε και μπήκαμε στο τρίτο.
Ο παπούς μοιάζει σα να ξεχάστηκε.
- Ναι, είχανε βγει τα σταφύλια, συμφωνεί. Θυμάμαι τώρα που του κράταγες ένα τσαμπί σταφύλια. Απλωσε το χέρι του μέσα απ' τα σίδερα και το πήρε.
Και με σιγουριά αποσώνει.
- Ενα τσαμπί κόκκινα σταφύλια.
Πέφτει σιωπή. Οι θύμησες όλο και πληθαίνουν γύρω στο ραγισμένο λαμπογιάλι.
- Το τελευταίο του γράμμα πάει χρόνος που το πήραμε, αναστενάζει η μητέρα. Ηταν σταλμένο από το Μακρονήσι. Κι από τότε μήτε μια λέξη δε μας ήρθε.
Ο παπούς φυσάει πάντα τον καπνό της πίπας του. Το μάτι του έχει ένα σκληρό τρόπο να κοιτάει.
- Αν πήγαινες στην αστυνομία; παρακαλεί η μητέρα. Ανθρωποι είναι, θα νιώσουν. Πες τους: Χάθηκε ένας άνθρωπος. Ενας άνθρωπος με μεγάλα φωτεινά μάτια. Οχι. Μην τους πεις πως είχε μεγάλα και φωτεινά μάτια. Πες τους πως χάθηκε στο Μακρονήσι... Να μας πούνε, αν ζει ή τάχα είναι πεθαμένος. Να ξέρουμε, να μην τον περιμένουμε άλλο.
- Πήγα, λέει κι ο παπούς κι η φωνή του είναι σκληρή, πολύ σκληρή. Ξεροστάλιασα να περιμένω. Τους το είπα, τους παρακάλεσα. Χάθηκε ένας άνθρωπος! τους φώναξα. Πώς γίνεται να χάνονται έτσι οι άνθρωποι; Ψάξτε να μας βρείτε τον άνθρωπό μας. Είναι μεγάλο αμάρτημα στο Θεό να χάνονται έτσι στα καλά καθούμενα οι άνθρωποί μας. Μεγάλο κρίμα είναι από το Θεό.
- Σούπανε πως θα ψάξουνε; Δε σούπανε; ικετεύει η φωνή της.
- Αυτοί δεν ξέρουνε τι θα πει πόνος, λέει ο παπούς. Κείνη την ώρα που τους κουβέντιαζα μπήκε στο γραφείο μια γυναίκα. Είχε χαθεί ο σκύλος της κι ήρθε να ζητήσει τη βοήθεια της αστυνομίας, γιατί το σκυλί, λέει, ήτανε από ράτσα και κόστιζε πολλά λεφτά. Σωπαίνει για λίγο.
- Κι ύστερα;
- Λοιπόν, ξέρεις τι είπανε; Πως θα ψάξουν και θα βρούνε οπωσδήποτε το σκύλο της.
Τα μάτια της γυναίκας κοιτάζουνε πάλι κάπου μακριά. Κι ο παπούς, καθώς βλέπει στα σκαμμένα μάγουλά της να κατηφορίζουνε δυο μεγάλα ποτάμια από δάκρυα, σηκώνεται και φυσάει με δύναμη τη λάμπα. Μα, ωστόσο, την ελπίδα μέσα στην καρδιά τίποτα δεν μπορεί να τη σβύσει.
Το πρωί η κοριτσίστικη φωνή τραγουδάει:
"ότι ζει το παλικάρι και οπωσδήποτε θα 'ρθεί".

***
Ενα τέτιο βράδι, όταν το πετρέλαιο στη λάμπα κόντεβε να τελειώσει και το φως χαμήλωνε πάνω από το κοριτσίστικο σγουρό κεφάλι πούχε γείρει στο ανοιχτό βιβλίο, μπήκε ένας άνθρωπος με τραγιάσκα. Ητανε πιο κοντός στο μπόγι από τον Φώτη, όμως τα μάτια του ήταν το ίδιο μεγάλα και φωτεινά.
- Θάθελα να μιλήσουμε μαζί, είπε στον παπού και τούδειξε με το μάτι τη γυναίκα και το κοριτσίστικο κεφάλι.
Ο παπούς έσκυψε πάνω από το κορίτσι, αφουγκράστηκε την κοιμισμένη ανάσα του κι έγνεψε στον άνθρωπο να καθήσει.
- Πες μας λεύτερα ό,τι έχεις να μας πεις, τούπε.
Ο άνθρωπος κρατούσε την τραγιάσκα του και σώπαινε. Μέσα του πάλαιβαν δυο γνώμες.
- Μίλα μας, έκανε πάλι ο παπούς. Αν διάβασες στην εφημερίδα πως θέλουμε να μάθουμε, για τον Φώτη που χάθηκε στο Μακρονήσι, τότες ήρθες σωστά. Φανέρωσέ μας την αλήθεια, όποια και νάναι.
Κι η μητέρα που τώρα πια είχε καταλάβει:
- Πες μας πώς τέλειωσε. Οσο άγριος κι αν ήτανε ο θάνατός του, μη μας τον κρύψεις, καλό μου παλικάρι.
Στη φωνή της έτρεμε μια μάταιη ελπίδα.
- Πάει ένας χρόνος που πέθανε, είπε τότε κι ο άνθρωπος με την τραγιάσκα. Τον παιδέψανε όλη νύχτα και τον τελειώσανε με μια κλωτσιά στο κεφάλι. Γι' αυτό είναι που δε σας έγραψε άλλο. Ο παπούς κείνο το βράδυ δε χρειάστηκε να φυσήξει τη λάμπα, γιατί έσβυσε μόνη της. Κι η ελπίδα έσβυσε κι αυτή μουσκεμένη από τα δάκρυα. Μα η κοριτσίστικη φωνή, που δεν ξέρει, κάθε πρωί τραγουδάει:
"ότι ζει το παλικάρι κι οπωσδήποτε θα 'ρθεί".
Η μητέρα κάνει τότε ένα κίνημα να τη σταματήσει. Μα, ο παπούς την εμποδίζει.
- Γιατί; της λέει. Ο Φώτης ζει πάντα μέσα μας, είναι πάντα κοντά στην καρδιά μας. Δεν το νιώθεις;
Και ξαφνικά, σα να θυμάται τώρα μόνο πως το φθινόπωρο από καιρό έχει μπει, σμίγει τ' άσπρα του φρύδια και συλλογιέται.
- Και το καλοκαίρι, λέει, τα κλήματα θα δέσουνε μεγάλα τσαμπιά σταφύλια. Μεγάλα κόκκινα τσαμπιά.
Και σα να χαμογελάει».

Το διήγημα του Π. Κοσμά περιλήφθηκε στη συλλογή «Πεζογράφοι της Αντίστασης» (εκδόσεις «Νέα Ελλάδα», 1951). Προσπαθήσαμε να μάθουμε έστω λίγα βιογραφικά στοιχεία του συγγραφέα του διηγήματος και αν το Π. Κοσμάς είναι αληθινό όνομα ή ψευδώνυμο, απευθυνόμενοι στους ελάχιστους ζώντες συγγραφείς, οι οποίοι υπήρξαν και μαχητές του ΔΣΕ. Δυστυχώς, η προσπάθεια ατύχησε.

Δημοσιεύτηκε στο Ριζοσπάστη (15/10/2006)

Εικόνα: Νεκρή φύση του Γ. Ιακωβίδη

Σάββατο, 1 Φεβρουαρίου 2014

Η ΜΝΗΜΗ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ ΣΥΝΤΡΟΦΩΝ – Βασίλης Ρώτας



Τη μνήμη απ' τους συντρόφους μας που πέσαν στον αγώνα,
την έχουμε όλοι μέσα μας, φως άσβυστο στον αιώνα.
Αστρο-ναι που μας οδηγά, φωτιά-ναι που μας καίει
φωνή-ναι απ' τα βαθειά της γης, που διαλαλεί και λέει:
"Οσο 'χει σάλιο η γλώσσα σας, συντρόφοι πολεμάτε
το βιος να συμμαζέψετε, το τέρας να χτυπάτε.
Μη δισταγμό ή κοντόστεμα, γι' ανάσα χασομέρια,
μόνο χτυπάτε όλοι μαζί και με τα δυο σας χέρια -
Κι' όταν ψοφήσει το ύστερο του φασισμού κεφάλι
αμέσως να μολώσετε από μια στεριά στην άλλη.
Με χίλιες στράτες λεύτερες να ζώσετε τη σφαίρα,
να τρέχει το τραγούδι σας παντού σαν τον αγέρα.
Ν' αντιλαλεί χαρούμενο σ' Ανατολή και Δύση
νάρθει κ' εμάς στα μνήματα, να μας γλυκοξυπνήσει".

ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΩΤΑΣ


(Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα του ΔΣΕ «Εξόρμηση», στις 2/10/1948)

Στη φωτογραφία: Το μνημείο των τιμημένων νεκρών μαχητών και μαχητριών του Αρχηγείου Τζουμέρκων του ΔΣΕ που έπεσαν στη μάχη στις Μελάτες Άρτας