Πέμπτη, 31 Οκτωβρίου 2013

Ναπολέων Λαπαθιώτης (1888-1944)


Για να βιογραφήσεις ένα λογοτέχνη που έρχεται από τον περασμένο αιώνα, ή από τις αρχές του δικού μας, είσαι αναγκασμένος να διασχίσεις μια ιστορία λογοτεχνίας γεμάτη εναλλαγές. Πλήθος ιδεολογικά και λογοτεχνικά κινήματα διαγωνίζονται ποιο να επικρατήσει το ένα πάνω στο άλλο, για τη διαμόρφωση των κοινωνικών και πολιτικών συνειδήσεων των ανθρώπων της εποχής. Ο άνθρωπος είναι ιστορία. Σε μια πορεία πενήντα χρόνων αλλάζει συνεχώς ιδέες, συνείδηση, αισθητικές αντιλήψεις, συνήθως προς τα μπρος αλλά και προς τα πίσω. Αυτό εξαρτάται κάθε φορά από το ποιες κοινωνικές δυνάμεις βρίσκονται στο προσκήνιο, από το συσχετισμό τους.
 
Η Ελλάδα ως το τέλος του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου ήταν μια ήρεμη κλειστή θάλασσα. Κάπου κάπου κάποιος σφοδρότερος αέρας την αναστάτωνε στιγμιαία, προκαλούσε μερικές αλλαγές και πάλι ξανάβρισκε τη γαλήνη της. Έτσι συνέβηκε με το κίνημα στο Γουδί το 1909, έτσι και με την αγροτική ανταρσία στη Θεσσαλία το 1910, με την κυβέρνηση της Εθνικής Άμυνας στη Θεσσαλονίκη το 1916. Η πάλη περιορίζονταν μέσα στους κόλπους της αστικής τάξης, η οποία άλλωστε λόγω της εξάρτησης της χώρας από τους ξένους, ήταν τόσο αναιμική. Η εργατική τάξη, κυρίως χειρονακτική, - αφού έλειπε η βιομηχανία -, συγχέονταν με την τεράστια μάζα της φτωχολογιάς των πόλεων και της υπαίθρου.
 
Πάνω σ΄ αυτόν τον καμβά θα χρειαστεί να σημειώσει ο ιστορικός ή ο μελετητής της λογοτεχνίας τα αισθητικά ρεύματα και τις τοποθετήσεις απέναντι σ' αυτά των ποιητών και των πεζογράφων. Τι θα μπορούσε να είναι τα ρεύματα αυτά σε μια χώρα τέτοια που τη σκιτσάραμε παραπάνω; Καχεκτικά, απήχηση ξένων ρευμάτων, που και κείνα βρίσκονταν σε διάσταση με μια πραγματικότητα δυσάρεστη για τους δημιουργούς τους. Πανίσχυρος τότε ο εστετισμός και ο αισθησιασμός στην τέχνη. Την αφετηρία τους θα την ανακαλύψουμε στο τέλος του 19ου αιώνα στους ωραιολόγους, τους θαυμαστές και μιμητές του Γκαμπριέλ ντ' Αννόυντζιο, του Εντγαρ Πόε, του Φρ. Νίτσε, του Όσκαρ Ουάιλντ, στο Νιρβάνα, τον Επισκοπόπουλο, το Ντίνο Θεοτόκη, το Κ. Χρηστομάνο, το Ροδοκανάκη, τον Καμπόση, το Δημ. Χατζόπουλο, το Ζαχαρία Παπαντωνίου.

Δευτέρα, 28 Οκτωβρίου 2013

Έξι «στίχοι» του Τάσου Λειβαδίτη «γραμμένοι σε πακέτα τσιγάρα»



Πολεμώντας

Ναι, υπερασπίζαμε τη λευτεριά πολεμώντας
μα ακόμα
υπερασπίζαμε το δρόμο που παίζαμε παιδιά
τον τάφο που κοιμόταν η μητέρα μας
και κείνο το μικρό δεντράκι που κάτω απ’ τα κλαδιά του
δώσαμε το πρώτο μας φιλί!


Πατρίδα

Πατρίδα
είσαι γεννημένη από χωριάτες
από φαρδειές σκληρές κοιλιές γυναικών
από τις ροζιασμένες φούχτες των σκαφτιάδων.
Είσαι γεννημένη μες από φωτιές, από κραυγές κ’ αίματα
απ’ αυτούς που πέσανε για σένα, χιλιάδες και χιλιάδες
και χάθηκαν για πάντα κάτω απ’ το χώμα σου.

Όταν ο περαστικός ξυλοκόπος κάθεται σε μια πέτρα
στην άκρη του δρόμου, την ώρα που βραδιάζει
δεν είναι μονάχος.
Ακούει κάτω απ’ το χώμα του δρόμου να τον φωνάζει το αίμα σου.

Πατρίδα, είσαι γεννημένη απ’ τους πεθαμένους.


Σημαίες

Πάνω στα ματωμένα πουκάμισα των σκοτωμένων
εμείς καθόμασταν τα βράδια
και ζωγραφίζαμε σκηνές από την αυριανή ευτυχία του κόσμου.
Έτσι γεννήθηκαν οι σημαίες μας.


Επιτάφιο

Εσείς
αδέρφια που πέσατε.
Οι άνθρωποι θα ξεχάσουν τ’ όνομά σας.
Μα η πατρίδα θα κρατάει το αίμα σας στις ρίζες της
για ν’ ανθίζει.


Σε περιμένω παντού

[…] Μη χάσεις το θάρρος σου. Εμείς πάντα το ξέραμε
πως δεν χωράει μέσα σε τέσσερις τοίχους το μεγάλο μας όνειρο.
Γιατί δική μας πατρίδα είναι όλοι οι δρόμοι που στα πλάγια τους κοιμούνται
οι σκοτωμένοι του αγώνα μας.


Κάτω απ’ την παλάμη μας

Σφίξαμε το χέρι τόσων συντρόφων!
Όταν καμμιά φορά λιποψυχάμε
νοιώθουμε σαν ένα μαχαίρι να τρυπάει την παλάμη μας
η ανάμνηση του χεριού τους.
Κι όταν κάνουμε το καθήκον μας
νοιώθουμε κάτω απ’ την παλάμη μας κάτι σίγουρο κι ακέριο
σα να κρατάμε μες στα χέρια μας
ολάκαιρο τον κόσμο.

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

ΣΤΙΧΟΙ ΓΡΑΜΜΕΝΟΙ ΣΕ ΠΑΚΕΤΑ ΤΣΙΓΑΡΑ, ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΜΟΣ 1, ΚΕΔΡΟΣ


Αφιερωμένο στη μνήμη του παππού μου που τέτοιες ώρες, σαν σήμερα πριν από 73 χρόνια, κινούσε για το μέτωπο να πολεμήσει τους φασίστες επιδρομείς. Το πακέτο από τσιγάρα της φωτογραφίας, πολύτιμο απομεινάρι θύμησης, ήταν κάποτε δικό του.

Δευτέρα 28 Οκτώβρη 2013.

Κυριακή, 27 Οκτωβρίου 2013

«Αυτό το χαμόγελο, κι αυτόν τον ουρανό, δεν μπορούν να μας τα πάρουν…» - ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ


Αύριο μπορεί να μας σκοτώσουν (Καπνισμένο τσουκάλι)

Χαμογελάμε κατά μέσα. Αυτό το χαμόγελο, το κρύβουμε τώρα.
Παράνομο χαμόγελο, όπως παράνομος έγινε κι ο ήλιος,
παράνομη και η αλήθεια. Κρύβουμε το χαμόγελο,
όπως κρύβουμε στην τσέπη μας, τη φωτογραφία της αγαπημένης μας,
όπως κρύβουμε την ιδέα της λευτεριάς, ανάμεσα στα δυο φύλλα της καρδιάς μας.
Όλοι εδώ πέρα έχουμε έναν ουρανό και το ίδιο χαμόγελο.

Αύριο μπορεί να μας σκοτώσουν. Αυτό το χαμόγελο,
κι αυτόν τον ουρανό, δεν μπορούν να μας τα πάρουν.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

Σάββατο, 26 Οκτωβρίου 2013

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ - Μην αργείς...



Μην αργείς. Τούτο μόνο σου λέω. Μην αργείς
Γιατί, σε λίγο, σαν θα χτυπάς την πόρτα μου,
θα νομίζω πως είναι τα γηρατειά,
πως είν' ο χειμώνας, πως είν' ο θάνατος.
Μην αργείς.

Στάσου κι αφουγκράσου κάτω απ' τα σπίτια,
κι απ' τους δρόμους που περνάς.
Απ' τα παράθυρα κρέμουνται τα χέρια μου
και σε καλούν.
Στάσου κι αφουγκράσου κάτω απ' τα σπίτια.
Σ' όλα κυλάει ο αέρας σου.
Ολα ξέρουν τ' ονομά σου.
Μην αργείς.

Να σε περιμένω είναι πιο γλυκό κι απ' το να'ρχεσαι.
Είναι σαν το σκάσιμο της μυγδαλιάς.
Σαν το πανί που πλέει στο λιμάνι.
Σαν κελάιδισμα, σαν γέλιο πρωινό.

Να σε περιμένω είναι σα να ξανάρχομαι στη γη.
Στο δρόμο μην αργείς. Είναι γιομάτοι Φαίακες,
είναι γιομάτοι πλάνεμα, οι δρόμοι.
Οι δρόμοι γλιστρούν, χυμούν αρπαχτικοί
και κλέβουν.
Μην αργείς.

Μην αργείς. Γιατί ώσπου να' ρθεις,
θα περπατήσω όλη την Υδρόγειο του πόνου μου.
Θα περπατήσω όλα τ' αγκάθια, κι όλους τος γκρεμούς.
Γιατί να περιμένω ,είναι σα να πεθαίνω.
Γι' αυτό. Μην αργείς.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ


Από τη συλλογή "Κραυγή στα πέρατα"

Τετάρτη, 23 Οκτωβρίου 2013

ΣΤΟΝ ΑΡΗ ΒΕΛΟΥΧΙΩΤΗ – Η ΜΑΝΑ ΤΟΥ




Με στραφτερήν, αψά φτερούγα
βγήκες πετρίτη μου, στη ρούγα―
κι εσκόνισεν ο δρόμος χάμου!

Σα νάμαι, λένε, από τη Σπάρτη
έχω παιδί τον Πρώτο Αντάρτη―
κι εσύ τ’ αντέχεις, βρε καρδιά μου!

Σ’ ακώ, καθώς στο παραμύθι,
πώς έχεις Γκιώνα ορθή τ’ αστήθι
και μέσα Θάρρο λιονταρίσο.

Αγέρα, στ’ άλογο καβάλλα,
πρώτο μυαλό και πρώτη πάλα,
πρώτον στο Τίμιο, πρώτο στο Ίσο.

Χιλιάδες σ’ ακλουθάνε πρώτοι,
κάμμα του εχτρού και του Προδότη―
και φως, το πλοίο να δει τον κάβο!

Πε μου, σε βύζαξα εγώ βρέφος;
παιδί μεγάλωνα ή το νέφος
τ’ άγριο, τ’ απάλευτο των σκλάβω!

Όξω οι δειλοί κι όξω οι γαλάζοι,
είσαι η Ελλάδα, που ανταριάζει,
το νέο ζωμένη αρματωλίκι!

Κι είσαι η Άξα Ιδέα, η δίκια!
Κι είσαι η Ρωμιά ψυχή, η αντρίκια!
Κι είσαι η Πατρίδα! Κι είσαι η Νίκη!

ΙΙ

Μεσοστρατίς σ’ ολέρμη ρούγα
κοίτεσαι κρύα, νεκρή φτερούγα,
Πετρίτη μου, ριμένος χάμου!

Σα νάμουν, λένε, από τη Σπάρτη,
είχα παιδί τον Πρώτο Αντάρτη.
Ναι. Και χρωστάνε στην καρδιά μου.

Πάνου απ’ τον τρίψηλό σου στύλο
κύττα, ως να ζεις, κατά τον ήλιο!
Όσο να ουρλιάζουν, είναι οι λύκοι.

Κι είσαι η Άξα Ιδέα, η δίκια!
Κι είσαι η Ρωμιά ψυχή, η αντρίκια!
Κι είσαι η Πατρίδα! Κι είσαι η Νίκη!

ΤΑΚΗΣ Ξ.


Δημοσιεύτηκε στην μπροσούρα «ΕΑΜ – Ανατολικές Συνοικίες Αθήνας 1941-1945», που κυκλοφόρησε το 1945 από τον 6ο Τομέα του ΕΑΜ των Ανατολικών Συνοικιών της Αθήνας.

Τρίτη, 22 Οκτωβρίου 2013

«Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ...»

Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ
«Θα τ’ αποδείξουν οι εχθροί ανόητα και περιττά» ή Τι γυρεύει η αλεπού στο παζάρι
«Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις»

Μάλλον πρέπει να αφιερωθεί (με μια μικρή τροποποίηση) στους εμπνευστές του εγχειρήματος. Ο λόγος για την πρωτοβουλία του Ιδρύματος Ωνάση να αναρτηθούν επιλεγμένα αποσπάσματα από ποιήματα του Κ.Π. Καβάφη στα μέσα μαζικής μεταφοράς στην Αθήνα. Ετσι για να τον θυμηθούμε ή να τον ανακαλύψουμε.

Σίγουρα το να διαβάζω στίχους στα λεωφορεία είναι προτιμότερο από το να διαβάζω διαφημίσεις. Μα τούτο δω είναι τόσο ακαλαίσθητο που μοιάζει με τις ευρύτατα χρησιμοποιούμενες «φωτογραφίες χρονολογίου» στο fb, όπου με κακόγουστες φωτογραφίες ξοδεύεται η λογοτεχνία όπως ξοδεύεται και το συναίσθημα. Και έτσι νομίζεις στο τέλος ότι ο Λουντέμης είναι συγγραφέας ερωτικών ιστοριών. Μήτε ο Καζαντζάκης τη γλίτωσε, μήτε ο Ελύτης, ο Ρίτσος…
Μα αν στις αναρτήσεις του fb μπορείς να το εξηγήσεις ως μια διάθεση συναισθηματικής αποφόρτισης, να κάνεις χάριν φιλίας και κάνα like, πώς να εξηγήσεις τούτη την κίνηση του Ιδρύματος.
Παρότι η ιδεολογική σύγχυση μπορεί και να μην ήταν στις προθέσεις των εμπνευστών, εντούτοις ο συνθηματικός χαρακτήρας των στίχων έχει ως παρονομαστή την επικαιρότητα και έτσι καταλήγει να λειτουργεί γκεμπελικά. Γιατί αντί να εμπλουτίσουν τη σκέψη, θα τη θολώσουν, ακόμη μπορεί και να την τρομοκρατήσουν. Και οι στίχοι εκχυδαΐζονται. Αντί να δροσιστεί, να ζωντανέψει, να τονωθεί το είναι μας «ταράττεται η ψυχή μας, παραλύει». Αυτό αφορά τον επίμαχο στίχο.
Για τους υπόλοιπους στίχους που χρησιμοποιούνται, στοιχείο αξιολόγησης τους είναι η καλαίσθητη αξιοποίησή τους. Το γράμμα, το μέγεθος, η θέση κλπ. Πολύ δε περισσότερο για τον Καβάφη, «ο απόλυτα καλαίσθητος». Και εδώ κακογουστιά.
Νομίζω ότι το εγχείρημα ήταν ατυχές. «Όσα ημείς επαραστήσαμεν ωραία και σωστά,/ θα τ’ αποδείξουν οι εχθροί ανόητα και περιττά,/ τα ίδια ξαναλέγοντας αλλιώς (χωρίς μεγάλον κόπο)» πιθανά να έλεγε ο ποιητής.
Εγώ πάντως σα βγω στον πηγαιμό για την Ομόνοια απολαμβάνω τη λαϊκή θυμοσοφία στους τοίχους. Η οποία παρεμπιπτόντως εκφράστηκε με τις φωτοσοπιές στο fb. Γέλιο μέχρι κλάματος!
Αν δεν υπήρχε η «βία» που ενεργοποίησε δικαίως αντανακλαστικά και το ακαλαίσθητο, πόσο επιτυχής είναι η σκόπευση του ιδρύματος για «την πρόκληση της περιέργειας και του προβληματισμού εκείνων που δεν γνωρίζουν ήδη το έργο του»; Βοηθούν οι συγκεκριμένοι στίχοι:
«Δεν έχω σήμερα κεφάλι για δουλειά», «Ξένος εγώ ξένος πολύ» «Επέστρεφε συχνά και παίρνε με, αγαπημένη αίσθησις» «Και τέλος πάντων, να, τραβούμ’ εμπρός» «Όπως μπορείς πια δούλεψε, μυαλό» «Τα μεγαλεία να φοβάσαι, ω ψυχή» «Είν’ επικίνδυνον πράγμα η βία».
Πόσο καλά ξέρει τον ποιητή και το έργο του αυτός που έκανε την επιλογή; Πώς τον προσεγγίζει σήμερα; Αυτά είναι μια άλλη κουβέντα. Θα ρωτούσα όμως γιατί όχι αυτά:
Στην Ρώμη δόθηκε ο χρησμός• έγιν’ εκεί η μοιρασιά.
Κ' είν' η συνείδησίς μου ήσυχη για το αψήφιστο της εκλογής. /Βλάπτουν κ' οι τρεις την Συρία το ίδιο
Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ,/ μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.
Οι τα φαιά φορούντες, περί ηθικής λαλούντες
Το χρέος προς την πατρίδα, κι άλλα ηχηρά παρόμοια.
Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα/ που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Όχι να πούνε
Όμως δεν θα μας γελά/ το Απαραίτητος, το Μόνος, το Μεγάλος./ Και απαραίτητος, και μόνος, και μεγάλος/ αμέσως βρίσκεται κανένας άλλος
Και οι Αλεξανδρινοί τον πάρουν στο ψιλό,/ ως είναι το συνήθειο τους, οι απαίσιοι
Μέχρι εδώ όλα καλά. Γελάσαμε, κάναμε την πλάκα μας, βγάλαμε το άχτι μας, είπαμε την άποψή μας, μα εδώ κάτι άλλο υπάρχει. Τι γυρεύει η αλεπού στο παζάρι; Ποια είναι η αλεπού; Το κεφάλαιο (διάφορα ιδρύματα, Ωνάση, Νιάρχου κλπ.) στο παζάρι του Πολιτισμού που από κοινωνικό αγαθό έγινε εμπόρευμα; Εδώ το κράτος του παραχωρεί υποδομές και δραστηριότητες. Εδώ οι επενδύσεις από το μεγάλο κεφάλαιο τελευταία είναι τεράστιες. Και για αυτό με κάθε τρόπο τα αντίστοιχα Ιδρύματα που φτιάξαν προσπαθούν να φιλοτεχνήσουν ένα προφίλ ενδιαφέροντος και ανιδιοτελούς προσφοράς στον πολιτισμό. Ετσι όλο και θα πληθαίνουν ενισχυτικά δημοσιεύματα (ας δούμε τον Τύπο από το καλοκαίρι και μετά) και σχετικές δραστηριότητες.
Στη προκειμένη περίπτωση μια τέτοια προσπάθεια ήταν (αξιοποιώντας τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς) μη επιτυχής. Δεν τους ευνόησε το τάιμινγκ.

Ηρακλής Κακαβάνης στο facebook

Κυριακή, 20 Οκτωβρίου 2013

"ΠΑΡΑΧΑΡΑΚΤΕΣ" - Ο Γιώργος Κοτζιούλας γράφει στο «Ρίζο της Δευτέρας» (2/12)



Με την αναγγελία μιας πολύ ευχάριστης είδησης ξεκινάει τούτη η ανάρτησή μας. Σε λίγες μέρες ξανακυκλοφορούν τα «ΑΠΑΝΤΑ» του Γιώργου Κοτζιούλα (δυο τόμοι με ποιήματα και ένας με πεζά) από τις εκδόσεις «Δίφρος». Πρόκειται για ανατύπωση, με νέο πρόλογο, της έκδοσης του 1957 που είχε κυκλοφορήσει από τον ίδιο εκδοτικό οίκο. Αναμένουμε λοιπόν με ανυπομονησία!

Συνεχίζουμε σήμερα την παρουσίαση των άρθρων του Γ. Κοτζιούλα στην εφημερίδα «Ρίζος της Δευτέρας». Οι περισσότεροι τον γνωρίσαμε από τα ποιήματά του. Αγνοούμε το μεγαλύτερο μέρος του πολυδιάστατου έργου του και ο κυριότερος λόγος είναι γιατί αυτό παραμένει ανέκδοτο. Μια πτυχή αυτού του έργου είναι η αρθρογραφία στον τύπο. Σε εφημερίδες και περιοδικά έχουν δημοσιευτεί κατά καιρούς πολλά άρθρα του Κοτζιούλα για λογοτεχνικά ζητήματα, κριτικές, χρονογραφήματα και θεωρητικά κείμενα.

Στην προσπάθειά μας να συμβάλλουμε στην ανάδειξη αυτής της λιγότερο γνωστής πλευράς  του έργου του, συγκεντρώσαμε και θα αναρτήσουμε στο διαδίκτυο, σταδιακά από τη στηθάγχη, τα άρθρα του Κοτζιούλα στην εφημερίδα «Ρίζος της Δευτέρας». Τον «Ρίζο της Δευτέρας» με τον υπότιτλο «Εβδομαδιαία δημοκρατική εφημερίδα του λαού - Πολιτική, οικονομική, φιλολογική, σατιρική» τον έβγαζε το ΚΚΕ αυτή την συγκεκριμένη μέρα της βδομάδας που ο Ριζοσπάστης, ως πρωινό φύλλο, δεν κυκλοφορούσε. Η έρευνά μας αφορά την περίοδο από 21/10/1946 έως 22/12/1947, δηλαδή από το πρώτο μέχρι και το 62ο φύλλο της εφημερίδας. Στο διάστημα αυτό στον «Ρίζο της Δευτέρας» δημοσιεύτηκαν 12 άρθρα και 3 ποιήματα του Γιώργου Κοτζιούλα. Να πρσθέσουμε πως την ίδια περίοδο ο Κοτζιούλας έχει και τη στήλη «Γλωσσοφιλολογικά» στον Ριζοσπάστη της Πέμπτης.

Κ.Δ.Τσάτσος
Το δεύτερο άρθρο του αφιερώματός μας φέρει τον τίτλο ΠΑΡΑΧΑΡΑΚΤΕΣ.  Ο Κοτζιούλας συνήθιζε να ξεσκεπάζει μέσα από τα άρθρα του τους «κήρυκες της αντίδρασης» που αρθρογραφούσαν στον αστικό τύπο της εποχής και να αποκαλύπτει το ρόλο τους στον αποπροσανατολισμό του λαού, με στόχο την υποταγή του στις ορέξεις των κυβερνήσεων της ντόπιας άρχουσας τάξης και των ξένων προστατών της. Ένας από αυτούς ήταν  ο Κωνσταντίνος Δ. Τσάτσος  (1899-1987, καθηγητής της φιλοσοφίας του δικαίου στη νομική σχολή Αθηνών και στη συνέχεια πολιτικός, υπουργός, ακαδημαϊκός, πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών και πρόεδρος της Δημοκρατίας) που το 1947 έγραφε τις επιφυλλίδες της «Καθημερινής» και στον οποίο αναφέρεται το συγκεκριμένο άρθρο.

Διαβάζοντάς το 66 χρόνια μετά από τότε που γράφτηκε διαπιστώνουμε δυστυχώς πόσο επίκαιρο είναι  στις μέρες μας. «Τυφλός στο δράμα του ζωντανού λαού, ο κήρυκας αυτός της αντίδρασης συνεχίζει το χαβά του σκαρώνοντας «μύθους» και συντάσσοντας χρησμούς. Είναι στερεότυπα δείγματα αυτά και τα βρίσκουμε σε κάθε εποχή ξεπεσμού» γράφει ο Κοτζιούλας για τον Τσάτσο, στη θέση του οποίου θα μπορούσαμε να βάλουμε σήμερα δεκάδες επιφανείς προπαγανδιστές της αντίδρασης, συναδέλφους του καθηγητές, πολιτικούς, συγγραφείς, σχολιαστές, δημοσιογράφους κλπ. Και, αλήθεια, σήμερα και αν ζούμε σε εποχή ξεπεσμού…

Ευχαριστούμε το Επιμορφωτικό Κέντρο Βιβλιοθήκη - Αρχείο "Χαρίλαος Φλωράκης" για την ευγενική παραχώρηση της σειράς των άρθρων.

(Για να βρείτε το προηγούμενο άρθρο, θα κατεβείτε χαμηλά στην δεξιά μπάρα του ιστολογίου, στην ενότητα με τίτλο «ετικέτες» και θα κάνετε «κλικ» στο όνομα «ΚΟΤΖΙΟΥΛΑΣ Γιώργος».)

Καλή ανάγνωση!

Σάββατο, 19 Οκτωβρίου 2013

Εν μεγάλη ελληνική αποικία, 200 π.Χ.


Δεν θα μπω στην βάσανο να μιλήσω για την πρόστυχη ενέργεια κάποιων μπουζουκοκέφαλων να πετσοκόψουν τον Καβάφη στην προκρούστεια κλίνη τού λειψού μυαλού τους. Έχουν ειπωθεί κι έχουν γραφτεί τόσα πολλά ώστε ο δικός μου λόγος περιττεύει. Το μόνο που θά 'θελα να σχολιάσω είναι τούτο: πάλι καλά να λέμε που απλώς πετσόκοψαν την καβάφεια ρήση και δεν πρόσθεσαν και δικά τους λόγια. Για σκεφτείτε ότι, προκειμένου να κάνουν την προπαγάνδα τους καλύτερα, θα μπορούσαν π.χ. να αποδώσουν στον μεγάλο αλεξανδρινό ποιητή τον στίχο "είν' επικίνδυνο πράγμα η βία, απ' όπου κι αν προέρχεται"...
Όμως, με αφορμή τον ντόρο που δημιουργήθηκε, εκτιμώ πως είναι ευκαιρία να ασχοληθούμε σε τούτο το ιστολόγιο με κάτι που δεν είναι να γίνεται πουθενά αλλού: να διαβάσουμε όλο το ποίημα στο οποίο περιέχεται ο επίμαχος στίχος. Έτσι, θα έχουμε την ευκαιρία να κάνουμε τα καβαφικά λόγια μπούμερανγκ στα μούτρα όλων εκείνων που νόμισαν ότι μπορούν να παίξουν εν ου παικτοίς:


Εν μεγάλη ελληνική αποικία, 200 π.Χ.
Ότι τα πράγματα δεν βαίνουν κατ’ ευχήν στην Aποικία
δεν μέν’ η ελαχίστη αμφιβολία,
και μ’ όλο που οπωσούν τραβούμ’ εμπρός,
ίσως, καθώς νομίζουν ουκ ολίγοι, να έφθασε ο καιρός
να φέρουμε Πολιτικό Aναμορφωτή.

Όμως το πρόσκομμα κ’ η δυσκολία
είναι που κάμνουνε μια ιστορία
μεγάλη κάθε πράγμα οι Aναμορφωταί
αυτοί. (Ευτύχημα θα ήταν αν ποτέ
δεν τους χρειάζονταν κανείς.) Για κάθε τι,
για το παραμικρό ρωτούνε κ’ εξετάζουν,
κ’ ευθύς στον νου τους ριζικές μεταρρυθμίσεις βάζουν,
με την απαίτησι να εκτελεσθούν άνευ αναβολής.

Έχουνε και μια κλίσι στες θυσίες.
Παραιτηθείτε από την κτήσιν σας εκείνη·
η κατοχή σας είν’ επισφαλής:
ή τέτοιες κτήσεις ακριβώς βλάπτουν τες Aποικίες.
Παραιτηθείτε από την πρόσοδον αυτή,
κι από την άλληνα την συναφή,
κι από την τρίτη τούτην: ως συνέπεια φυσική·
είναι μεν ουσιώδεις, αλλά τί να γίνει;
σας δημιουργούν μια επιβλαβή ευθύνη.

Κι όσο στον έλεγχό τους προχωρούνε,
βρίσκουν και βρίσκουν περιττά, και να παυθούν ζητούνε·
πράγματα που όμως δύσκολα τα καταργεί κανείς.

Κι όταν, με το καλό, τελειώσουνε την εργασία,
κι ορίσαντες και περικόψαντες το παν λεπτομερώς,
απέλθουν, παίρνοντας και την δικαία μισθοδοσία,
να δούμε τι απομένει πια, μετά
τόση δεινότητα χειρουργική.—

Ίσως δεν έφθασεν ακόμη ο καιρός.
Να μη βιαζόμεθα· είν’ επικίνδυνον πράγμα η βία.
Τα πρόωρα μέτρα φέρνουν μεταμέλεια.
Έχει άτοπα πολλά, βεβαίως και δυστυχώς, η Aποικία.
Όμως υπάρχει τι το ανθρώπινον χωρίς ατέλεια;
Και τέλος πάντων, νά, τραβούμ’ εμπρός. (*)


Δηλαδή... γαμώ το φελέκι μου! Δεν είναι μόνο η αριστουργηματική κεντρική ιδέα αλλά και τόσοι αξιομνημόνευτοι στίχοι που υπάρχουν σε τούτο το ποίημα! Κι όμως, οι ουτιδανοί προτίμησαν το πετσόκομμα. Ε, λοιπόν, φτύνω στα μούτρα τους ολόκληρη την δεύτερη στροφή. Όντως θα αισθανθούμε ευτυχείς σαν έρθει η μέρα που, καθώς θα τραβάμ' εμπρός,  δεν θα τους χρειάζεται κανείς!


(*) Από το βιβλίο "Κ.Π.Καβάφης: Ποιήματα" (σε εικονογράφηση από τον Νίκο Χατζηκυριάκο-Γκίκα), εκδόσεις Ίκαρος, 3η έκδοση - 2003. Ζητώ ειλικρινή συγγνώμη από τον μεγάλο ποιητή για την μεταγραφή τού αριστουργήματός του σε μονοτονικό.


Παρασκευή, 18 Οκτωβρίου 2013

Όλα κομμένα και ραμμένα στα μέτρα τους...ακόμα και ο Καβάφης;!

ΕΙΝ' ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΝ ΠΡΑΓΜΑ Η ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ...

Με πρωτοβουλία του Αρχείου Καβάφη (που ανήκει στο Ίδρυμα Ωνάση), τις τελευταίες ημέρες τα ΜΜΜ της Αθήνας έχουν γεμίσει με στίχους του σπουδαίου ποιητή, με σκοπό να κυκλοφορήσει το έργο του έστω και σε “pop” μορφή στο ευρύτερο κοινό. 
Μπορεί κάποιος να θεωρήσει ότι η επιλογή των χρωμάτων και του ύφους σε συνδυασμό με τους στίχους κάνει εύπεπτο το τελικό αποτέλεσμα, κάνοντας “οικείο” το έργο του Καβάφη ακόμα και σ’ αυτούς που δεν το έχουν διαβάσει.
Παρατηρήστε ωστόσο τον στίχο που είναι γραμμένος στο τρόλεϊ της παραπάνω εικόνας. Δεν είναι καθόλου τυχαία η επιλογή ενός στίχου μ’ αυτές τις λέξεις σ’ αυτή την σειρά. Ειδικά όταν μας καλούν να καταδικάσουμε-την-βία-απ-όπου-κι-αν-προέρχεται.
Σε μια πονηρή εποχή σαν την σημερινή, πρέπει να είσαι πολύ προσεκτικός όταν επικοινωνείς κάποιο μήνυμα και να μην αφήνεις περιθώριο παρερμηνείας.
Κι όμως, η απομόνωση αυτού του στίχου από το υπόλοιπο ποίημα που μπορείτε να διαβάσετε εδώ, αυτό κάνει. Δημιουργεί λανθασμένες εντυπώσεις.
Συγκεκριμένα γράφει ο Καβάφης στην στροφή εκείνη που περιέχει τον στίχο:

“Ίσως δεν έφθασεν ακόμη ο καιρός./ Να μη βιαζόμεθα· είν’ επικίνδυνον πράγμα η βία./ Τα πρόωρα μέτρα φέρνουν μεταμέλεια.”
Άρα η βία στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι η βιασύνη και όχι η βία που θέλουν να μας πείσουν μέσα από τα λόγια του ποιητή ότι είναι “κακό πράγμα”. Κάνοντας επίκληση στην αυθεντία ενός μεγάλου, συνεχίζουν να προπαγανδίζουν και μάλιστα με τρόπο που πιάνει χιλιάδες ανθρώπους καθημερινά που παίρνουν λεωφορεία και μετρό.

Πέμπτη, 17 Οκτωβρίου 2013

Ο ποιητής ΛΕΩΝ ΚΟΥΚΟΥΛΑΣ (1894-1967)


Ο ποιητής, μεταφραστής και κριτικός Λέων Κουκούλας «γεννήθηκε στη Σύρα  το 1894. Έχει γερή μόρφωση και έκανε ταξίδια στη Γαλλία και Γερμανία. Πρωτοεμφανίστηκε στα νεοελληνικά Γράμματα το 1912 στον «Καλλιτέχνη» του Βώκου. Από τα 1913 ήταν συνεργάτης του «Νουμά». Από το 1920 και δώθε παρουσιάζει εντατική και πολύμορφη δράση. Είναι συνεργάτης στη «Μούσα» και αργότερα στη «Νέα Εστία» και σ’ άλλα περιοδικά. Κατέχει καλή θέση στον τομέα της κριτικής και έγραψε ποιήματα που του δινουν μια επίσης καλή θέση στο νεοελληνικό Παρνασό.

ΠΟΤΕ ΣΟΥ!…

Ποτέ σου, όσο γελούμενη κι αν είναι
κι απάνεμη η στεριά που σε καλεί,
μην πεις στο πλοίο σου: «εδώ για πάντα μείνε
κι ανήμεροι πιο πέρα είν’ οι γιαλοί».

Ποτέ σου, κι αν σε πρόλαβε το βράδυ
προτού χαρείς μια δόξα ημερινή,
μην κατεβάσεις μέσα στο σκοτάδι
της αυγινής σου ελπίδας το πανί.

Ποτέ σου, κι αν τη δίψα σου χορτάσεις
κι απ’ τον καρπό του μόχθου σου ευφρανθείς,
μπροστά στο νέο ταξίδι μη δειλιάσεις,
στις προκυμαίες τις ίδιες μη σταθείς.

Πεθαίνοντας της νίκης το στεφάνι
αν θες στο μέτωπό σου, όταν λυγά
το θάρρος σου, μην πεις: «Αυτό μου φτάνει»
κι ούτε ποτέ σου: «Τώρα πια είναι αργά».

[…] Δημοσίευσε τις ποιητικές συλλογές του: «Ένα πρωί» (1939), «Γνώριμοι δρόμοι» (1940), «Τρίγλυφο» (1944), «Της ζωής και του θανάτου». Έγραψε και τη νουβέλα «Απόστρατος» και το διήγημα «Ένας ένας» (1923). Επίσης μετέφρασε και προλόγισε δράματα του Ίψεν. Δημοσίευσε και το «Σχεδίασμα εισαγωγής στην ιστορία του θεάτρου».

Τετάρτη, 16 Οκτωβρίου 2013

ΟΣΚΑΡ ΟΥΑЇΛΝΤ - Η αληθινή σοφία



αναγκαίως δ΄ έχει
βίον θερίζειν, ώστε κάρπιμον στάχυν
και τον μεν είναι, τον δε μη.

Τα ξέρεις όλα : του κάκου ψάχνω εγώ,
ποιο χώμα πρέπει για να οργώσουμε, και ποιο πρέπει να σπείρουμε με στάρι.
Η γης είν΄ όλη μαύρη από τα βάτα, κι απ΄ τα κακά χορτάρια,
και μήτε νοιάζεται καθόλου για τα δάκρυα που πέφτουν ή για τη βροχή.
Τα ξέρεις όλα : κι εγώ είμαι καθισμένος, και προσμένω,
με δεμένα μάτια, και με τα χέρια μου αποκανωμένα,
ώσπου να σηκωθεί κι ο στερνός πέπλος,
κι η θύρα ν΄ ανοιχτεί, πρώτη φορά.
Τα ξέρεις όλα : εγώ, όμως, δεν μπορώ να ιδώ.
Ελπίζω η ζωή μου να μην πήγε του κάκου.
Και ξέρω – εμείς, πως πάλε θα βρεθούμε,
σε κάποια θεία αιωνιότητα, μαζί.-

απόδοση : Ναπολέων Λαπαθιώτης


Ακολουθεί το πρωτότυπο:

The true knowledge



Thou knowest all; I seek in vain

What lands to till or sow with seed--

The land is black with briar and weed,

Nor cares for falling tears or rain.

Thou knowest all; I sit and wait

With blinded eyes and hands that fail,

Till the last lifting of the veil

And the first opening of the gate.

Thou knowest all; I cannot see.

I trust I shall not live in vain,

I know that we shall meet again

In some divine eternity.

Oscar Wilde

Ο ποιητής, δραματουργός, μυθιστοριογράφος και κριτικός Όσκαρ (Φίνγκαλ Ο' Φλάιερτι Γουίλς) Ουάιλντ (Oscar Wilde) γεννήθηκε σαν σήμερα, στις 16 Οκτώβρη του 1854 στο Δουβλίνο.

Βρήκα το ποίημα «ξεφυλλίζοντας» τις  Σελίδες του Νίκου Σαραντάκου

Πέμπτη, 10 Οκτωβρίου 2013

«Αμόρ Βενσερέμος!...»



«Θα τους νικήσουμε,
αγάπη!
Δεν περνάν!
Νο πασαράν!»

Παντού το σύνθημα:
Γραμμένο:
LOS VENCEREMOS, AMOR!”
Τραγουδισμένο από εκατοντάδες χιλιάδες στόματα:
AMOR, NO PASARAN!”
Εσύ κοιμάσαι και σε περιφρουρούν τα δεκαπεντάχρονα κοριτσάκια με τα όπλα. Βγαίνεις ανταριασμένος γιατί άκουσες πυροβολισμούς κι εκείνες, μισοχορεύοντας με το όπλο έτοιμο, σου χαμογελάνε και λένε:
―Νο πρόμπλεμ! Κοιμηθείτε!

Λύνουν και δένουν το αυτόματο σε ένα λεπτό. Δεν ξέρουν τα «συνολάκια» των βιτρίνων. Ξυπνάνε από το χάραμα, όταν δε φυλάνε σκοπιά τη νύχτα, ακόμη και ξυπόλητες και τραγουδάνε ερωτικά τραγούδια. Με το αυτόματο στον ώμο.
―Γιώργο, αγάπη μου!
Έτσι μας λένε όλους: αγάπη μου!
Και ξεκινάνε για το μάζεμα του καφέ. Όπως ξεκινάνε και για τη μάχη.
―Νο πρόμπλεμ, αμόρ!
Τα ψευτορουχαλάκια τους να κολάνε στο κοκαλιάρικο σώμα και να κινούνται χορευτικά.

Το «αγάπη μου» που λένε σ’ όλους τους διεθνιστές μαζεμένους εδώ, μπορεί να είναι χαιρετισμός απλός: ένα γεια σου! Μα πιο πολύ μοιάζει με της ηλικίας τον πόθο!... Μ’ αυτό που θα ’πρεπε να ’ναι αντί το ντουφέκι η ειρήνη! Αντί η πείνα η χορτασιά της ευτυχίας!...

Δεν είναι συνηθισμένα κοριτσόπουλα. Δεν ξέρουν από μοιρολατρίες και κλάψες. Δεν ακούν τις Κασσάνδρες. Όπως το λέει και το ποίημα «Ιερεμιάδες» που μας απαγγέλουν του Φέλιξ Χαβιέρ Χαβαρέτσε:

Πόσες φορές οι λέξεις
δεν ενώθηκαν στην καρδιά
κι οδοιπόρησαν στη μνήμη,
αναζητώντας τα κενά των ονείρων!

Πόσες φορές δεν ψυχορράγησε ο Πόθος
σταματώντας δειλιασμένος στον ουρανίσκο,
άφωνος, στο στήθος της αγαπημένης,
παίζοντας με την πίστη μας.

Πόσες φορές
ο ουρανός δεν προμήνυσε τον χειμώνα
και το κρεβάτι μας
έγινε ναός,
κατάλυμα
ακόμη και άντρο για τις Κασσάνδρες
που καλλιέργησαν στα χώματά μας μαλθακά φυτά.

Πόσες φορές οι ερωτευμένοι
αναπνέοντας με τους πόρους της σάρκας τους
δεν λαμπάδιασαν καιόμενοι απ’ την ίδια τους φλόγα

καρτερώντας την Ανάσταση
με στήθη καψαλισμένα
και ταλαιπωρημένα απ’ τον πόνο.

Πόσες φορές
δε γεράσανε  οι Κασσάνδρες
στην ηλικία του Πάθους
μέχρι που τις δείλιασε
η καρδιά
και το αίμα.

Πόσες φορές
δεν κατσαδιάσαμε την Αυγή,
δεν βόγγηξε η τόλμη μας
μα δεν κάναμε πίσω!

Κι ανάμεσα στα ποιήματα, στα τραγούδια, στη δουλειά, στη φιέστα, στην πίκρα, εκείνη η αλησμόνητη φωνή:
NO PASARAN, AMOR!


Μετάφραση του ποιήματος από τα ισπανικά: Ανθή Ευγενίδου.

Από το βιβλίο «AMOR VENCEREMOS!- Ομάδα εθελοντών της ΚΝΕ στη Νικαράγουα», εκδόσεις ΟΔΗΓΗΤΗΣ, Αθήνα 1985.

Όπως διαβάζουμε στις πρώτες σελίδες: «Το βιβλίο αυτό είναι μια προσπάθεια επιλογής και σύνθεσης του Δημήτρη Ραβάνη-Ρεντή από 350 σελίδες υλικό: ημερολόγια, αφηγήσεις, σημειώσεις, ρεπορτάζ που έγραψαν οι 15 σύντροφοί μας της Μπριγάδας Εθελοντών της ΚΝΕ» (στη φωτογραφία), που στο όνομα  της διεθνιστικής αλληλεγγύης ταξίδεψαν στη Νικαράγουα για να βοηθήσουν τη νεαρή επανάσταση στη μάχη (συγκομιδή) του καφέ.

Δευτέρα, 7 Οκτωβρίου 2013

ΝΑΖΙΜ ΧΙΚΜΕΤ - Παραμύθι στον γιό μου

της Βούλας
της Ιωάννας

Ένα παραμύθι από το βιβλίο του Ναζίμ Χικμέτ (1975) «Το ερωτευμένο σύννεφο». Η μετάφραση έγινε από την Έρα Σαβαΐδου το 1979 μετά από παραγγελία του Τρίτου Προγράμματος του Ραδιοφώνου, από όπου μεταδόθηκαν το διάστημα 1-12-1979 έως 18-1-1980, στην εκπομπή των Ελ. Βλάχου και Μ. Κυρτζάκη «Το ερωτευμένο σύννεφο, λαϊκά παραμύθια της Τουρκίας».

Τα περισσότερα παραμύθια αποτελούν διασκευή των παραδοσιακών, όπως τα είχε συλλέξει ο μεγάλος Τούρκος λαογράφος Μπορατάβ. Ωστόσο, ο Ναζίμ Χικμέτ, εκτός από τη διασκευή, επιχείρησε και έγραψε και ορισμένα, ένα εκ των οποίων και αυτό που παρουσιάζεται. Εξάλλου, ο σπουδαίος ποιητής και δραματουργός συνήθιζε να νανουρίζει το γιο του με ιστορίες αγάπης και ελευθερίας.

Αν και όπως γράφει ο ίδιος ο Ναζίμ Χικμέτ «τα παραμύθια είναι προτιμότερο να τ΄ ακούς παρά να τα διαβάζεις»,  το αναγνωστικό κοινό μπόρεσε να απολαύσει τα παραμύθια από τις εκδόσεις Ύψιλον (1988) σε εικονογράφηση Δημήτρη Καλοκύρη.







Ο Ναζίμ Χικμέτ, αναπαύεται στο σπίτι του στην ΕΣΣΔ, κάτω από τις φωτογραφίες του Μεχμέτ (πηγή).

Μια φορά κι έναν καιρό, γιε μου, μια χρονιά απ' όλες τις χρονιές, σε μια χώρα, ζούσε ένας άνθρωπος με άσπρα γένεια που ήξερε πολλά, πιο πολλά από την καλοσύνη που 'χε στην ψυχή του, και η καλοσύνη της ψυχής του ήτανε πιο πλατιά από τη γνώση του.

Σ' αυτήν τη χώρα, λοιπόν, γιε μου, που ζούσε ο άνθρωπος με την άσπρη γενειάδα, στην πιο μεγάλη πόλη είχανε στήσει ένα άγαλμα. Το άγαλμα που λέμε είχε μάτια αστραφτερά φτιασμένα από πέτρες πολύτιμες, τα μαλλιά του από ατόφιο ασήμι, η κορμοστασιά του από απείραγο χρυσάφι και το μπόι του ίσια με δυο χιλιάδων ανθρώπων. Οι συντοπίτες του ανθρώπου μας με την άσπρη γενειάδα, που είπαμε πως η γνώση του ήτανε πάνω από την καλοσύνη του και η καλοσύνη του πάνω από τη γνώση του, πιστεύανε και προσκυνούσανε σ' αυτό το άγαλμα. Και σαν να μην έφτανε αυτό, πιστεύανε πως το άγαλμα που λέμε έδινε και την καλοσύνη και την κακία, και την καλή και την κακή σοδειά, και την ομορφιά και την ασκήμια κι όλα.

Μόνο ο άνθρωπος μας με την άσπρη γενειάδα δεν πίστευε σ' αυτά. Στην αρχή, αυτή του την απιστία την έκρυβε μέσα του. Με τον καιρό όμως το μυστικό του μεγάλωνε, ώσπου έγινε μέσα του μια μεγάλη πέτρα που του βάραινε την ψυχή. Ε, δεν άντεξε, και μια μέρα τρέχει εκεί που ήτανε στημένο τ' άγαλμα και φωνάζει στους συντοπίτες του:

- Καλοί μου συντοπίτες, γιατί πιστεύετε σ' αυτό το άγαλμα με τ' αστραφτερά μάτια και τη μαλαματένια κορμοστασιά; Αυτό, εσείς το φτιάσατε και το στήσατε εδώ. Με το μυαλό σας και με τα χέρια σας. Και τώρα στέκεστε μπροστά του λες κι είναι τούτο ο δημιουργός του μυαλού και των χεριών σας! Εγώ σας λέω: πέρα από κείνο που δεν φαίνεται, πού 'ναι αιώνιο μα και που αλλάζει ασταμάτητα, πέρα από το πλάσμα που δεν πλάστηκε, δεν υπάρχει τίποτα που πρέπει να πιστεύετε. Γκρεμίστε τούτο το άγαλμα, συντοπίτες μου!

Σαν ακούσανε τα λόγια του ανθρώπου που η γνώση του ήτανε πάνω από την καλοσύνη του και η καλοσύνη του πάνω από τη γνώση του, οι συντοπίτες του στην αρχή δεν καταλάβανε, ύστερα σαν καταλάβανε τα χάσανε λίγο, ύστερα θύμωσαν και στο τέλος πήρανε πέτρες από καταγής, γιε μου, και τον πετροβολήσανε. Και όχι μόνο μια φορά. Έλα όμως που αυτός δεν το έβαζε κάτω και δεν σώπαινε... Αυτό που νόμιζε σωστό, αυτό που σκεφτότανε, το 'λεγε χωρίς να διστάζει, κι όσο το 'λεγε και το ξανάλεγε τόσο η φωνή του δυνάμωνε, κι όσο η φωνή του δυνάμωνε τόσο ένιωθε και πιο νέος.

Έτσι λοιπόν, γιε μου, ο άνθρωπος μας με την άσπρη γενειάδα απόχτησε την αγέραστη νιότη κάτω απ' τις πέτρες που πέφτανε βροχή. Κείνοι που τον πετροβολούσανε γέρασαν, οι μέσες τους λύγισαν, τα χέρια τους έτρεμαν και δεν μπορούσαν πια να προστατέψουν την πίστη τους, τ' άγαλμά τους. Κι ο άνθρωπος μας που συναπάντησε την αιώνια πίστη, αυτός που η γνώση του ήτανε πάνω από την καλοσύνη του και η καλοσύνη του πάνω από την γνώση του, αυτός που η ψυχή του ήτανε πάνω από τη γνώση του και η γνώση του κι απ' την ψυχή του πιο γενναία, γκρέμισε μόνο με μια γροθιά το άγαλμα πού 'χε το ύψος χιλιάδων ανθρώπων.

Κι εσύ, γιε μου, σαν δεν διστάζεις να λες πως δεν πιστεύεις σ' αυτό που δεν πίστεψες ποτέ, σαν δεν κιοτέψεις τότε που θα σε πετροβολάνε γι΄ αυτό που πιστεύεις, κι εσύ τότε, σαν τον άνθρωπο που ζούσε κάποτε σε κείνη τη χώρα, που η καλοσύνη του ήτανε πάνω από τη γνώση του και η γνώση του πάνω από την καλοσύνη του, τότε θα φτάσεις στη αιώνια νιότη, γιε μου...

"ΜΙΑ ΑΝΑΣΑ ΔΡΟΜΟ" - Παρουσίαση της πρώτης ποιητικής συλλογής του Παναγιώτη Μηλιώτη




Η ARS NOCTURNA σας προσκαλεί στην παρουσίαση της πρώτης ποιητικής συλλογής του Παναγιώτη Μηλιώτη με τον τίτλο:
«ΜΙΑ ΑΝΑΣΑ ΔΡΟΜΟ».

Σας περιμένουμε την Πέμπτη 10 Οκτώβρη ώρα 19:30 μ.μ. στο βιβλιοπωλείο 
ARS OCTURNA, Λέκκα 23-25 (εντός της στοάς Δημητρίου Ζερμπίνη), πλησίον πλατείας Συντάγματος.

Τη συλλογή θα παρουσιάσουν οι:
Ράνια Καραχάλιου, γλωσσολόγος
Γιώργος Πέππας, ποιητής–ηθοποιός
(ποιήματα θα διαβάσει ο ποιητής)

Σάββατο, 5 Οκτωβρίου 2013

Κ. Γ. ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ – Καλός υπάλληλος




     Είναι ένας αγαθός γεροντάκος. Έπειτα από τριάντα χρόνων υπηρεσία, έχει να διατρέξει όλους τους βαθμούς. Γραφεύς στο πρωτόκολλο.
     Πάντα έκανε τη δουλειά του ευσυνείδητα, σχεδόν με κέφι. Σκυμμένος από το πρωί ως το βράδυ στο παρθενικό βιβλίο του, περνούσε τους αριθμούς και αντέγραφε τις περιλήψεις. Κάποτε, μετά την καταχώριση ενός εισερχομένου ή ενός εξερχομένου, ετράβαζε μια γραμμή που έβγαινε από την τελευταία στήλη και προχωρούσε προς το περιθώριο, έτσι σαν απόπειρα φυγής. Αυτή η ουρά δεν είχε θέση εκειμέσα, όμως την τραβούσε βιαστικά, με πείσμα, θέλοντας να εκφράσει τον εαυτό του. Αν έσκυβε κανείς πάνω στην απλή και ίσια γραμμούλα, θα διάβαζε την ιστορία του καλού υπαλλήλου.
     Νέος ακόμη, μπαίνοντας στην υπηρεσία, εχαιρέτησε με συγκαταβατικό χαμόγελο του συναδέλφους του. Έτυχε να καθίσει σ’ αυτήν την καρέκλα. Κι έμεινε εκεί. Ήρθαν άλλοι αργότερα, έφυγαν, επέθαναν. Αυτός έμεινε εκεί. Οι προϊστάμενοί του τον θεωρούσαν απαραίτητο. Είχε αποκτήσει μια φοβερή, μοιραία ειδικότητα.
     Ελάχιστα πρακτικός άνθρωπος. Τίμιος, ιδεολόγος. Μ’ όλη τη φτωχική του εμφάνιση, είχε αξιώσεις ευπατρίδου. Ένα πρωί, επειδή ο Διευθυντής του του μίλησε κάπως φιλικότερα, επήρε θάρρος, του απάντησε στον ενικό, εγέλασε ανοιχτόκαρδα και τον χτύπησε στον ώμο. Ο κύριος Διευθυντής τότε, μ’ ένα παγωμένο βλέμμα, τον εκάρφωσε πάλι στη θέση του. Κι έμεινε εκεί.
     Τώρα, βγαίνοντας κάθε βράδυ από το γραφείο, παίρνει τον παραλιακό δρόμο, βιαστικός βιαστικός, γυρίζοντας δαιμονισμένα το μπαστούνι του με την ωραία, νικέλινη λαβή. Γράφει κύκλους μέσα στο άπειρο. Και μέσα στους κύκλους τα σημεία του απείρου. Όταν περάσει τα τελευταία σπίτια, θ’ αφήσει πάντα να ξεφύγει ψηλά με ορμή το μπαστούνι του, έτσι σαν απόπειρα λυτρωμού.
     Μετά τον περίπατο τρυπώνει σε μια ταβέρνα. Κάθεται μόνος, αντίκρυ στα μεγάλα, φρεσκοβαμμένα βαρέλια. Όλα έχουν γραμμένο πάνω απ’ την κάνουλα, με παχιά, μαύρα γράμματα, τ’ όνομά τους: Πηνειός, Γάγγης, Μισσισσιππής, Τάρταρος. Κοιτάζει εκστατικός μπροστά του. Το τέταρτο ποτηράκι γίνεται ποταμόπλοιο, με το οποίο ταξιδεύει σε θαυμάσιους, άγνωστους κόσμους. Από τα πυκνά δέντρα, πίθηκοι σκύβουν και τον χαιρετάνε. Είναι ευτυχής.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

(ΤΡΕΙΣ ΜΕΓΑΛΕΣ ΧΑΡΕΣ)


ΑΠΑΝΤΑ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ – ΠΕΖΑ, εκδόσεις ΠΕΛΛΑ

Πέμπτη, 3 Οκτωβρίου 2013

ΦΩΤΗΣ ΑΓΓΟΥΛΕΣ – Φασίστες



Φασίστες ήρθανε στον τόπο μας,
φασίστες πήραν τα σπαρτά μας,
φασίστες σκότωσαν τ’ αδέρφια μας
και τυραγνούνε τα παιδιά μας.

Κάψανε το φτωχό μας σπιτικό
και κούρσεψαν την πλούσια χώρα,
φασίστες ήρθανε και φέρανε
λιμό, θανατικό και μπόρα.

ΦΩΤΗΣ ΑΓΓΟΥΛΕΣ


(Πορεία μέσα στη νύχτα)
ΑΓΓΟΥΛΕΣ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2011.

Τετάρτη, 2 Οκτωβρίου 2013

«ΟΙ ΜΟΙΡΑΙΟΙ – Μεταφορά στη σύγχρονη εποχή» - Σχολικό έτος 1983-84



Σχολικό έτος 1983-84. Τάξη Β΄ Λυκείου. Χτυπάει το κουδούνι, διάλειμμα τέλος. Η φιλόλογός μας μπαίνει στην τάξη, κάνει μερικά βήματα και στέκεται μπροστά στο μαυροπίνακα: «Παρακαλώ να βγάλετε το τετράδιο εργασιών των νέων ελληνικών». Από το Γυμνάσιο είχα ξεχωρίσει αυτό το μάθημα.   Στο Λύκειο έγινε το αγαπημένο μου. Αυτό το οφείλω σε μεγάλο βαθμό στην καθηγήτριά μου φιλόλογο κυρία Μάρω Δημάκου που μας έμαθε πώς να προσεγγίζουμε ουσιαστικά ένα λογοτεχνικό έργο και μ’ έκανε ν’ αγαπήσω τη λογοτεχνία.

Εκείνες τις μέρες μιλούσαμε για τον Βάρναλη. Μας είχε μοιράσει φωτοτυπημένα ποιήματά του για να τα διαβάσουμε στο σπίτι. Ήταν κάτι που συνήθιζε να κάνει στα μαθήματα γλώσσας, φέρνοντάς μας κοντά στο έργο λογοτεχνών που είτε αγνοούσε επιδεικτικά, είτε προσπαθούσε να υποβαθμίσει το σχολικό βιβλίο (εννοείται πως η οικονομική επιβάρυνση ήταν όλη δική της…). Η κυρία Δημάκου γύρισε προς τον πίνακα και τότε ακούστηκε ο ήχος της κιμωλίας που έγραφε το θέμα: "ΟΙ ΜΟΙΡΑΙΟΙ – Μεταφορά στη σύγχρονη εποχή". «Θέλω να είστε σύντομοι και περιεκτικοί».

Αυτή είναι η «εργασία» του μαθητή Οικοδόμου. Αγνοούσα την ύπαρξή της, μέχρι που την ανακάλυψα πρόσφατα σ’ ένα σκονισμένο κουτί, απ’ αυτά που κλείνει κανείς ξεχωριστές στιγμές όταν έχουν γίνει πια παρελθόν. Πιστή αντιγραφή (και στην ορθογραφία) από το σχολικό μου τετράδιο. Θυμάμαι ότι είχα προσπαθήσει να είμαι «σύντομος και περιεκτικός»...


ΟΙ ΜΟΙΡΑΙΟΙ – Μεταφορά στη σύγχρονη εποχή

"Το ποίημα αυτό είναι και θα είναι το ίδιο επίκαιρο, όσο στη χώρα μας θα υπάρχουν εκμεταλευτές και εκμεταλευόμενοι, όσο η κοινωνία μας θα χωρίζεται σε τάξεις. Από τη δεκαετία του ’20 – ’30 μέχρι σήμερα δεν επικρατεί η ίδια κατάσταση. Υπάρχουν όμως πολλές ομοιότητες. Όπως και τότε, έτσι και σήμερα η κρίση που περνάει το καπιταλιστικό σύστημα δεν φέρνει μόνο οικονομικά προβλήματα σους νέους. Είναι και μία κρίση ηθική, πολιτιστική, τρόπου και αξιών ζωής του σημερινού συστήματος που επιδρά πολλές φορές δραματικά μέσα στην ευαίσθητη νέα γενιά. Τα ναρκωτικά, η βία, το έγκλημα είναι μόνο οι πιο ακραίες περιπτώσεις στις οποίες σπρώχνονται οι νέοι από την ανεργία, τη μοναξιά, το πρόωρο άγχος της ζωής, την κοινωνική εγκατάλειψη, την αβεβαιότητα, την υποκρισία και τους αδυσώπητους φραγμούς που συναντούν σε κάθε τους προσπάθεια για κάτι καλύτερο.

Σήμερα, σχεδόν σε κάθε βήμα της νεολαίας καιροφυλακτούν οι μεγάλες σειρήνες που θέλουν υποτίθεται να της προσφέρουν την «εύκολη ζωή», τα «εύκολα» όνειρα, και τις «μοντέρνες» αλλά εφήμερες απολαύσεις, που πληρώνονται καμιά φορά, για μια ολόκληρη ζωή. Μπορεί σήμερα ο λαός και η νεολαία να μπορούν να μορφωθούν πιο εύκολα απ’ ότι το 1920, αλλά όχι όπως θα ‘πρεπε. Κι αυτό γιατί υπάρχουν ταξικοί φραγμοί στη μόρφωση, που χωρίζουν τους μαθητές σε παιδιά των εργαζομένων στα υποβαθμισμένα δημόσια σχολειά και στα παιδιά των βιομηχάνων στα υψηλού επιπέδου ιδιωτικά κολλέγια. Μπορεί σήμερα ο καθένας να μην είναι τόσο φτωχός όσο να μην έχει να φάει, αλλά η σημερινή οικονομική κρίση, η ανεργία και η ακρίβεια δεν επιτρέπουν στον εργαζόμενο λαό να ζει όπως του αξίζει ενώ επιτρέπουν να βασιλεύουν οι βιομήχανοι και να καταπιέζουν το λαό. 

Δεν υπάρχει μεγαλύτερη καταγγελία για το σημερινό κοινωνικό σύστημα της εκμετάλευσης και της αδικίας, από τα αδιέξοδα που υψώνει στη ζωή και στο μέλλον της νεολαίας. Οι επιδιώξεις για μια ανθρώπινη ζωή που συνθλίβονται, η κοινωνική αδικία, τα νεανικά όνειρα που γκρεμίζονται, οι ελπίδες που σβήνουν, όλα αυτά είναι η πηγή της διαμαρτυρίας που σηκώνεται από τη σημερινή νεολαία. Η ολιγαρχία φοβάται αυτή την διαμαρτυρία και αν δεν μπορεί να την πνίξει, προσπαθεί να τη μετατρέψει σε φυγή από την πραγματικότητα. Άλλες πάλι δυνάμεις θέλουν να την κρατούν αυθόρμητη, απολίτικη, χωρίς στόχους, ακίνδυνη για το σύστημα.

Μόνο όταν αυτή η διαμαρτυρία γίνει συνειδητή δύναμη για την αλλαγή της κοινωνίας, μέσα από την οργανωμένη πάλη, ενάντια στο καθεστώς της εξάρτησης και της πλουτοκρατίας, για μια δίκαιη ζωή και για ένα νέο κοινωνικό σύστημα που έρχεται, θα μπορούμε να πούμε ότι οι μοιραίοι και οι απόκληροι θα γίνουν κυρίαρχοι της κοινωνίας αφού θα πάρουν την τύχη τους στα χέρια τους."

ΥΓ. Πέρασαν από τότε τριάντα χρόνια ακριβώς. Και σήμερα που δεν είμαι μαθητής   τα ίδια θα έγραφα...