Πέμπτη, 29 Αυγούστου 2013

Κώστας Βίρβος - ΚΑΤΑΧΝΙΑ (το έργο)


(Στη μνήμη του Στέλιου Καζαντζίδη που γεννήθηκε σαν σήμερα, το 1931).

Ήμουνα παιδάκι – ακόμα δεν είχα πάει σχολείο- όταν πρωτάκουσα την Καταχνιά. Ανατρίχιασα στην εισαγωγή, όταν ανάμεσα στο χτύπημα της καμπάνας και το μελωδικό άκουσμα της χορωδίας «μπήκε» η επιβλητική φωνή του Δημήτρη Μυράτ. Έμεινα αποσβολωμένος κοιτάζοντας τα καρούλια της κασσέτας να γυρίζουν στο κασσετόφωνο και τα μάτια μου γέμισαν με τις ασπρόμαυρες εικόνες από τα επίκαιρα της κατοχής που είχα δει άλλη φορά στην τηλεόραση. Ξέσπασα σε κλάματα όταν άκουσα τη φωνή του Καζαντζίδη  να τραγουδά: «Δε βρήκα πουθενά ψωμί/ και σπίτι πώς να πάω/ θα με πληγώσει μια φωνή/ πατέρα μου πεινάω», κι έσφιξα τα δόντια και τις μικρές γροθιές μου στο άκουσμα του «Δε θέλω να μου δέσετε τα μάτια». Δεν είχα γνωρίσει καλά –ακόμα- τον Καζαντζίδη, αλλά νομίζω πως η Καταχνιά ήταν η αιτία που με έκανε να τον αγαπήσω.

Η ΚΑΤΑΧΝΙΑ (κατοχή – αντίσταση - απελευθέρωση) γράφτηκε από τον ΚΩΣΤΑ ΒΙΡΒΟ το 1944, «στην απομόνωση των κρατητηρίων της Ελπίδος 5, όπου οδηγείται μετά από βασανιστήρια, επειδή ως μέλος της ΕΠΟΝ, πιάνεται να γράφει στους τοίχους. Εκεί, την Πρωτομαγιά της ίδιας χρονιάς, μαθαίνοντας για τους διακόσιους που τουφεκίζουν στην Καισαριανή, γράφει τα «Δεν θέλω να μου δέσετε τα μάτια» και «Ένας ξύλινος σταυρός»… Αργότερα στο βουνό γράφει και τα υπόλοιπα… Για την εισαγωγή της «Καταχνιάς» που λέει «Κλαίνε θρηνούνε τα βουνά», εμπνέεται από το αντάρτικο τραγούδι «Βαριά στενάζουν τα βουνά»…» (ogdoo.gr)

Ο δίσκος κυκλοφορεί το 1964, με μουσική του ΧΡΗΣΤΟΥ ΛΕΟΝΤΗ. Ερμηνεύουν ο Στέλιος Καζαντζίδης, η Μαρινέλλα και η Χορωδία Κορίνθου. Τα κείμενα που αφηγείται ο ηθοποιός Δημήτρης Μυράτ επιμελήθηκε ο ποιητής Νικηφόρος Βρεττάκος. Την ορχήστρα διευθύνει ο συνθέτης και το εξώφυλλο του δίσκου φιλοτεχνεί ο ζωγράφος Σπύρος Βασιλείου.

Στο βίντεο ακούστε ολόκληρο το δίσκο. Ακολουθούν οι στίχοι του έργου.


ΚΑΤΑΧΝΙΑ
(κατοχή – αντίσταση - απελευθέρωση)

ΜΕΡΟΣ 1ο

1) Εισαγωγή
2) Καταχνιά

Κλαίνε θρηνούνε τα βουνά
κλαίνε θρηνούν οι κάμποι
ήρθε σκλαβιά πικρή σκλαβιά
πλάκωσε μαύρη καταχνιά
κι ο ήλιος πια δεν λάμπει

Η μπότα του κατακτητή
παντού τη φρίκη απλώνει
κι όπου πατεί κι όπου πατεί
χορτάρι δε φυτρώνει.
Μα στην καμένη τούτη γη
θ’ ανθίσουν πάλι οι κλώνοι
για να λαλεί τ’ αηδόνι.

Μέσα απ’ τη στάχτη τη βαθιά
μια σπίθα θα πετάξει
σε πολιτείες και χωριά
και θα γενεί τρανή φωτιά
που τη φωτιά θα κάψει.

3) Πείνα

Δε βρήκα πουθενά ψωμί
και σπίτι πώς να πάω
θα με πληγώσει μια φωνή
πατέρα μου πεινάω.

Απόψε το παιδάκι μου
θα γείρει πεινασμένο
και τον πατέρα του θα δει
πρώτη φορά κλαμένο.

Να μαραθείς βλαστάρι μου
ποτέ δε θα σ’ αφήσω
και με το αίμα της καρδιάς
εΕγώ θα σε ταΐσω.

4) Τι κι αν με ρίξεις στο κελί

Τι κι αν με ρίξεις στο κελί
που έχει πάντα βράδυ
έχω δυο μάτια στη ψυχή
που σκίζουν το σκοτάδι.

Δεν μπορούν οι αλυσίδες.
να μου δέσουν τις ελπίδες.

Τι κι αν μου δέσεις το κορμί
και τα δικά μου χέρια
έχω ψυχή όπου πετά
ως τ’ ουρανού τ’ αστέρια.

Τι κι αν μ’ αφήσεις νηστικό
τι κι αν με βασανίσεις
της λευτεριάς το όνειρο
ποτέ δε θα μου σβήσεις.

5) Ο Νεοζηλανδός

Λεβέντη απ’ τη Νέα Ζηλανδία
στο σπίτι μας που ήρθες να κρυφτείς
θα βρεις στοργή αγάπη και φιλία
και σπίτι σου πως είσαι να θαρρείς.

Βάλε τα ρούχα του παιδιού μου
που σκοτώθηκε
και μη φοβάσαι, εδώ κανένας
δεν προδόθηκε.

6) Γιατί να γίνω μάνα

Στο μπλόκο τον αρπάξανε
σαν σκύλο τον πετάξανε
μια νύχτα στο Χαϊδάρι.
Η αγκαλιά μου άδειασε
και η καρδιά μου βράδιασε
γλυκό μου παλικάρι.

Πες μου και συ του δειλινού καμπάνα
Γιατί, γιατί, γιατί να γίνω μάνα.

Το σπίτι μου βουβάθηκε
κι ο κήπος μου μαράθηκε
μου κόψαν τον βλαστό μου.
Πριν δω τέτοιο μαρτύριο
ας ήταν δηλητήριο
το γάλα στον μαστό μου.


ΜΕΡΟΣ 2ο

6) Δεν θέλω να μου δέσετε τα μάτια

Δε θέλω να μου δέσετε τα μάτια
τον ήλιο π’ ανατέλλει να χαρώ
κι αν κάνετε τα στήθια μου κομμάτια
εσείς πεθαίνετε και όχι εγώ.

Δε θέλω να μου δέσετε τα μάτια
δεν σκιάζομαι τα βόλια τα σκληρά,
πηγαίνω στα ουράνια παλάτια
να στείλω στους ανθρώπους τη χαρά.

7) Αδελφέ Ισραηλίτη

Αδερφέ Ισραηλίτη, το αστέρι που φοράς
φως ανέσπερο θα ρίχνει στους βωμούς της λευτεριάς.

Αδερφέ Ισραηλίτη, το αστέρι που φοράς
θα ’ναι σάλπισμα ειρήνης που για κείνη μαρτυράς.

Αδερφέ Ισραηλίτη, όσες πίκρες κι αν γευτείς
δε σε νίκησε κανένας μα εσύ ‘σαι νικητής.

8) Ομηρία

  Αγκομαχάει το τραίνο
ομήρους φορτωμένο
κορμιά σκελετωμένα
ανθρώπινες σκιές
με μάτια όμως φλογισμένα
και με αδούλωτες καρδιές.

Αγκομαχάει το μαύρο τραίνο
θαμπώνει τα μάτια μου η αντάρα
παιδάκι μου αγαπημένο
κατάρα στον πόλεμο – κατάρα.

Στο πρώτο το βαγόνι
ο θάνατος σιμώνει
μα κανενός ομήρου
δε σκιάζει την καρδιά
είναι τιμή, τιμή και δόξα
να πέσεις για τη λευτεριά.

9) Ένας ξύλινος σταυρός

Ένας ξύλινος σταυρός
στ’ αγριολούλουδα στημένος
είν’ ο γιος του καθενός
που δε στέργει σκλαβωμένος.

Κι όταν ο αγέρας κλαίει
και στενάζει ο σταυρός
μια φωνή ουράνια λέει
προχωρείτε πάντα εμπρός.

Ένας ξύλινος σταυρός
με καντήλι το φεγγάρι
είναι φάρος φωτεινός
και σου πρέπει παλικάρι.

10) Το τραγούδι της ειρήνης

Για να ξαναβγεί ο ήλιος
για να φύγει η καταχνιά
πόσο δάκρυ πόσο αίμα
έφτυσε αυτή η γενιά.
Και στη ρημαγμένη γη
χαρωπή χτυπά η καμπάνα
και το γέλιο ξανανθεί
στη χαροκαμένη μάνα.

Της ειρήνης το τραγούδι
τραγουδήστε μ’ ένα στόμα
πασχαλιάς να βγει λουλούδι
στο καψαλισμένο χώμα.

ΚΩΣΤΑΣ ΒΙΡΒΟΣ

Τετάρτη, 28 Αυγούστου 2013

Αύγουστος 2013 - Ρεπορτάζ: Μπέρτολτ Μπρέχτ



Γερμανικό εγχειρίδιο πολέμου

Αυτοί που βρίσκονται ψηλά
θεωρούνε ταπεινό
να μιλάς για το φαΐ.
Ο λόγος; Έχουνε κιόλας φάει.

Οι ταπεινοί αφήνουνε τον κόσμο
χωρίς να ’χουνε δοκιμάσει κρέας της προκοπής.

Πώς ν’ αναρωτηθούν πού ’θε έρχονται
και πού πηγαίνουν
είναι τα όμορφα δειλινά τόσο αποκαμωμένοι.
Το βουνό και την πλατειά τη θάλασσα
δεν τα ’χουν ακόμα δει
όταν σημαίνει η ώρα τους
πώς ν’ αναρωτηθούν πού ’θε έρχονται
και πού πηγαίνουν…

Αν δεν νοιαστούν οι ταπεινοί
γι’ αυτό που είναι ταπεινό
ποτέ δε θα υψωθούν.

Το ημερολόγιο
δεν δείχνει ακόμα την ημέρα.
Όλοι οι μήνες, όλες οι ημέρες
είναι ανοιχτές.
Κάποια απ’ αυτές θα σφραγιστεί
μ’ έναν σταυρό.

Οι εργάτες φωνάζουν για ψωμί
οι έμποροι φωνάζουν γι’ αγορές
οι άνεργοι πεινούσαν.
Τώρα πεινάνε κι όσοι εργάζονται…


Αυτοί που αρπάνε το φαΐ απ’ το τραπέζι
κηρύχνουν τη λιτότητα.
Αυτοί που παίρνουν όλα τα δοσίματα
ζητάνε θυσίες.
Οι χορτάτοι μιλάνε στους πεινασμένους
για τις μεγάλες εποχές που θα ’ρθουν.
Αυτοί που τη χώρα σέρνουνε στην άβυσσο
λεν πως είναι τέχνη να κυβερνάς το λαό
είναι πολύ δύσκολη για τους ανθρώπους του λαού.

Αυτοί που βρίσκονται ψηλά λένε
πόλεμος και ειρήνη
είναι δυο πράγματα ολότελα διαφορετικά.
Όμως η ειρήνη τους και ο πόλεμός τους
μοιάζουν όπως ο άνεμος κι η θύελλα.
Ο πόλεμος γεννιέται απ’ την ειρήνη τους
καθώς ο γιος από την μάνα
έχει τα δικά της απαίσια χαρακτηριστικά.
Ο πόλεμός τους σκοτώνει
ό,τι άφησε όρθιο η ειρήνη τους.

Όταν αυτοί που είναι ψηλά
μιλάνε για ειρήνη
ο απλός λαός ξέρει
πως έρχεται ο πόλεμος.
Όταν αυτοί που είναι ψηλά
καταριούνται τον πόλεμο
διαταγές για επιστράτευση
έχουν υπογραφεί.

Στον τοίχο με κιμωλία γραμμένο
θέλουνε πόλεμο.
Αυτός που το ’χε γράψει
έπεσε κιόλας…

Αυτοί που βρίσκονται ψηλά λένε
«να ο δρόμος για τη δόξα».
Αυτοί που είναι χαμηλά
«να ο δρόμος για το μνήμα».

Τούτος ο πόλεμος που έρχεται
δεν είναι ο πρώτος
πριν απ’ αυτόν γίνανε κι άλλοι πόλεμοι.
Όταν ετέλειωσε ο τελευταίος
υπήρχαν νικητές και νικημένοι.
Στους νικημένους ο φτωχός λαός
πέθαινε απ’ την πείνα.
Στους νικητές ο φτωχός λαός
πέθαινε το ίδιο.

Σαν θα ’ρθει η ώρα της πορείας
πολλοί δεν ξέρουν
πως επικεφαλής βαδίζει ο εχθρός τους.
Η φωνή που διαταγές τους δίνει
είναι του εχθρού τους η φωνή.
Εκείνος που για τον εχθρό μιλάει
είναι ο ίδιος τους ο εχθρός.

Νύχτα
τ’ ανδρόγυνα ξαπλώνουν στο κρεβάτι τους.
Οι νέες γυναίκες θα γεννήσουν ορφανά.

Στρατηγέ το τανκ σου
είναι δυνατό μηχάνημα,
θερίζει δάση ολόκληρα
κι εκατοντάδες άνδρες αφανίζει,
μόνο που έχει ένα ελάττωμα:
χρειάζεται οδηγό.

Στρατηγέ το βομβαρδιστικό σου
είναι πολυδύναμο,
πετάει πιο γρήγορα απ’ τον άνεμο
κι απ’ τον ελέφαντα σηκώνει βάρος πιο πολύ,
μόνο που έχει ένα ελάττωμα:
χρειάζεται πιλότο.

Στρατηγέ ο άνθρωπος είναι χρήσιμος πολύ.
Ξέρει να πετάει.
Ξέρει και να σκοτώνει.
Μόνο που έχει ένα ελάττωμα:
ξέρει να σκέφτεται.

ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ


Απόδοση: Μάριος Πλωρίτης
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος
Ερμηνεία: Γιάννης Κούτρας

Τρίτη, 27 Αυγούστου 2013

Γιώργος Κοτζιούλας: ΣΤΟΝ ΑΡΗ


Σαν σήμερα, στις 27 Αυγούστου του 1905, γεννήθηκε ο καπετάνιος των καπετάνιων του ΕΛΑΣ Άρης Βελουχιώτης. Στη μνήμη του αναδημοσιεύουμε μια παλιότερη ανάρτησή μας από τον Οικοδόμο

Ο Τζουμερκιώτης ποιητής Γιώργος Κοτζιούλας αναμείχθηκε από νωρίς στον αντιστασιακό αγώνα. Βγήκε στη συνέχεια στο βουνό  κι έμεινε για πολύ καιρό δίπλα στον πρωτοκαπετάνιο του ΕΛΑΣ  Άρη Βελουχιώτη που τον θαύμαζε. Ένα μέρος των προσωπικών του αναμνήσεων από εκείνη την περίοδο, το κατέγραψε σε σημειώσεις που μετά το θάνατό του κυκλοφόρησαν σε βιβλίο, στο οποίο περιλαμβάνεται το παρακάτω απόσπασμα.

Βρισκόμαστε -χειμώνας του 1943- στα Τζουμέρκα της Ηπείρου. Οι εμφύλιες εχθροπραξίες μεταξύ του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ έχουν ήδη αρχίσει. Σε μια προσπάθεια για ανακωχή συναντιούνται στο κεφαλοχώρι Άγναντα ο Άρης με το Ζέρβα, συμφωνούν την παύση των εχθροπραξιών μεταξύ τους και ορίζουν τις περιοχές δικαιοδοσίας τους που χωρίζονται από τον ποταμό Άραχθο. Ο Κοτζιούλας βρίσκεται εγκλωβισμένος στην περιοχή των Εδεσιτών και διασχίζει το ποτάμι για να περάσει απέναντι και να συναντήσει τον Άρη.

Στο απόσπασμα που ακολουθεί περιγράφονται τα περιστατικά που έζησε ο Κοτζιούλας, από τα οποία εμπνεύστηκε και έγραψε το ποίημα «Για τον Άρη» που παραθέτουμε πιο κάτω.

Ο ποιητής Γιώργος Κοτζιούλας

«Η συμφωνία των Αγνάντων έμεινε στα χαρτιά. Τα ζιζάνια, οι προστριβές δεν έλειψαν ούτε μια μέρα. Οι Εδεσίτες αποδείχ5τηκαν κακόπιστοι ακόμα μια φορά. Οι μυστικοί τους υποκινητές δεν τους άφηναν να μονιάσουν μαζί μας. Το συμφέρον τους ήταν αντίθετο με το συμφέρον του λαού.

Έτσι ξέσπασε η σύγκρουση. Η λυκοφιλία δεν είχε κρατήσει ούτε δυο μήνες. Δεν ξέρω τι έγινε σ’ άλλα μέρη ούτε ποιος έκαμε την αρχή. Αλλά στη δική μας την περιοχή, χωρίς να το περιμένουμε καθόλου, άρχισε απ’ τους ζερβικούς ένας άγριος κατατρεγμός, ένα κυνήγημα λυσσαλέο των πολιτών.

Σταμάτησε μονάχα με την έξοδο των Γερμανών [εννοεί για εκκαθαριστικές επιχειρήσεις]. Βρήκαν ευκαιρία και κάψαν [εννοεί οι Εδεσίτες] τα ορεινά χωριά μας […]. Οι δικοί μας έλειπαν, κυνηγημένοι όσοι δεν πιαστήκαν, και οι άλλοι [οι Εδεσίτες] καταγίνονταν με τον ξυλοδαρμό των αόπλων.

Έπειτα απ’ το κάψιμο των χωριών και την προσωρινή διάλυση του αντάρτικου, οι ομάδες πήραν να ζωντανεύουν ξανά, κι από δω κι από κει. Σύνορο των δυο παρατάξεων είχε γίνει ο Άραχθος, το ποτάμι της Άρτας. Οι  Εδεσίτες είχαν πιάσει τα ριζά του Ξεροβουνιού κι οι δικοί μας αντίκρυ τα Τζουμέρκα. Φρουρές φύλαγαν μέρα νύχτα την ακροποταμιά. Κάθε επικοινωνία είχε αποκοπεί ανάμεσα στους πέρα και στους δώθε. Απ’ τις ετοιμασίες που γινόνταν μάντευες άλλα χειρότερα.

Εγώ σ’ εκείνη τη δεινή περίσταση βρέθηκα απομονωμένος. […] οι Εδεσίτες έβαναν από τότε τις βάσεις για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Οι νταήδες του Παππού, αρειμάνιοι μπρος στην αδυναμία, μη μπορώντας να τα βάλουν με τους οπλισμένους, ξεθύμαιναν απάνω στους αμάχους. Κι άρχισαν προληπτικές συλλήψεις. […] ήμουν ο πρώτος που σκέφτηκαν να πιάσουν από τα χωριά μας. με προόριζαν για  αναγκαστική συνεργασία, ή, στην άρνησή μου, για το στρατόπεδο που τ’ αγνοούσαμε ακόμα. Τέλος πάντων, νιώθοντας τι με καρτερεί, προτίμησα να κρυφτώ άμα στείλαν να με πιάσουν.

[…] κρύφτηκα μια βδομάδα σε σπηλιές, στη ρίζα του βουνού, χωρίς να με ξέρει κανένας, κι άλλη μια βδομάδα σε χράσπες, σκισμάδες γης από παλιό βούλιαγμα. […] επειδή δε βρισκόταν κανένας να με περάσει αντίκρυ[…] αποφάσισα να διαβώ το ποτάμι μοναχός μου. Απέναντι ήταν οι δικοί μας αντάρτες. Αν γλύτωνα θα σώζομουν για πάντα. Κι αν πνίγομουν, θα πέθαινα ελεύθερος. Το σπουδαιότερο ήταν να μην ξαναπέσω στα λυκόσκυλα του Ξεροβουνιού, τους αγροίκους διώχτες μου.

[…] η απόπειρα έγινε στις 30 Δεκέμβρη 1943. μπήκα στον Άραχθο, που μόλις άρχισε να ξεθολώνει και βγήκα από πέρα, με πάλεμα, με αγώνα, έχοντας νικήσει το βουβό στοιχιό. Αλλά μη μπορώντας να κρατήσει εμένα, μου άρπαξε τα ρούχα. Κι έτσι βρέθηκα γυμνός, με την ψυχή στο στόμα. Εκείνη την ώρα έπεφτε χιόνι, τουλούπες, τουλούπες.

Πήρα τον ανήφορο, μες στον έρημο λόγγο, πατώντας αγκάθια, ματώνοντας τα δάχτυλα σε κοφτερίδες, έτοιμος να παραδώσω μες στην παγωνιά, και μόνο ύστερα από μια ώρα βρέθηκα κοντά σε ανθρώπους, γινωμένος αγνώριστος, παράλλαμα του εαυτού μου. Όταν με τύλιξαν με μια βελέντζα και μου δώσαν ρακί και συνήλθα και τους είπα ποιος είμαι και πως έφτασα ως εκεί, φρόντισαν να μου βρουν τίποτε ρούχα. Ήμουν είπαμε σ’ αδαμιαία περιβολή. Μα κι όταν με ντύσαν, έμοιαζα με διακονιάρη.

Σ’ αυτήν την κατάσταση έμαθα πως ο Άρης βρίσκονταν εκεί κοντά. Είχε καιρό που τριγυρνούσε ανατολικά του Αράχθου, αλλά εμείς από πέρα δεν ξέραμε τίποτε. Η είδηση με ξαναζωντάνεψε, μούδωσε νέες δυνάμεις. Τώρα που ήταν ο Άρης εδώ, θα καλοπερνούσε ο Ναπολέων-Λιονταρής!

Βρήκα ένα κομμάτι χαρτί και του έγραψα βιαστικά λίγα λόγια. Του έλεγα την κατάντια μου και, αν μπορεί, να με βοηθήσει. Σύνδεσμοι πηγαινόρχονταν αδιάκοπα, η υπηρεσία είχε οργανωθεί πια και το σημείωμα δεν άργησε να φτάσει.

[…] την πρώτη μέρα του καινούργιου χρόνου έμαθα πως με ζητούν. Μου το είπαν οι χωριάτες με ταραχή, με συγκίνηση. «Σε χαλεύει ένας Μαυροσκούφης κι έχει ένα δεύτερο άλογο, λέει.  Τον στέλνει ο ίδιος ο Άρης. Έφερε και σκουτιά για ν’ αλλάξεις».

[…] μόλις είδα το άλογο εκείνο το μεγάλο, άμαθος εγώ από τέτοια (αφού στον τόπο μας δεν έχουμε ζώα της καβάλας), το κοίταξα με δισταγμό, δειλιασμένος.
-Φοβάμαι, του λέω.
Ο Μαυροσκούφης γέλασε με την καρδιά του.
-Εσύ πέρασες κοτζάμ ποτάμι, και τ’ άλογο θα φοβηθείς!
[…] αποχαιρετίσαμε τους χωριάτες και τραβήξαμε οι δυο μας στο λόγγο. […] είχαμε κινήσει αργά και νυχτώσαμε παραπέρα σ’ ένα χωριό. Πρότεινα στο συνοδό μου να σταθούμε.
-Αδύνατο, μου λέει. Ο αρχηγός διάταξε να σε πάω αμέσως, μέρα ή νύχτα. Γι’ αυτό μούδωσε και δεύτερο άλογο. Νομίζεις πως θα τόκανε αυτό σε κάναν άλλον; Έχει δουλιές, πολλές φροντίδες τώρα. Κάθεται ως τα μεσάνυχτα στο Κλιμάκιο. Βλέπεις τι φωτιές μας άναψε ο Ζέρβας. Αλλά έπρεπε να τον ιδείς μόλις έλαβε το γράμμα το δικό σου. Μας κάλεσε  όλους και μας είπε: «Κοιτάτε τι έπαθε ο φίλος μας ο Γιώργης, εκείνος με τα ποιήματα, θα τον θυμάστε από πέρσι. Ακούστε τι μου γράφει». Και μας διάβασε το γράμμα σου, όπου είχες χαιρετίσματα και για μας. γελάσαμε εκεί που έγραφες για το ποτάμι, για τα πλατάνια. Πως το λες;
Ήταν το δημοτικό δίστιχο:
«Νάστε μάρτυρες πλατάνοι,
Πως με πήρε το ποτάμι…».
-Α, ναι, αυτό έγραφες, γέλασε πάλι ο Μαυροσκούφης. Κι ο αρχηγός που λες, έπιασε ύστερα το Τζαβέλα και του λέει: «Γι’ αυτόν τον άνθρωπο θέλω να βρεις οπωσδήποτε ρούχα.-Μα που να τα βρω αρχηγέ! Δεν υπάρχουν.-Δεν ξέρω τι θα κάμεις. Πρέπει να τον ντύσουμε». Κι έψαξε, που λες, ο Γιάννης και σου βρήκε με χίλια βάσανα αυτά που φοράς.
Ήταν κάτι παλιά ντρίλινα με παπούτσια που έβαναν νερό. Μ’ αυτά πέρασα όλον τον χειμώνα, χωρίς μαντύα ή πανωφόρι στις πλάτες.

[…] ζούσα μέσα σε όνειρο. Η σωτηρία μου μαζί με την ελευθερία ήταν διπλή χαρά για μένα. Και ποτέ δεν θα ξεχάσω τη στιγμή που ξεπεζέψαμε στη Χόσεψη, την έδρα του κλιμακίου, μπροστά στην εκκλησιά. Ήταν Κυριακή μου φαίνεται, και μόλις είχε σκολάσει η λειτουργία.
-Ε, καλό στον! Μου φώναζαν από δω ο Τζουμερκιώτης, από εκι ο Καταχνιάς, καπεταναίοι νομαρχιακοί, όλοι φίλοι, συνεργάτες στον αγώνα. Και γελούσαν πιο πολύ βλέποντάς με πως έδειχνα με τα γενάκια.

Μα ο Μαυροσκούφης δεν ξεχνούσε το ρόλο του:
-Έλα, μου φώναζε, ο αρχηγός περιμένει…
Βιαζόταν να με παραδώσει. Κι είχαμε αργήσει κάμποσο.
Πόσο θα ήθελε κανείς να βαστούσαν αιώνια τέτοιες στιγμές. Είναι σα στεφάνωμα σε κορυφαία γεγονότα που δεν τα ξαναζείς, ούτε και τα ματαφτάνεις».

Λίγους μήνες μετά, ο Γ. Κοτζιούλας αισθανόμενος την ανάγκη να εκφράσει την αγάπη και το θαυμασμό που νιώθει για τον Άρη, γράφει το ποίημα:

ΣΤΟΝ ΑΡΗ

Θυμάσαι πως με δέχτηκες γυμνόν απ’ το ποτάμι
φόντας παράγγειλες γοργού συντρόφου σου να δράμει
με δεύτερο άτι σελωτό κοντά σου να με φέρει
την ίδιαν ώρα πόλαβες το βιαστικό χαμπέρι!

Στις χράσπες μ’ έσυρε της γης κυνηγημένο η σφίξη,
γιατί απ’ τους λύκους των βουνών είχα πολλά τραβήξει,
και για να μη με βγάλουνε λουρίδες άγριοι βλάχοι
ρίχτηκα απόκοτος κι εγώ σ’ άλλου στοιχειού τη ράχη.

Πέφτανε σπίθες, χιόνιζε κι ήταν, θυμάμαι, γιόμα
σα βγήκα μές απ’ το νερό με την ψυχή στο στόμα
πως με τραβούσε η σούδα του, πως γλίστραε το χαλίκι
με τι λαχτάρα κέρδισα του λυτρωμού τη νίκη!

Μα όταν σε λίγο μου άπλωσες τα χέρια τα’ ατσαλένια
και μ’ άγγιζαν στο μάγουλο, πολέμαρχε, τα γένια
πούχαν φουντώσει, φλογιστεί μες στ’ άναμμα του αγώνα,
ξέχασα ευθύς τα πάθια μου και το βαρύ χειμώνα.

Το βλέμα σου τα’ αδείλιαστο φέγγει όλο καλωσύνη
κι ο λόγος σου έμπνευση, φτερά του μουδιασμένου δίνει.
Οι οχτροί σε τρέμουν, αλλά εμείς στα μάτια σε κοιτάμε
κι εγώ που πάντα ξέφευγα μένω δικός σου, να ‘μια.

Ήρθα  αποπίσω σου, έτοιμος μ’ εσέ και να πεθάνω,
πιστός ακόλουθος κοντά στον πρώτο καπετάνιο,
τότε που πλάι σου η χώρα μας αναριγούσε ακέρια
στα χιόνια τα Θεσσαλικά και στ’ άλλα λασπονέρια.

Τις μέρες πούχαμε άξαφνα περ’ απ’ τον Άσπρο φύγει,
φάγαμε ανάλατο ψωμί κι εκείνο με το ζύγι,
μα ήταν ο πόνος πιο μικρός όταν εκεί στο τσόλι
βλέπαμε αυτούς που ξάπλωσε των πλερωτών το βόλι.

Μα όταν αντάριασε ο θυμός όλων μας πια τα φρένα,
κίνησες σαν τα σύγνεφα τα’ αστραποφορτωμένα
κι όπως κυλά η κατεβασιά τα πήρες όλα σβάρα,
των φίλων αναγάλιασμα, του αντίμαχου τρομάρα.

Με το φιλί σου φλογερή στο πρόσωπο σφραγίδα
μέρα και νύχτα δίπλα σου και σ’ άκουσα και σ’ είδα,
στο χωρατό και στην οργή, στα γέλια στα μπουρίνια,
καθώς αλλάζουν οι καιροί κατά τα μερομήνια.

Κι ούτε ξεχνώ (αν μου δόθηκε του ποιητή η χάρη)
πως με πρωτόφερες εσύ κοντά σου καβαλάρη,
ο ίδιος που αράδα κόβοντας κεφάλια ντροπιασμένα
ξέρεις ωστόσο να τιμάς επάξια τον καθένα.

20-21 Σεπτέμβρη 1944.


-Το απόσπασμα της αφήγησης βρίσκεται στο βιβλίο του Γ. Κοτζιούλα, «Όταν ήμουν με τον Άρη – Αναμνήσεις», εκδόσεις «Θεμέλιο», β’ έκδοση 1983, και σε μορφή pdf ΕΔΩ.
-Το ποίημα το βρήκα στο βιβλίο του Γρηγόρη Φαράκου, «Άρης Βελουχιώτης,  το χαμένο αρχείο – άγνωστα κείμενα», εκδόσεις «Ελληνικά Γράμματα», β’ έκδοση 1997.

Οικοδόμος

Δευτέρα, 26 Αυγούστου 2013

Ο αντάρτης ποιητής ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΒΟΥΝΗΣ

Ο Νίκος Καρβούνης (αριστερά) στο βουνό,
μαζί με τον λογοτέχνη Δημήτρη Χατζή

Γεννήθηκε στην Ιθάκη. Και η «Ιθάκη του» ήταν το τραγούδι της ΕΑΜικής Εθνικής Αντίστασης, το «Βροντάει ο Ολυμπος». Ενας αντιστασιακός θούριος που γράφτηκε στα τέλη του 1942 και μελοποιήθηκε από τον αντάρτη μουσικό Αστραπόγιαννο (Ακη Σμυρναίο). Ο Νίκος Καρβούνης θήτεψε σαν δημοσιογράφος σε αρκετές εφημερίδες. Μετέφρασε στην Ελλάδα, για πρώτη φορά, τα έργα των ποιητών Γουόλτ Γουίτμαν, Σέλεϊ, Πόε, Μαγιακόφσκι. Μαζί με τον «οδηγητή του λαού», τον ποιητή Κώστα Βάρναλη εκδίδουν το φιλολογικό περιοδικό «Ηγησώ». Το 1912, ενταγμένος στο τάγμα των Επτανησίων Γαριβαλδινών, συμμετέχει στους βαλκανικούς πολέμους σαν πολεμικός ανταποκριτής. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή (ήταν εθελοντής/ ανταποκριτής) ασπάζεται το μαρξισμό και τη διαλεκτική του. Το 1932 ήταν στέλεχος της «Κοινωνικής Αλληλεγγύης» (Διεθνής Εργατική Βοήθεια).

Μέσα από τις στήλες του «Ριζοσπάστη» και στο περιοδικό «Νέοι Πρωτοπόροι», στάθηκε δίπλα στους «ταπεινούς και καταφρονεμένους», στους «κολασμένους». Ο αντιφασίστας διανοούμενος, αρθρογραφώντας αποκαλύπτει τον εμπρησμό του γερμανικού Ράιχσταγκ και τα φονικά πογκρόμ των ταγμάτων εφόδου εναντίον των Γερμανών κομμουνιστών. Το δικτατορικό καθεστώς της 4ης Αυγούστου 1936, τον φυλακίζει/ εξορίζει στη Γαύδο, για τις κομμουνιστικές/ αντιφασιστικές του απόψεις (έγραφε στο «Ριζοσπάστη» με το ψευδώνυμο Κ. Μαυροθαλασσίτης). Μετά την κατάληψη της Ελλάδας από τους Ιταλο-γερμανούς φασίστες, φυλακίζεται στο στρατόπεδο της Λάρισας και, αμέσως μετά την αποφυλάκισή του, εντάσσεται στο ηρωικό ΕΑΜ και ανεβαίνει στο βουνό. Αναλαμβάνει το Γραφείο Τύπου στην ΠΕΕΑ και το πρώτο ελεύθερο πρακτορείο ειδήσεων στα ελεύθερα βουνά της Ελλάδας. Η προσφορά του στην Εθνική Αντίσταση μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ είναι σημαντική. Οι λαϊκές του αποστολές, για λογαριασμό του ΕΑΜ σε Αγγλία, Αμερική, Γαλλία και Σοβιετική Ενωση, όπως αναφέρει ο Κώστας Καραγιώργης στο «Ριζοσπάστη», ήταν σημαντικότατες. Ο πνευματώδης λογοτέχνης με κομμουνιστικό θάρρος, αφοσιώθηκε μέχρι το τέλος της ζωής του για τα ιδανικά της λαϊκής δημοκρατίας, με κέντρο τον Ανθρωπο!

Τα γραφτά του παραμένουν και σήμερα επίκαιρα. Εγραφε: «Η επιστήμη εξεπορνεύθη και αυτή εις εφόδιο επιτυχίας διά την βιοπάλην, εις επάγγελμα βιοποριστικόν, εις είδος εκμεταλλεύσιμον προς χρηματισμό και εξασφάλισιν υλικής ευμαρείας...». «Το λέγουν οι ταρτούφοι της κρατούσης σημερινής κοινωνίας - είναι υποχρεωμένος να πετάξει στο πέλαγος της βιοπάλης ό,τι αγνόν και ευγενικό του απομένει ακόμη: την αγνότητα, την ανθρωπίνη ωραιότητα... Οι νόμοι της ζωής έχουν τη νέμεσή τους: εκείνοι που καταστρέφουν, που θα τον καταρρίψουν τον κόσμον που εσάπισε, που υπερωρίμασε για να δημιουργήσουν έναν κόσμον... Είναι οι ίδιοι οι Νέοι...» (4 Απριλίου 1932 απ' την εφημερίδα «Πρωΐα»). Με τις ιδέες του πατριωτισμού, του κομμουνισμού κινήθηκε ο Νίκος Καρβούνης δίπλα στο βασανισμένο λαό: «Σπάμε την άτιμη την αλυσίδα/ που μας εβάραινε θανατερά./ Θέλουμε λεύτερη εμείς Πατρίδα/ και Πανανθρώπινη τη λευτεριά». Το θρυλικό τραγούδι του «Στ' άρματα - στ' άρματα» αντηχεί... κάθε στιγμή. Θα συντροφεύει πάντα την εργατική τάξη.


Παναγιώτης ΚΑΡΑΒΑΣΙΛΗΣ
Ριζοσπάστης, Σάββατο 4 Φλεβάρη 2006

Πέμπτη, 22 Αυγούστου 2013

Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ ΜΟΥ Ο ΓΛΗΝΟΣ, του Κώστα Βάρναλη

Ο Δημήτρης Γληνός με τον Κώστα Βάρναλη και
τον Νίκο Καστρινό (συντάκτη του Ριζοσπάστη).

Σαν σήμερα, στις 22 Αυγούστου του 1882, γεννιέται στη Σμύρνη ο κομμουνιστής δάσκαλος Δημήτρης Γληνός. Με αφορμή αυτή την επέτειο μεταφέρουμε στο διαδίκτυο ένα κείμενο του Κώστα Βάρναλη, που δημοσιεύτηκε το 1946.
Ο ποιητής αναφέρεται στη γνωριμία του με το Γληνό, περιγράφει το δυνάμωμα της σχέσης τους στο πέρασμα του χρόνου, και δίνει  στους νεότερους, που είτε άκουσαν για το Γληνό, είτε διάβασαν κάτι από το έργο του χωρίς να γνωρίζουν γι’ αυτόν, τη δυνατότητα για μια γερή πρώτη γνωριμία με τον σπουδαίο παιδαγωγό και διανοητή, μέσα από ένα λιτό πορτραίτο, γραμμένο με σεβασμό και αγάπη, γεμάτο ουσία. (Οικοδόμος)

Ο ΓΛΗΝΟΣ ΔΑΣΚΑΛΟΣ

     Ο Γληνός, ο δάσκαλος, όπως τόνε λέγανε στην εξορία και στις φυλακές οι αγωνιστές του λαού και σύντροφοι του φασιστικού διωγμού, ήτανε και δάσκαλός μου. Εδώ και τριάντα χρόνια, στα 1915, στο διδασκαλείο της μέσης εκπαίδευσης, πλατεία Κουμουντούρου. Ο Γληνός ήτανε τότες διευθυντής αυτού του διδασκαλείου με το προσαρτημένο σ’ αυτό πρότυπο γυμνάσιο. Διευθυντής  από το 1912.
     Νεότατον ακόμα, μόλις τριαντάρη, τον είχε διορίσει σ’ αυτήνε την πολύ σημαντική και υπεύτυνη θέση ο τότε υπουργός της παιδείας Ι. Τσιριμώκος. Ήτανε η εποχή της αστικής ανόδου και φορέας αυτής της ανόδου το κόμμα των φιλελευθέρων, που ο Τσιριμώκος αποτελούσε ένα από τα γερότερά του στελέχη. Με την ομολογημένη του εξυπνάδα ο Τσιριμώκος είχε αντιληφτεί με τις πρώτες κουβέντες τη σοβαρότητα της μόρφωσης, το προοδευτικό μυαλό, τη διοικητική και οργανωτική ικανότητα του νεαρού παιδαγωγού, που μόλις είχε γυρίσει από τη Γερμανία.
     Και πρώτα του ανάθεσε να συντάξει τα περίφημα τότε «εκπαιδευτικά  νομοσχέδια Τσιριμώκου», που σταθήκανε η βάση της μοναδικής ως τότε προοδευτικής πολιτικής στην παιδεία, που ονομάστηκε «εκπαιδευτική μεταρρύθμιση». Ύστερα τον διόρισε διευθυντή του Αρσακείου και σε λίγο διευθυντή του διδασκαλείου της μέσης.
     Απ’ όλα τούτα τα πόστα ο Γληνός μπορούσε να επιδράσει για την αναγέννηση της καθυστερημένης μας σχολαστικής παιδείας και για το συγχρονισμό της κι από την άποψη της γλώσσας κι από την άποψη του σκοπού· να επιδράσει και στο μελλοντικό δασκάλικο προσωπικό της δημοτικής εκπαίδευσης (στο Αρσάκειο) και στους ήδη διορισμένους λειτουργούς της μέσης με τη μετεκπαίδευσή τους στο διδασκαλείο. Αργότερα, στα 1924 συνέχισε την ίδια δουλειά στην παιδαγωγική ακαδημία.
     Ο Γληνός στάθηκε ένας από τους ανώτερους αξιωματούχους της παιδείας. Αλλά δεν έπαιρνε θέσεις γραφείου, θέσεις διοικητικές, παρά θέσεις δημιουργικές. Έμπαινε στην πρώτη γραμμή της μάχης· δεν έμενε πίσω με το επιτελείο. Και μονάχα έτσι μπόρεσε να φκιάσει ένα έργο, πού δεν το πήρε ο άνεμος και να σπείρει ιδέες, που τις δικαιώνει σήμερα η εξέλιξη.
     Στα 1915 ο Γληνός ήτανε πάνου κάτου τριαντατριώ χρονώ. Στην πλήρη του πνευματική ωριμότητα και στην πιο αποδοτική του δράση. Έλαμπε από νιάτα, υγεία, πεποίθηση και αισιοδοξία. Ωστόσο πάντα αυτοκυριαρχημένος, ισόρροπος, μελετημένος, που τίποτα δε μπορούσε να τον αιφνιδιάσει, γιατί όλη του τη δουλειά την κατείχε και στις γενικές της γραμμές και στις λεπτομέρειες σαν ένας φωτισμένος αρχηγός, που τα ξαίρει όλα και τα προβλέπει όλα―και προ παντός που πιστεύει στο δίκιο της αποστολής του. Από τότες, χωρίς να το μαντεύει ακόμα, ήταν ο οδηγητής· ο δημιουργός ενός καλύτερου πνευματικού μέλλοντος για την προκοπή του έθνους και μιας δικαιότερης ζωής για το λαό.
     Ζητούσε η μόρφωση του έθνους να μην είνε, όπως ήταν ως τότες αριστοκρατική, παρά να γίνει δημοκρατική με όργανο διδασκαλίας τη γλώσσα του λαού, με σκοπόν όχι να στερεώνει τα προνόμια της αστικοτσιφλικάδικης όλιγαρχίας του τόπου και να βαστάει το λαό στο σκοτάδι, παρά να τον φωτίσει και να του ανεβάσει το εκπολιτιστικό του επίπεδο.

     Αλλά πώς ο Γληνός έγινε δάσκαλός μου; Στο πανεπιστήμιο είμαστε σχεδόν σύγχρονοι. Τριτοετής της φιλολογίας εκείνος, πρωτοετής εγώ. Τον πρόσεξα τότες, όταν στα 1904 η βιβλιοθήκη Μαρασλή είχε εκδόσει «Το πρόβλημα της γραφομένης νέας ελληνικής» του Κρουμπάχερ με μετάφραση κι ανασκευή του έργου από το Γ. Χατζηδάκη. Ο Γληνός δεν έκρυβε τον ενθουσιασμό του στα προπύλαια του πανεπιστημίου για την σοφήν υπεράσπιση της δημοτικής από το βαυαρό βυζαντινολόγο και για τη σοφιστική και καθαρά εριστική απάντηση του αντιδραστικού καθηγητή μας της γλωσσολογίας.
     Κι όμως, αν και συνομήλικοι σχεδόν, τάφερε η μοίρα να γίνει αυτός δάσκαλός μου και εγώ μαθητής του.
     Στο διδασκαλείο του Γληνού γινότανε, όπως είπα, η μετεκπαίδευση των λειτουργών της μέσης (ελληνοδιδασκάλων, σχολαρχών, καθηγητάδων και γυμνασιαρχών όλων των ειδικοτήτων: φιλολόγων, θεολόγων, φυσικομαθηματικών). Και στο προσαρτημένο πρότυπο γυμνάσιο οι μετεκπαιδευόμενοι παρακολουθούσανε τις διδασκαλίες των καθηγητών του γυμνασίου και στο τέλος της χρονιάς κάνανε και οι ίδιοι πρακτικές ασκήσεις εφαρμογής της παιδαγωγικής τους μάθησης.
     Τότες ήμουνα σχολάρχης στα Μέγαρα κ’ είχα κληθεί κ’ εγώ με καμμιά πενηνταριά άλλους για μετεκπαίδευση. Κ’' έτσι εγώ, ο πρώην συμφοιτητής και φίλος και συνάδελφος του Γληνού, αλλά και συναγωνιστής στον αγώνα για την επιβολή της δημοτικής, γινόμουνα «πνευματικόν του τέκνον», για να γίνω αργότερα, στα 1924, συνεργάτης του στην παιδαγωγική ακαδημία, ως καθηγητής της νεοελληνικής λογοτεχνίας.
     Αξέχαστα χρόνια! Η πλειονότητα των μετεκπαιδευομένων είμαστε νέοι, ζωηροί, γεμάτοι πίστη στο δημοτικισμό, στην ελευθερία του πνεύματος, στην πρόοδο του έθνους. Αυτόν τον αέρα της δημιουργικής πίστης και της γόνιμης δράσης μας τον εμφυσούσε ο Γληνός. Μόνη η αυτοκυριαρχημένη παρουσία του, η γαλήνη του, ασκούσανε μιαν ακαταμάχητη γοητεία σ’ όλους, και στους φίλους και στους αντίθετους, γιατί ανάμεσά μας υπήρχανε κάμποσοι φανατικοί καθαρευουσιάνοι παλιού τύπου κι αμετακίνητοι οπαδοί του στείρου εκπαιδευτικού ιδανικού των λογιοτάτων. Όμως κανένας δεν αμφισβητούσε την επιβλητική προσωπικότητα του Γληνού, τη ζωντανή παιδαγωγική του κατάρτιση, καθώς και την ακεραιότητα του ήθους του και την ειλικρίνεια της πίστης του. Γιατί κανένας δε μπορούσε να μην αντιληφτεί, πως ο Γληνός είχε τάξη στο μυαλό του, ιδέες θετικές, μέθοδο ατράνταχτη (διαλεχτική) για την ερμηνεία των φαινομένων, την ικανότητα να πραγματοποιεί ό,τι πίστευε και προ παντός το μεγάλο δώρο του λόγου. Γιατί ο Γληνός δεν ήτανε μονάχα υπέροχος δάσκαλος και δημιουργός· ήτανε και άφταστος ομιλητής. Είχε το σπάνιο προτέρημα όχι να ρητορεύει κατά το συνηθισμένο τρόπο των πολιτικάντηδων δημοκόπων ή των αερολόγων καθηγητών για την «παραχρήμα ηδονήν» των χαζών. Ο Γληνός είχε καθαρές ιδέες κ’ ήξαιρε να τις αναπτύσσει παστρικά και με τέχνη. Ο λόγος του γοήτευε με την αντικειμενικότητα των αληθειών του, με τη μαστοριά του ύφους του και με τη θέρμη τής πίστης του. Είχε το χάρισμα εκείνο του Περικλή, όπως τόσο επιγραμματικά το προσδιόρισε ο μεγάλος Θουκυδίδης: «γνώναι τα βέλτιστα και ερμηνεύσαι αυτά», δηλαδή το χάρισμα να καταλαβαίνει το σωστό και το συμφέρο και να μπορεί να το εκφράζει με το λόγο: να πείθει και να οδηγεί στην πράξη.

     Τέτιος παιδαγωγός, σαν το Γληνό, με την άρτια θεωρητική του κατάρτιση, με τη μοναδική του διδακτική ικανότητα, με το εξαίσιο τάλαντο του λόγου και με τη σωστή κοινωνική του τοποθέτηση (αν και τότες, όχι ρητή και φανερή) ήτανε φυσικό, πως θα τρόμαζε τη «νεοεληνική πραγματικότητα», την πανίσχυρη ακόμα αντίδραση του καιρού εκείνου: το κοτζαμπασίδικο αρνητικό πνεύμα στην οικονομία, στην πολιτική, στην επιστήμη, στην παιδεία και στον τύπο, το στείρο και τυχοδιωκτικό μεγαλοϊδεατισμό των εκμεταλλευτών του λαού. Και ξεσηκώθηκε σε λίγα χρόνια (στα 1924) ενάντιά του. Σ’ έναν τόπο, που η μαυρίλα μονοπωλεί τις «αλήθειες» και φρουρεί την «ηθική» και υπερασπίζεται το «έθνος» και την «αγνή ελληνική οικογένεια» και τις «εθνικές παραδόσεις», ήτανε φυσικό η μαυρίλα να «βασιλεύει» και να κλείνει το φως στα μπουντρούμια. 

     Ο Γληνός (όσο θυμάμαι ύστερα από 20 χρόνια) μας δίδασκε παιδαγωγικά και ηθική. Και τις ώρες που είχαμε αυτά τα μαθήματα (που σ’ άλλα σχολαστικά και στείρα χέρια θα ήτανε τα πιο ανιαρά» τις θεωρούσαμε τις  πιο ευτυχισμένες της ημέρας. Ήτανε ώρες γοητείας. Και η γοητεία τούτη του δασκάλου χρωστιότανε όχι μονάχα στο χάρισμα του λόγου, στη σαφήνεια τού λόγου και στην ουσιαστικότητα τού λόγου—ενός λόγου αμείλιχτα αντιβερμπαλιστικού, αλλά γενικότερα στο αχτιδοβόλημα της προσωπικότητάς του. Μας άνοιγε τα μάτια, που μας είχανε στραβώσει οι γλαύκες του πανεπιστημίου και μας έκανε να βλέπουμε τον κόσμο και τα φαινόμενά του εξελιχτικά (επιστημονικά), επομένως μας αποκάλυπτε τον κόσμο για πρώτη φορά όπως είνε κι όχι όπως τον θέλουμε κι όπως πρέπει να είνε. 

     Για την εποχήν εκείνη, την εποχή της δημοσιοϋπαλληλικής του υπηρεσίας, ο Γληνός δεν ήτανε μονάχα ένας έξοχος δάσκαλος παρά κ’ ένας πρωτοπόρος. Το υλικό που μας δίδασκε, όσο και νάτανε καλά διαλεμένο και καλύτερα δουλεμένο, μπορούσε κανείς επί τέλους να το βρει όπως-όπως στα πιο καινούρια βιβλία. Μα η διαλεχτική του μέθοδο, ήταν ένα καινούριο πνευματικό όπλο για την κατανόηση και την κατάχτηση της ζωής. Σ’ αυτό ήτανε ουσιαστικά πρωτοπόρος. Υπήρξανε στον καιρό του κι άλλοι ριζοσπάστες νέοι επιστήμονες, που ακουστήκανε πολύ. Ο ριζοσπαστισμός τους όμως ήτανε τυπολογικός. «Επαναστάτες» τής γλώσσας. Στο βάθος αντιδραστικοί. Κι απόδειξη. Όταν λίγα χρόνια αργότερα, στα 1925, η εξέγερση της αντίδρασης ενάντια στην παιδαγωγική ακαδημία ξεχώρισε τους αληθινούς πρωτοπόρους από τούς ψεύτικους, ο Γληνός πέρασε στο στρατόπεδο του λαού (της κοινωνικής επανάστασης) κ’ έγινε ένας από τους πιο έγκυρους πνευματικούς του ηγέτες, ενώ οι ψευτοεπαναστάτες και ουτοπιστές της επιφάνειας περάσανε στην αντίδραση, άμεσα ή έμμεσα δεν χει σημασία.
     Αλλ’ αν στη διδασκαλία του ο Γληνός ήτανε σπουδαίος, στα φροντιστήριά του ήτανε σπουδαιότερος. Εκεί έδειχνε πόσο οι γνώσεις του δεν ήτανε βιβλιακές παρά ζωντανές κ’ εκεί έδειχνε την μεγάλη του ικανότητα του «γνώναι τα βέλτιστα και ερμηνεύσαι αυτά».
     Έδινε από την αρχή της χρονιάς διάφορα θέματα (παιδαγωγικά, φιλοσοφικά, αισθητικά, κοινωνιολογικά κλπ.) σε πολλούς μετεκπαιδευόμενους (για κάθε θέμα ένας εισηγητής και ένας συνεισηγητής) κι αυτά τα θέματα τα αναπτύσσανε οι αρμόδιοι σε ορισμένες από τα πριν ημέρες. Κατόπι γινότανε η συζήτηση. Ο Γληνός προέδρευε. Έδινε το λόγο και διεύθυνε τη συζήτηση. Και στο τέλος έπαιρνε αυτός το λόγο. Κ’ έβγαζε την «απόφαση». Έκανε πρώτα μια ανακεφαλαίωση των ειπωμένων. Κ’ ύστερα προσπαθούσε να βρει ποιες γνώμες ήταν επιστημονικά βάσιμες και ποιες όχι και τέλειωνε με την πιο σωστή τοποθέτηση τού ζητήματος, που κανένας δεν ένοιωθε, πώς αυτή δεν ήτανε σωστή, εξόν από τους φανατισμένους με την άποψή τους, αλλά ο φανατισμός μπορεί να είνε αντικείμενο της επιστήμης όχι όμως και μέθοδο της επιστήμης.

     Το Γληνό τον ξαναβρήκα δάσκαλο και στα 1935, στον Αη Στράτη. Εκεί μας είχε στείλει δεμένους να πάρουμε τον αέρα μας ο θρυλικός κεραυνός Κονδύλης, όσο να τελειώσει το θρυλικό του δημοψήφισμα για την επαναφορά του Γλύξμπουργκ (με τη δικαιολογία που έδωσε στη Βουλή, πως η Ελλάδα είνε χώρα καθυστερημένη κ’ επομένως δεν της κάνει το καλύτερο πολίτευμα της δημοκρατίας, παρά το χειρότερο της βασιλείας!..)
     Εκεί στην εξορία ο Γληνός ξανάγινε δάσκαλος όχι πια των δασκάλων παρά των αγωνιστών του λαού. Έκανε σειρά ενδιαφέρουσες ομιλίες για πολλά ζητήματα (για την υλική και την πνευματική απολύτρωση των λαών της Σοβιετικής Ένωσης, για το πως πρέπει να γράφουμε κλπ.). Αλλά το ρόλο του δασκάλου δεν τον περιόριζε μονάχα σ’ αυτές τις ομιλίες παρά έκανε και δουλειά διαφωτιστή. Ήτανε ο δάσκαλος μιανής από τις πολλές ομάδες των εξορίστων, αλλά δυστυχώς εγώ δεν ανήκα στην ομάδα του.
     Πάντως ο Γληνός, όσο ζούσε, στάθηκε ο συμβουλάτοράς μού-ο δάσκαλός μου-σ’ ό,τι βιβλίο έγραφα. Την «Απολογία του Σωκράτη» και τι «Φως που καίει» (δεύτερη έκδοση), αυτός πρώτος τα διάβασε δαχτυλογραφημένα κ’ είπε τη γνώμη του· τη γνώμη του και για την τεχνική τους αξία και για την καλή (ή κακή) γραμμή τους. 

Κ. ΒΑΡΝΑΛΗΣ

Από το βιβλίο «ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΔΗΜΗΤΡΗ Α. ΓΛΗΝΟΥ, μελέτες για το έργο του και ανέκδοτα κείμενά του», εκδόσεις ΝΕΑ ΒΙΒΛΙΑ, Αθήνα 1946.

Τετάρτη, 21 Αυγούστου 2013

Δώρα Μοάτσου – ΕΓΚΑΙΝΙΑ ΣΧΟΛΕΙΟΥ



Η Δώρα Μοάτσου με τον Κώστα Βάρναλη

Η Δώρα Μοάτσου γεννήθηκε και πέρασε τα παιδικά και μαθητικά της χρόνια στην Κωνσταντινούπολη. Καταγόταν από την Κρήτη. Αποφοίτησε από τη Ζάππειο Σχολή, σπούδασε γαλλική φιλολογία στα Πανεπιστήμια Αθηνών και Σορβόννης και εργάστηκε ως καθηγήτρια φιλόλογος στην Κρήτη και την Αθήνα. Κατά τη διάρκεια των σπουδών της στο Παρίσι γνωρίστηκε με τον Κώστα Βάρναλη, τον οποίο παντρεύτηκε το 1929 στην Αθήνα. Πέθανε στην Αθήνα από πνευμονικό οίδημα. Στα γράμματα πρωτοεμφανίστηκε από τις σελίδες του Νουμά και το 1927 κυκλοφόρησε η πρώτη ποιητική συλλογή της, που είχε τίτλο Στίχοι. Επίσης πεζογραφήματα, στίχους για παιδιά, μελέτες και το θεατρικό έργο Κάτω από το λιοντάρι της Βενετίας, που βραβεύτηκε στον Καλοκαιρίνειο διαγωνισμό του 1958. (Βιογραφικά στοιχεία: ΕΚΕΒΙ)


ΕΓΚΑΙΝΙΑ ΣΧΟΛΕΙΟΥ

Αναστατώθηκε όλη η γειτονιά.
Ήρθε χαράματα ο κυρ αστυνόμος
κ’ έφερε διάτα, κάθε μια γωνιά
ν’ ασβεστωθεί, χαμόσπιτα και δρόμος.

Θα γίνουνε τα εγκαίνια του σχολειού
που χτίστηκε «ομογενών δαπάναις».
Έληξε η βασιλεία του παλιού,
χαρήτε, στολιστήτε, φτωχομάνες!

Επίσημοι θα ‘ρθούν με μουσική,
πρέπει να ‘ν’ όλα  καθαρά κι’ ωραία.
Δε βλάφτει ν’ απομείνουν νηστικοί,
φτάνει να ‘ναι η εντύπωση σπουδαία.

Κι αρχίζει στο φτωχό συνοικισμό,
ανάμεσα σε τοίχους μουχλιασμένους,
φριχτή αγωνία για το γιορτασμό,
να μην τους πουν λερούς, κακοντυμένους.

Οι γριές τα κυριακάτικα φορούν
κ’ οι νιες βάζουν τσιτάκια, τσελβολάκια.
Στη σκέψη πως λιγάκι θα χαρούν
χαμογελούν παρθενικά χειλάκια.

Μα τι φιγούρα θε να κάνουν οι φτωχοί,
που η μπόχα κ’ η κακομοιριά τους πνίγει
κι ολημερίς τη δόλια περιοχή
σύγνεφο μαύρο η μύγα την τυλίγει;

Ντρέπονται! Μα ειν’ δικιά τους η ντροπή;
Οι επίσημοι δεν πρέπει να ντραπούνε,
καλοντυμένοι, μ’ όψη χαρωπή,
λόγια, λόγια πολλά σαν θα τους πούνε;

Μη θα σκεφτούνε τάχα μια στιγμή
τι κρύβουν τα φτωχόσπιτα εδώ πέρα,
τι βάσανα και τι αναστεναγμοί
πικραίνουνε τη ζήση κάθε μέρα;

Αυτοί, που δεν πονέσανε ποτές,
που ζούνε σε πλουσιόσπιτα, χορτάτοι,
θα νιώσουνε τις ώρες τις φριχτές
του άρρωστου και του άνεργου εργάτη;

Απ’ τη «σεμνήν» αυτήνε «τελετή»
στα σπίτια τους μετά, σαν θα γυρίσουν,
αδιάφοροι, ευτυχείς και γελαστοί,
την πλούσια τους ζωή θα συνεχίσουν.

ΔΩΡΑ ΜΟΑΤΣΟΥ – ΒΑΡΝΑΛΗ


(Συλλογή ΚΑΗΜΟΙ ΚΙ ΑΓΑΠΕΣ, 1958)

Από το βιβλίο της ΔΩΡΑΣ ΜΟΑΤΣΟΥ – ΒΑΡΝΑΛΗ «ΠΟΙΗΜΑΤΑ», Αθήνα 1962.