Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2013

ΚΩΣΤΑΣ ΟΥΡΑΝΗΣ - Δον Κιχώτης




Ατσάλινος και σοβαρός απάνω στ’ άλογό του
το αχαμνό, του Θερβαντές ο ήρωας περνάει,
και πίσω του, στο στωικό γαϊδούρι του καβάλα,
ο ιπποκόμος του ο χοντρός, αγάλια ακολουθάει.
Αιώνες που ξεκίνησε κι αιώνες που διαβαίνει
με σφραγισμένα επίσημα, ερμητικά τα χείλια,
και με τα μάτια εκστατικά, το χέρι στο κοντάρι,
πηγαίνοντας στα γαλανά της Χίμαιρας βασίλεια…
Στο πέρασμά του από τους πλατιούς του κόσμου δρόμους, όσοι
τον συντυχαίνουν, για τρελό τον παίρνουν, τον κοιτάνε,
τον δείχνει ο ένας τ’ αλλουνού - κι ειρωνικά γελάνε.
Ω ποιητή! παρόμοια στο διάβα σου οι κοινοί
οι άνθρωποι χασκαρίζουνε. Άσε τους να γελάνε:
οι Δον Κιχώτες παν μπροστά κι οι Σάντσοι ακολουθάνε!

ΚΩΣΤΑΣ ΟΥΡΑΝΗΣ

Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2013

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ - Γύριζε




«Γύριζε, μὴ σταθῇς ποτέ, ρίξε μας πέτρα μαύρη,
ὁ ψεύτης εἴδωλο εἶν᾿ ἐδῶ, τὸ προσκυνᾷ ἡ πλεμπάγια,
ἡ Ἀλήθεια τόπο νὰ σταθῇ μιὰ σπιθαμὴ δὲ θἄβρῃ.
Ἀλάργα. Μόρα τῆς ψυχῆς τῆς χώρας τὰ μουράγια.
Ἀπὸ θαμποὺς ντερβίσηδες καὶ στέρφους μανταρίνους
κι ἀπὸ τοὺς χαλκοπράσινους ἡ Πολιτεία πατιέται.
Χαρὰ στοὺς χασομέρηδες! Χαρὰ στοὺς ἀρλεκίνους!
Σκλάβος ξανάσκυψε ὁ ρωμιὸς καὶ δασκαλοκρατιέται.
Δὲν ἔχεις, Ὄλυμπε, θεούς, μηδὲ λεβέντες ἡ Ὄσσα,
ραγιάδες ἔχεις, μάννα γῆ, σκυφτοὺς γιὰ τὸ χαράτσι,
κούφιοι καὶ ὀκνοὶ καταφρονοῦν τὴ θεία τραχιά σου γλώσσα,
τῶν Εὐρωπαίων περιγελᾷ καὶ τῶν ἀρχαίων παλιάτσοι.
Καὶ δημοκόποι Κλέωνες καὶ λογοκόποι Ζωίλοι,
καὶ Μαμμωνᾶδες βάρβαροι, καὶ χαῦνοι λεβαντίνοι.
λύκοι, ὦ κοπάδια, οἱ πιστικοὶ καὶ ψωριασμένοι οἱ σκύλοι
κι οἱ χαροκόποι ἀδιάντροποι καὶ πόρνη ἡ Ρωμιοσύνη!»

(1908)

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ
(13 Γενάρη 1859 – 27 Φλεβάρη 1943)

Τρίτη, 26 Φεβρουαρίου 2013

Πολυδούρη ροκ




Από εκείνη την ατμόσφαιρα της ροκ μουσικής των περασμένων δεκαετιών, που  κομμάτι της ήταν οι αγαπημένοι ήχοι της ηλεκτρικής κιθάρας, του μπάσου και των ντραμς, έμειναν οι ήχοι - αγαπημένοι για πάντα. Η ατμόσφαιρα χάθηκε μαζί με τη νιότη  αυτών που την έζησαν, όμως δεν πρόκειται να σβήσει, σε πείσμα της σύγχρονης παρακμής και της μπόχας που  αναδύεται από την αποσύνθεση.

Όταν πρωτάκουσα αυτό το τραγούδι ένιωσα κάτι από την ατμόσφαιρα εκείνης της εποχής. Οι «ΠΛΗΝΘΕΤΕΣ» είναι μια μπάντα που δημιουργήθηκε στα Χανιά της Κρήτης το 1999. Ανάμεσα στα τραγούδια του πρώτου τους δίσκου  (που είχε για τίτλο το όνομά τους) βρίσκεται το μελοποιημένο ποίημα «Χαμένα» της Μαρίας Πολυδούρη.

Συνηθίζεται να λέμε πόσο σπουδαίο ρόλο έπαιξαν οι συνθέτες που με όχημα τα τραγούδια έφεραν τους ποιητές  κοντά στο λαό. Το όχι πολύ γνωστό συγκρότημα από την Κρήτη, με τη μουσική του πρόσθεσε μια ακόμα διάσταση στους όμορφους στίχους, δίνοντας αφορμή στις νεότερες ηλικίες να συναντηθούν με  την Πολυδούρη. 



 Χαμένα

Προσμένω, ειν’ η ψυχή μου ελπίδα,
στη νύχτα την τρισκοτεινὴ
τον ήλιο τέτοιον που πρωτοείδα
εκεί αντικρύ μου να φανή.

Προσμένω που σημαίνουν τώρα
στριγγὲς φωνὲς το χαλασμό,
προσμένω την γαλήνιαν ώρα,
το βραδυνὸ χαιρετισμό.

Στην ξερασιὰ τώρα το χιόνι
πώχει σα σάβανο απλωθή,
το μακρεμένο χελιδόνι
προσμένω πως θα ξαναρθή.

Όλα προσμένω τα χαμένα
κ’ η ελπίδα μάγισσα μια γρηὰ
μου λέει πως έρχονται ολοένα
οι σκιὲς που χάνονται μακριά.

ΜΑΡΙΑ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ

Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2013

Joaquin Lorenzo Luaces (1826-1867) - Ο Κουβανός ποιητής που ύμνησε το ελληνικό ΄21




Οι άνθρωποι που γεννιούνται στην Κούβα γύρω στα 1850 έχουν μπροστά τους ένα τεράστιο ιστορικό έργο. Να λύσουν προβλήματα της αποικιακής εξάρτησης που είχαν οξυνθεί. Οι άνθρωποι εκείνων των χρόνων θα υιοθετήσουν δύο δρόμους: Αλλοι θα επιλέξουν ως λύση την επανάσταση, ζητώντας την πλήρη ανεξαρτησία της χώρας τους από την Ισπανία. Αλλοι θα στραφούν προς τη λύση της αυτονομίας, ζητώντας μεταρρυθμίσεις και σταδιακή βελτίωση της ζωής του νησιού, όμως μέσα στα πλαίσια της σφαίρας της «μητρόπολης», της αποικιοκρατικής Ισπανίας.

Στον καλλιτεχνικό τομέα θα επιχειρηθεί μια ανανέωση των καλλιτεχνικών γούστων. Οι πνευματικοί άνθρωποι θα αντιδράσουν ενάντια στην παρακμή του ρεύματος του ρομαντισμού και θα επιχειρήσουν την ενδυνάμωση μιας ποίησης βασισμένης σε θέματα για τον ιθαγενή πληθυσμό (όπως ήταν η ποίηση Σιμπονέιστα) και θα πραγματευτούν πατριωτικά θέματα επείγουσας επικαιρότητας.

Αυτές οι τρεις κατευθύνσεις, το ξεπέρασμα του ρομαντισμού, το σιμπονέισμο, και η πατριωτική ποίηση θα οδηγήσουν σε μια ανανέωση ακόμη πιο ριζοσπαστική, την οποία προαναγγέλλει το ποιητικό έργο του Χουλιάν ντε Κασάλ και, κυρίως, το έργο, ποιητικό και πεζογραφικό, του μεγάλου ποιητή και επαναστάτη Χοσέ Μαρτί.

Μια νέα ποιητική γενιά, αποτελούμενη από τον Μεντίβε (δάσκαλο του Χ. Μαρτί) τον Χοακίν Λορένσο Λουάσες, τον Σενέα και την Λουίζα Πέρες, θα δώσει νέα ώθηση στην ποίηση της Κούβας, τόσο στη μορφή όσο και στο περιεχόμενο. Τα ίδια τα μέλη αυτής της ποιητικής γενιάς αυτοπροσδιορίζονται ως «η αντίδραση του καλού γούστου».

Ο Χοακίν Λορένσο Λουάσες είναι κορυφαία μορφή του νέου ποιητικού κινήματος, αλλά και θεατρικός συγγραφέας. Ο Λουάσες γεννήθηκε στην Αβάνα το 1826 και πέθανε το 1867. Σπούδασε Δίκαιο και Φιλοσοφία, αλλά διέκοψε τις σπουδές του για λόγους υγείας. Στράφηκε στη συστηματική μελέτη της Ιστορίας και λογοτεχνίας άλλων λαών, μεταξύ των οποίων και ο ελληνικός. Μετέφρασε μάλιστα ποιήματα του Γάλλου φιλέλληνα Ζαν - Πιερ Μπερανζέ (Βερανζέρου). Μεταξύ των θεατρικών έργων του ξεχωρίζει το εμπνευσμένο από την ελληνική αρχαιότητα δράμα του «Αριστόδημος». Ο Λουάσες έγραψε σονέτα, ανακρεόντεια ποιήματα (κατά το πρότυπο των ποιημάτων του αρχαίου Ελληνα λυρικού ποιητή Ανακρέοντα) και το εκτενές μυθολογικό ποίημα «Κούβα». Η πρώτη έκδοση ποιημάτων του έγινε το 1857.

Ο Χοακίν Λορένσο Λουάσες, μαζί με τον Χοσέ Φορνάρις δημιούργησαν την επιθεώρηση «Πιράγουα», όργανο της αναβίωσης της ιθαγενούς κουλτούρας της Κούβας. Επίσης, μαζί με τον Φορνάρις εξέδωσαν την ανθολογία «Ποιητική Κούβα».

Η ποίηση του Λουάσες διακρίνεται για το πατριωτικό της περιεχόμενο, την πλαστικότητα και αισθαντικότητα στην επεξεργασία του στίχου. Ο πατριωτισμός της ποίησής του εκφράζεται έμμεσα. Λ.χ. όταν υμνεί την απελευθερωτική επανάσταση των Ελλήνων, εκφράζει τον πόθο του κουβανέζικου λαού για τη λευτεριά του.

Μεταξύ των ποιημάτων του που δημοσιεύτηκαν το 1857 ήταν και το ποίημα «Η πτώση του Μεσολογγίου». Ενα ηρωικό, πατριωτικό, επαναστατικό ποίημα, ύμνος στη λευτεριά. Η περιγραφή της πτώσης του Μεσολογγίου αποτελεί ύμνο στους αγωνιζόμενους για τη λευτεριά τους Ελληνες. Αν και σκλαβωμένοι, οι Ελληνες ξαναπολεμούν για να κατακτήσουν την ελευθερία. Ο ποιητής, υμνώντας την επανάσταση των Ελλήνων κατά του οθωμανικού ζυγού, την παραλλήλισε με τις απελευθερωτικές μάχες των Ελλήνων στο Μαραθώνα, στις Πλαταιές, στη Σαλαμίνα.

Κυριακή, 24 Φεβρουαρίου 2013

Andre Spire – ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ! ΠΟΛΥ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ!




Andre Spire (1868-1966), γάλλος ποιητής. Βιογραφικά στοιχεία (στα αγγλικά) εδώ.

ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ! ΠΟΛΥ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ!

Ο πατέρας μου ήξερε λατινικά,
η μητέρα μου έπαιζε πιάνο
κ’ επήγαινε σ’ επισκέψεις.
Καταλαβαίνεις, μικρή μου,
καταλαβαίνεις;

Είχα ένα παιδαγωγό,
ένα άλογο,
ένα τουφέκι,
υπηρέτες και ιπποκόμο.
Καταλαβαίνεις;

Αλλ’ αγαπούσα πολύ τα βιβλία,
τις καρδιές και τα μάτια θλιμμένα.
Καταλαβαίνεις, μικρή μου,
καταλαβαίνεις;

Αγαπούσαμε πολύ τα δάκρυα,
την αγάπη, τους νικημένους,
τον ουρανό και τους διαβάτες...
Ας ανάψουμε τη φωτιά μας,
ας τινάξουμε τα βιβλία μας,
ας βουρτσίσουμε τα ρούχα μας,
ας γυαλίσουμε τα παπούτσια μας.

Ας γυαλίσουμε τα παπούτσια μας,
κι ας πλύνουμε τα πιάτα.
Καταλαβαίνεις, μικρούλα μου,
καταλαβαίνεις;

Andre Spire

(Μετάφραση Κ. Γ. ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ)


Κ. Γ. ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ – ΠΟΙΗΜΑΤΑ, Εκδόσεις ΣΥΛΛΟΓΗ, 1996

Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2013

Ο Βάρναλης στο καζάνι επί «αντικαταβολή»…




Μια κερδοφόρα επιχείρηση με την πολτοποίηση «αντεθνικών» βιβλίων, που πουλούσαν… με το κιλό σε εργοστάσια χάρτου, είχαν στήσει ασφαλίτες επί χούντας. Η επιχείρηση αυτή συνέχισε να δουλεύει για καιρό και μετά την πτώση του χουντικού καθεστώτως. Οι κατασχέσεις των βιβλίων (να σημειωθεί πως δεν είχε απαγορευτεί η κυκλοφορία τους)  γινόταν παράνομα, χωρίς εντολή εισαγγελέα και τα κέρδη έμπαιναν στην τσέπη των ασφαλιτών. Την αποκάλυψη έκανε ο Ριζοσπάστης στο φύλλο της 18/10/1974. Ανάμεσα στα βιβλία που πολτοποιούνταν παράνομα ήταν το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο», τα «Άπαντα του Λένιν» και το «Φως που καίει» του Κώστα Βάρναλη. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ ο εργοστασιάρχης δεν αρνήθηκε ότι μια βδομάδα πριν (10 και 11/10/1974) η αστυνομία του παρέδωσε «μικροποσότητες» βιβλίων για πολτοποίηση.

Ο συντάκτης του Ριζοσπάστη Μπάμπης Γεωργούλας γράφει:

«Εργοστάσιο Επεξεργασίας Χάρτου, Ι. Πανόπουλου. Απέναντι στην ελιά του Πλάτωνα. Ώρα περίπου 9 το πρωί. Ένα τζιπ μπαίνει στη σούδα, περνάει τη σιδερένια πόρτα και οι ασφαλίτες βγάζουν έξω από το χώρο που είναι το καζάνι τους εργάτες. Σε λίγο φεύγουν. Είναι δυο και οπλισμένοι. Ο οδηγός περιμένει απ’ έξω. Ύστερα πάνε στα γραφεία για την πληρωμή… Η ζύγιση της ποσότητας έχει ήδη γίνει πριν τα βιβλία ριχτούν στο καζάνι.

Μόλις φεύγουν, μπαίνουμε μαζί με τους εργάτες που δουλεύουν εκεί κοντά και βγάζουμε λίγα βιβλία μισολιωμένα.  Κάτω στο πάτωμα είναι πεταμένα δυο χοντρά εξώφυλλα από πλαστικό. Απ’ έξω γράφουν «Το φως που καίει» και τα αρχικά του ιδιοκτήτη του βιβλίου Χ.Μ. Το άλλο γράφει «Το κομμουνιστικό μανιφέστο Μάρξ  Ένγκελς». Τα πλαστικά εξώφυλλα σώθηκαν, τα χάρτινα εσώφυλλα  έλιωσαν. Το περιεχόμενο ζει και θα ζει πάντα.»

Στη συνέχεια παρατίθεται ο  διάλογος του δημοσιογράφου με τον εργοστασιάρχη:

Συντάκτης: Η πολτοποίηση γίνεται βάση κάποιας σύμβασης με το υπουργείο Δημ. Τάξεως;

Πανόπουλος: Όχι. Απλώς μας ειδοποιούν όταν θέλουν να πολτοποιήσουν μια ποσότητα.

Σ.: Για κάθε ποσότητα που σας παραδίνουν καταβάλλετε την κατά κιλό αξία της;

Π.: Φυσικά.

Σ.: Στον εκάστοτε επικεφαλής της αποστολής;

Π.: Ναι, αλλά έχουν καιρό να μας φέρουν. Κυρίως μας φέρνει το Αλλοδαπών…

Σ.: Μα μόλις προχτές και επί τρεις μέρες η αστυνομία σας έφερε βιβλία τα οποία πολτοποιήσατε αμεσως.

Π.: Ναι. Επρόκειτο για μικροποσότητες.

Σ.: Στον επικεφαλής τα πληρώσατε;

Π.: Ναι.

Σ.: Σας ευχαριστώ κ. Πανόπουλε.

Στη συνέχεια η εφημερίδα υπενθυμίζει πως λίγες μέρες πριν τη δημοσίευση του ρεπορτάζ είχε θέσει το θέμα υπ’ όψη της κυβέρνησης και περίμενε μια «υπεύθυνη απάντηση», και τονίζει πως η παράνομη δήμευση αυτών των βιβλίων,  «φέρνει την Ελλάδα πίσω στο Μεσαίωνα».

Και το ρεπορτάζ του Ριζοσπάστη κλείνει με μια καταγγελία του αναγνώστη Χρήστου Ράπτη, ο οποίος καταγγέλει ότι κατά τη σύλληψή του από την Γενική Ασφάλεια στις 16/2/1974 (δηλαδή επί χούντας) ο αστυνόμος Γεώργιος Γκάνος και ένας αστυφύλακας του κατάσχεσαν 24 τόμους βιβλίων χωρίς να του δώσουν απόδειξη.

Στις 20/8/1974 (δηλαδή αφού έπεσε η χούντα),  ο Χ. Ρ. πήγε στον αστυνόμο Γκάνο και του ζήτησε πίσω βιβλία του. Ο Γκάνος του απάντησε πως αυτά είχαν σταλεί στο Στρατοδικείο και πολτοποιήθηκαν. Του συνέστησε κιόλας να κάνει μια γραπτή αίτηση στην Υπηρεσία Πληροφοριών της Γεν. Ασφάλειας. Ο Χ. Ρ. έκανε την αίτηση στην Υπηρεσία, όμως ο αστυνόμος Παύλου δεν τη δέχτηκε και ο αστυνόμος Τσικριμπής του είπε: «Τώρα μιλάς, που δεν μπορούμε να σε κατεβάσουμε στο υπόγειο»…

Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2013

(Ξέρω πως ποτέ δε σημαδεύουνε στα πόδια. Στο μυαλό είναι ο στόχος) - ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΩΓΟΥ: Καμιά φορά




Κατερίνα Γώγου: Καμιά φορά

Καμιά φορά ανοίγει η πόρτα σίγα σιγά και μπαίνεις.
Φοράς άσπρο κάτασπρο κουστούμι και λινά παπούτσια.
Σκύβεις βάζεις στοργικά στη χούφτα μου
72 φράγκα και φεύγεις.
Έχω μείνει στη θέση που μ’ άφησες
για να με ξαναβρείς.
Όμως πρέπει να ΄χει περάσει πολύς καιρός
γιατί τα νύχια μου μακρύνανε
κι οι φίλοι μου με φοβούνται.

Κάθε μέρα μαγειρεύω πατάτες
έχω χάσει την φαντασία μου
κι όταν ακούω «Κατερίνα» τρομάζω.
Νομίζω πως πρέπει να καταδώσω κάποιον.

Έχω φυλάξει κάτι αποκόμματα με κάποιον
που λέγανε πως είσαι συ.
Ξέρω πως λένε ψέματα οι εφημερίδες,
γιατί γράψανε πως σου ρίξανε στα πόδια.
Ξέρω πως ποτέ δε σημαδεύουνε στα πόδια.
Στο μυαλό είναι ο στόχος,
το νου σου ε;

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΩΓΟΥ

Στο βίντεο ακούγεται η ποιήτρια:

Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 2013

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ - Η νοσταλγία γυρίζει


László Aba-Szőcs: Getting Naked

Η γυναίκα γδύθηκε και ξάπλωσε στο
κρεβάτι
ένα φιλί ανοιγόκλεινε πάνω στο πάτωμα
οι άγριες μορφές με τα μαχαίρια αρχίσαν
να ξεπροβάλλουν στο ταβάνι
στον τοίχο κρεμασμένο ένα πουλί πνίγηκε
κι έσβησε
ένα κερί έγειρε κι έπεσε απ’ το καντηλέρι
έξω ακουγόταν κλάματα και ποδοβολητά

Άνοιξαν τα παράθυρα μπήκε ένα χέρι
έπειτα μπήκε το φεγγάρι
αγκάλιασε τη γυναίκα και κοιμήθηκαν μαζί

Όλο το βράδυ ακουγόταν μια φωνή:

Ο ι  μ έ ρ ε ς  π ε ρ ν ο ύ ν
τ ο  χ ι ό ν ι  μ έ ν ε ι

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

(ΜΕ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ)

Κυριακή, 17 Φεβρουαρίου 2013

Ο Γιαννιώτης ποιητής Γιοσέφ Ελιγιά (1901-1931)



Ο Γιοσέφ Ελιγιά, προσωπικότητα των Γραμμάτων μας από τις πιο λαμπρές του μεσοπολέμου, ανήκει σε δύο ρεύματα που ενώνονται με το γενικό προοδευτικό κοινωνικό κίνημα της δεκαετίας 1920 - 1930: Το πολιτικό αντιεθνικιστικό εβραϊκό και το πνευματικό, ιδεολογικό. Και τα δύο αυτά ρεύματα ήταν το ίδιο δυναμικά. Ενας ανανεωτικός αέρας φυσούσε και ξεσήκωνε τις εβραϊκές συνοικίες των πόλεων της Θεσσαλίας και της Επτανήσου, των Ιωαννίνων και της Θεσσαλονίκης. Η εβραϊκή φτωχολογιά απαλλασσόταν από τις παμπάλαιες θρησκευτικές και ειδωλολατρικές προκαταλήψεις και προσχωρούσε με ενθουσιασμό στη στρατιά των επαναστατημένων προλετάριων της πόλης και της υπαίθρου.

Οι στόχοι του εργατικού κινήματος δεν ήταν μόνο πολιτικοί ούτε μόνο οικονομικοί. Το ανέβασμα του πνευματικού επιπέδου των μαζών ήταν από τα επίμονα αιτήματά του. Το κίνημα για την πνευματική αφύπνιση της επαρχίας δέχτηκε τη μεγαλύτερη βοήθεια από τις οργανώσεις σε όλη την Ελλάδα του ΚΚΕ και της Κομμουνιστικής Νεολαίας. Οι κομμουνιστικές εφημερίδες και τα περιοδικά διαβάζονταν από τους νέους με απληστία. Το ίδιο και τα βιβλία των κομμουνιστών και των προοδευτικών διανοουμένων.

Μέσα σ' ένα τέτοιο κλίμα, ανδρώθηκε ο Γιαννιώτης ποιητής και εβραιολόγος και μέσα σ' αυτό διαμορφώθηκε η προσωπικότητα και η σκέψη του. Αυτό φαίνεται από τη δράση του μέσα στο προοδευτικό κίνημα και από τα πρώτα του ποιήματα. Στο αθηναϊκό περιοδικό "Κριτική και Τέχνη" (1925) βρίσκουμε δημοσιευμένο το παρακάτω ποίημα με τον τίτλο "Το Τορά μας" (O Νόμος μας).

Μεσονυχτίς στην άκαρπη μελέτη βυθισμένοι,

με τη χλωμή σας τη θωριά που η φτώχεια όλο μαραίνει,

στ' αραχνιασμένα σας "Ταλμούντ" τα παλαιικά σκυφτοί

κι η σκλαβωμένη σας ψυχή με πάθος αναζητεί

να βρει τι γράφει το Τορά μας.

Μα, αν τυφλωμένη απ' την παλιά ξεθωριασμένη πίστη,

στου χρόνου το περπάτημα δεν το 'νιωσες; -εσβήστη

η αρχαία λυχνία. Καινούριο φως στη στράτα μας μπροστά:

Και το γοργοξετύλιγμα της ζωής πια δε ζητά

να βρει τι γράφει το Τορά μας.

Ω αδέρφι που σε μάγεψε το αρχαίο σου "μεγαλείο".

Της ζωής να ξεφυλλίσουμε το ζωντανό βιβλίο

έλα εκεί μέσα θε να βρεις πυρογραμμένο κάτι

- με του Δυνάστη το ραβδί, με τα δεσμά του Εργάτη -

φριχτό που δε γράφει το Τορά μας.

Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2013

ΑΡΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ - Το μαχαίρι




Έργο του Fernando Botero

Όπως αργεί τ’ ατσάλι να γίνει κοφτερό και χρήσιμο μαχαίρι
έτσι αργούν κ’ οι λέξεις ν' ακονιστούν σε λόγο.
Στο μεταξύ
όσο δουλεύεις στον τροχό
πρόσεχε μην παρασυρθείς
μην ξιπαστείς
απ’ τη λαμπρή αλληλουχία των σπινθήρων.
Σκοπός σου εσένα το μαχαίρι.

ΑΡΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ

«Ευθύτης οδών», Αθήνα, Homo Humanus  1959.

Το ποίημα έκανε τραγούδι ο Κώστας Γρηγοριάδης, που εκτός από καταξιωμένος  σκιτσογράφος, είναι μουσικός και τραγουδάει όμορφα. Αυτό το τραγούδι όσες περισσότερες φορές το ακούω, τόσο περισσότερο μου αρέσει.


Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2013

Επέτειος Κώστα Βάρναλη και η «Μικρογραφία»



Αν ψάξει κανείς για βιογραφικά στοιχεία του Κώστα Βάρναλη θα δει σαν επικρατέστερη χρονιά γέννησής του το 1884 και ημερομηνία (για κάποιους) 14 Φλεβάρη, ημέρα που σύμφωνα με τον ίδιο το Βάρναλη, βαφτίστηκε, ενώ για κάποιους άλλους το 1882. Ο ίδιος ο ποιητής γράφει σε αυτοβιογραφικό του σημείωμα που έγραψε το 1973, και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Αιολικά Γράμματα» (αρ. 25, 1975):

«Να αυτοβιογραφηθώ! Δεν υπάρχει πιο δυσάρεστο πράμα από το να προκαλείς ο ίδιος τα θλιβερά σου περασμένα, τωρινά (και μελλούμενα!) τη στιγμή που μάταια προσπαθώ να τα διώξω από την ψυχή μου και τη μνήμη μου. Κουράγιο λοιπόν! Πρέπει να γεννήθηκα στα 1883 γιατί βαφτίστηκα στις 14 του Φλεβάρη του 1884. Έχω την επίσημη βεβαίωση της εκκλησίας ‘Κοίμησης της Θεοτόκου’ στον Πύργο της Ανατολικής Ρωμυλίας».

Θεωρώντας λοιπόν σαν την πιο αξιόπιστη πηγή την πένα του ποιητή, μπορούμε να πούμε πως φέτος συμπληρώνονται 130 χρόνια από την γέννησή του. Με αφορμή την επέτειο παρουσιάζουμε ένα ποίημα του Βάρναλη με αυτοβιογραφικά στοιχεία, την «ΜΙΚΡΟΓΡΑΦΙΑ», από τη συλλογή «ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΚΟΣΜΟΣ».

ΜΙΚΡΟΓΡΑΦΙΑ

Ι

Καλωσύνη δε γνώρισα! Παιδάκι
δεν άπλωσε κανείς να με χαηδέψει,
να με πάρει αγκαλιά να με φιλήσει.
Το στερνοπαίδι εγώ και τ’ αποσπόρι,

με διώχναν όλοι κι όλοι με χτυπούσαν!
Δε μ’ έλεγε κανείς με τ’ όνομά μου.
«Αφτός» και «μπρε» και «σουτ εσύ! Δεν είσαι
παιδί μας! Σ’ αγοράσαμε από μάβρην

κατσιβέλα μισό τσουβάλι πίτουρα!»
Το πίστεβα και ζάρωνα στην κώχη.
Μάζεμα εγώ και ξένος, δεν κοτούσα
να παίζω, να γυρεύω –ούτε να κλάψω.

Μα όταν φανερώθηκε το ψέμα,
πάλι απόμεινα μάζεμα και ξένος!
Πότε θα μεγαλώσω, για να φύγω!...
Από πατέρα ορφάνεψα μωρό

κι ο πρώτος αδερφός και πρώτο μίσος,
μάβρα γυαλιά κι αμίλητος, με πείσμα
με κοπανούσε ολημερίς να στρώσω!
Και νύχτα με ξυπνούσε να με δείρει.

Μιαν τρίτ’ ή τέταρτη άνοιξη ξεπόρτισα.
Ω τι μεγάλος που ναι ο κόσμος έξω!
Χίλιες φορές πιο λαμπερός ο ήλιος!
Τα χελιδόνια χαμηλοπετούσαν

άφοβα ολόγυρά μου –εγώ φοβόμουν!
Να χα κ’ εγώ φτερά για να πετάξω
τ’ αψήλου, όσο μακρύτερ’ από δώθες!...
Λίγο παρέξω καταπράσινη άπλα.

Πρωτόβλεπα χωράφια φυτρωμένα.
Κυνηγημέν’ απ’ τον αγέρα τρέχαν
τα στάχι’ απανωτά. Τόση ομορφιά
δε βάσταξα και κάθησα να κλαίω!

ΙΙ

Κυριακάδες, Χριστού και Πάσκα η μάνα
στην εκλησιά με τράβαγε ν’ αγιάσω,
νηστικόν αξημέρωτα, γι’ αντίδερο.
Ώρες στο πόδι, κούραση και πείνα

και δε νογούσα τίποτ’ απ’ τα «γράμματα»!
Κι άμα ο παπάς εσκόλναε, προσκυνούσα
στο εικονοστάσι αράδα τις εικόνες…
κι όξω με καρτερούσε ο Πειρασμός,

λαχταριστά κουλούρι’ αφράτα, λόφοι.
Όλα τα καλοπαίδια μασουλούσαν
κι ο αγέρας μοσκοβόλαγε σουσάμι.
Κοντοστεκόμουν κλαίοντας! –«Πάρε μου ένα!»

-«Περπάτα!» και μου τράνταξε το χέρι.
Να μην κακομαθαίνουν οι φτωχοί!...
Μεγάλωσα νωρίς και ξενιτέφτηκα.
Με τους δικούς μου εξήντα χρόνια ως τώρα

ούτε γραφή ούτε μήνυμα! Κι ωστόσο
τους κουβαλούσα μέσα μου όπου πάγαινα:
κουβαλούσα τον άμοιρο εαφτό μου…
Πουθενά δεν μπορούσα να ριζώσω.

Ξένος παντού και μάζεμα. Γυναίκες;
Αληθινές! Μα ο χωρισμός φαρμάκι.
Με τον καιρό συχωρεθήκαν ολ’ οι
ξενοδικοί. Αργοπόρησα, σειρά μου!

Μα όσο βαθιά και να με κατεβάσουν
τα σκοινιά, θα κατέβουν κ’ οι κακίες,
δικές μου κι αλλωνών… Μα το κουλούρι
θα με βαραίνει πρώτο σα μυλόπετρα,

πιότερο κι απ’ του τάφου μου την πλάκα
(αν έχω πλάκα, μα κι αν έχω τάφο
κι αν με διώξουν οι νεκροί.) Χωρίς
αγάπη κανενός ανθρώπου ή σκύλου.

Κι αν έζησα ή δεν έζησα, καμιά
διαφορά στον Απάνου ή Κάτου Κόσμο.
Μα κάλλιο να μην είχα γεννηθεί,
για να μην είχα κι αποθάνει απόψε!

Και μακάρι, όσο να χω αδικηθεί,
εγώ να μην αδίκησ’ άθελά μου!...
Και σαν ζυγιάζει ο διάολος την ψυχή μου
με ψέφτικη παλάντζα να με κλέψει,

-«Σταμάτα, βλάμη! Κ’ είμαι παραπάνου
παρ’ όσο θες αμαρτωλός και φταίχτης»!

ΚΩΣΤΑ ΒΑΡΝΑΛΗΣ

(Από το βιβλίο «ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΚΟΣΜΟΣ», εκδ. ΚΕΔΡΟΣ)

Ερωτικό




Με μια πιρόγα φεύγεις και γυρίζεις
τις ώρες που αγριεύει η βροχή
στη γη των Βησιγότθων αρμενίζεις
και σε κερδίζουν κήποι κρεμαστοί
μα τα φτερά σου σιγοπριονίζεις.

Σκέπασε αρμύρα το γυμνό κορμί σου
σου `φερα απ’ τους Δελφούς γλυκό νερό
στα δύο είπες πως θα κοπεί η ζωή σου
και πριν προλάβω τρις να σ’ αρνηθώ
σκούριασε το κλειδί του παραδείσου.

Το καραβάνι τρέχει μες στη σκόνη
και την τρελή σου κυνηγάει σκιά
πώς να ημερέψει ο νους μ’ ένα σεντόνι
πώς να δεθεί η Μεσόγειος με σχοινιά
αγάπη που σε λέγαμ’ Αντιγόνη.

Ποια νυχτωδία το φως σου έχει πάρει
και σε ποιο γαλαξία να σε βρω
εδώ είναι Αττική φαιό νταμάρι
κι εγώ ένα πεδίο βολής φτηνό
που ασκούνται βρίζοντας ξένοι φαντάροι.

ΑΛΚΗΣ ΑΛΚΑΙΟΣ

Με νότες έντυσε ο Θάνος Μικρούτσικος. Τραγούδησαν πολλοί αυτό το τραγούδι, όμως ένας ήταν αυτός που το «είπε»:


Τετάρτη, 13 Φεβρουαρίου 2013

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ – Σχέδιο με βροχή




Ένας γέρος σταμάτησε στη γωνιά καθώς πήρε να βρέχει.
Θλιβερός, ετοιμόρροπος γέρος, σα φτιαγμένος από ένα σωρό
τσαλακωμένα χαρτιά
που άρχισαν κιόλας να μουσκεύουν κάτω απ' τη βροχή,
θε μου, τα χαρτιά λιώνουν - μια ομπρέλα, λοιπόν, ηλίθιοι,
δε βλέπετε,
αυτός ο άνθρωπος  θα διαλυθεί. Χαρτιά από παλιά ερωτικά
γράμματα,
λευκώματα, παιδικές επιστολές στο Θεό,
χαρτιά από εξώσεις, κατασχέσεις, δικογραφίες δολοφόνων,
αποδείξεις από πανάρχαια χρέη και ξεθωριασμένα χειρόγραφα λησμονημένων ποιητών.
Και πάντα η βροχή ήρεμη, σιωπηλή,
τυλίγοντας τον κόσμο σ’ ένα γκρίζο, κουρελιασμένο πανί
σαν ένα χέρι που το 'κοψαν και παν να το θάψουν.
Ήρεμη, ταπεινή βροχή, γεμάτη συχώρεση.

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

(Ποιήματα 1958-1964). Από το βιβλίο «Υάκινθοι, βιολέτες και ηλιοτρόπια», μια επιλογή ποιημάτων από το ΓΙΑΝΝΗ ΚΟΝΤΟ, εκδ. ΚΕΔΡΟΣ 2008

Τρίτη, 12 Φεβρουαρίου 2013

Federico García Lorca - Σονέτο του γλυκού παραπόνου (+ENG, ESP)




Το 'Σονέτο του γλυκού παραπόνου' είναι ένα ερωτικό ποίημα του Φεντερίκο Γκαρσία Λόρκα, από την ποιητική συλλογή του Σονέτα του σκοτεινού έρωτα. Ο έρωτας και η εξάρτηση της αγάπης είναι ανάμεσα στα αγαπημένα θέματα που παρουσιάζει ο Λόρκα στα ποιήματα του.

Ο ποιητής παρουσιάζει τον έρωτα ως ανάγκη, ως το απόλυτο που κάνει το σώμα και το πνεύμα να αναπνέουν ελεύθερα, αλλά ταυτόχρονα είναι και η αιτία των μεγαλύτερων δεινών και του μεγαλύτερου πόνου στη ζωή.

Τα σονέτα του σκοτεινού έρωτα έχουν ως πρώτη ύλη το θρήνο του ποιητή για τον σύντροφο του που έχασε, και που άφησε την αίσθηση ενός ανολοκλήρωτου έρωτα.



Σονέτο του Γλυκού Παραπόνου

Φοβάμαι μη χάσω το θαύμα
των αγαλμάτινων ματιών σου και τη μελωδία
που μου αποθέτει τη νύχτα στο μάγουλο
το μοναχικό ρόδο της ανάσας σου

Πονώ που είμαι σε τούτη την όχθη
κορμός δίχως κλαδιά μα πιότερο λυπάμαι
που δεν έχω τον ανθό, πόλφο ή πηλό
για το σκουλήκι του μαρτυρίου μου.

Αν είσαι εσύ ο κρυμμένος μου θησαυρός
αν είσαι εσύ ο σταυρός και ο υγρός μου πόνος,
αν ειμαι το σκυλί της αρχοντιάς σου
μη με αφήσεις να χάσω ό,τι έχω κερδίσει

και στόλισε τα νερά του ποταμού σου
με φύλλα από το φρενοκρουσμένο μου φθινόπωρο.

***

Sonnet of the Sweet Complaint

Never let me lose the marvel
of your statue-like eyes, or the accent
the solitary rose of your breath
places on my cheek at night.

I am afraid of being, on this shore,
a branchless trunk, and what I most regret
is having no flower, pulp, or clay
for the worm of my despair.

If you are my hidden treasure,
if you are my cross, my dampened pain,
if I am a dog, and you alone my master,

never let me lose what I have gained,
and adorn the branches of your river
with leaves of my estranged Autumn.

***

Soneto de La Dulce Queja

Tengo miedo a perder la maravilla
de tus ojos de estatua, y el acento
que de noche me pone en la mejilla
la solitaria rosa de tu aliento.

Tengo pena de ser en esta orilla
tronco sin ramas; y lo que más siento
es no tener la flor, pulpa o arcilla,
para el gusano de mi sufrimiento.

Si tú eres el tesoro oculto mío,
si eres mi cruz y mi dolor mojado,
si soy el perro de tu señorío,

no me dejes perder lo que he ganado
y decora las aguas de tu rio
con hojas de mi otoño enajenado.