Πέμπτη, 31 Ιανουαρίου 2013

ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ - Εγώ δεν είμαι μονάχα αυτός που βλέπεις


Εγώ δεν είμαι μόνο αυτός που βλέπεις, αυτός που ξέρεις
δεν είμαι μόνο αυτός που θα’ πρεπε να μάθεις.
Κάθε επιφάνεια της σάρκας μου κάπου τη χρωστάω
αν σ’ αγγίξω με την άκρη του δαχτύλου μου
σ’ αγγίζουν εκατομμύρια άνθρωποι,
αν σου μιλήσει μια λέξη μου
σου μιλάνε εκατομμύρια άνθρωποι -
Θ’ αναγνωρίσεις τ’ άλλα κορμιά που πλάθουν το δικό μου;
Θα βρείς τις πατημασιές μου μες σε μυριάδες χνάρια;
Θα ξεχωρίσεις την κίνησή μου μες τη ροή του πλήθους;
Είμαι κι ότι έχω υπάρξει και πια δεν είμαι -
τα πεθαμένα μου κύτταρα, οι πεθαμένες
πράξεις, οι πεθαμένες σκέψεις
γυρνάν τα βράδια να ξεδιψάσουν στο αίμα μου.
Είμαι ο,τι δεν έχω γίνει ακόμα -
μέσα μου σφυροκοπάει η σκαλωσιά του μέλλοντος.
Είμαι ό,τι πρέπει να γίνω-
γύρω μου οι φίλοι απαιτούν οι εχθροί απαγορεύουν.
Μη με γυρέψεις αλλού
μονάχα εδώ να με γυρέψεις
μόνο σε μένα.

ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ

Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2013

«Θα σηκώσω όρθιο τον κόσμο!». Γράμματα του Χοσέ Μαρτί

Ώρες – ώρες μελαγχολίες με πλημμυρίζουν και σαν σκιές με τυλίγουν μέσα τους. Και έχουν αυτά τα μικροπράγματα τόσο πραγματικό μεγαλείο και μεγαλώνω κι εγώ τόσο μαζί τους και κινούμαι τόσο καλά, που αν και δεν είμαι παρά μια αιώνια αγωνία του ίδιου του εαυτού μου – έχω ένα παράξενο χαμόγελο για τους τρελούς πόνους μου και σκέψεις γεμάτες στοργή γι’ αυτές τις ακατανίκητες θλίψεις που με τυλίγουν… Γιατί η ζωή είναι αγώνας· γι’ αυτό ζω. Γιατί η ζωή είναι πόνος· γι’ αυτό ζω: ζω,  γιατί πρέπει να είμαι πιο δυνατός από κάθε εμπόδιο και από κάθε αξία.
1877. (Στη Ροσάριο Ντέλα Πένια).

Είναι ανάγκη να κάνουμε μόδα την αρετή. Εσείς την κάνατε μόδα… Δημοσιεύετε, δημοσιεύετε. Στην Κούβα σε κάθε τρύπα. Οι πόλεμοι βαδίζουν πάνω σε δρόμους από χαρτιά. Κάντε να μη μας φοβούνται και να μας θέλουν. Κάντε ν’ αποχτήσουν εμπιστοσύνη σε μας.
Γενάρης του 1892. (Στον Ανχελ Πελαές).

«Σήμερα, 25 του Μάρτη (1895), την παραμονή ενός μεγάλου ταξιδιού, σε σκέφτομαι. Χωρίς σταματημό σκέφτομαι εσένα. Εσύ, μέσα στην οργή της αγάπης σου, πονάς για τη θυσία της ζωής μου. Και γιατί με γέννησες δίνοντάς μου μια ζωή που αγαπάει τη θυσία; Λόγια, δεν μπορώ να πω. Το καθήκον ενός ανθρώπου βρίσκεται εκεί που είναι πιο χρήσιμος. Όμως μέσα στην ολοένα αυξανόμενη και αναγκαστική αγωνία μου, βαδίζει συνέχεια πλάι μου η ανάμνηση της μάνας μου. Αγκάλιασε από μέρους μου τις αδερφές μου και τους συντρόφους τους. Μακάρι να μπορούσα να τους δω μια μέρα όλους γύρω μου, ευχαριστημένους από μένα! Και τότε, ω ναι, θα σε φροντίζω εγώ με χάδια και περηφάνια. Τώρα, δώσε μου την ευχή σου, και να πιστεύεις πως ποτέ δεν θα βγει από την καρδιά μου έργο χωρίς ευσπλαχνία κι αγνότητα. Την ευλογία σου. Έχω λόγο να πηγαίνω πολύ πιο ευχαριστημένος και σίγουρος απ’ όσο θα μπορούσες να φανταστείς. Δεν είναι ανώφελες η αλήθεια και η τρυφερότητα. Μην υποφέρεις για μένα».
Μοντεκρίστι, 25 Μάρτη 1895. (Το τελευταίο γράμμα στη μητέρα του, τη Δόνα Λεονόρ Πέρες).

«Μέχρι σήμερα δεν είχα νιώσει άντρας. Έζησα ντροπιασμένος και σέρνοντας τις αλυσίδες της πατρίδας μου, σε όλη μου τη ζωή. Η διαύγεια της ψυχής κάνει ανάλαφρο το κορμί μου. Αυτή η γαλήνη και η ευφορία εξηγούν την καρτερία και την αγαλλίαση με τις οποίες προσφέρονται στη θυσία οι άντρες… Δε θα ξεχάσω ποτέ το πρόσωπο του Γκόμες, ιδρωμένο και γενναίο – και μ’ έκφραση τρυφερή – όταν ανέβαινε τους γλιστερούς λόφους, τις γεμάτες από βράχους και θάμνους πλαγιές και όταν περνούσε τα ποτάμια με τη μακρύκανη καραμπίνα και το ρεβόλβερ και το κοντόφαρδο μαχαίρι και τα διακόσια καψούλια και το γυλιό. Και μετά μου αφήνει την καραμπίνα μου, όταν αποκάμνω με το γυλιό μου, και συνεχίζει να σκαρφαλώνει με το δικό μου και το δικό του.

Πηγαίνουμε αγκομαχώντας μέχρι τις κορφές των πλαγιών. Πέφτουμε γελώντας. Την ώρα του συναγερμού – και υπήρξαν τέτοιες με το παραπάνω – οι έξι καραμπίνες βρίσκονται ενωμένες. Κοιμηθήκαμε σε σπηλιές∙ και στο γυμνό βουνό. Το κτηματάκι με την εξυπηρετική νοικοκυρά του και το ζεστό φαΐ ήταν στον πόλεμο μια πολυτέλεια. Τώρα μ’ επιμονή μας δείχνουν αγάπη. Ο ένας φέρνει την κίτρινη γλυκοπατάτα του ή την άκρη από ένα χοντρό λουκάνικο ή την ψητή μπανάνα του∙ ο άλλος μου κάνει πρόποση με το βρασμένο με πορτοκαλόφυλλα και μέλι νερό του. Ένας άλλος μου χαρίζει ένα ξυνό πορτοκάλι, γιατί άκουσε πως έφαγα κάτι τέτοιο μ’ ευχαρίστηση στο δρόμο…».
Δικαστική περιφέρεια του Μπαρακόα, 16 Απρίλη 1895.  (Στον Γκονζάλο Ντε Κεσάδα και στον Χ. Γκουέρα).

«Ήδη μπορώ να γράψω…Ήδη διατρέχω κάθε μέρα τον κίνδυνο να δώσω τη ζωή μου για την πατρίδα και για το καθήκον μου - δεδομένου ότι το καταλαβαίνω κι έχω το κουράγιο που χρειάζεται για να το κάνω – το καθήκον να εμποδίσω έγκαιρα για την ανεξαρτησία της Κούβας την επέκταση των Ηνωμένων Πολιτειών στις Αντίλες και το να ριχτούν μ’ αυτή την περίσσεια δύναμη στα εδάφη μας της Αμερικής. Όσα έκανα μέχρι τώρα, και όσα θα κάνω, γι’ αυτό το σκοπό είναι…

Έζησα μέσα στο τέρας και ξέρω τα σωθικά του. Και η σφεντόνα του Δαβίδ… Έφτασα με το στρατηγό Μάξιμο Γκόμες και με τέσσερις ακόμα σε μια βάρκα, όπου χειρίστηκα το κουπί της πλώρης μέσα σε καταιγίδα κι έφερα τη βάρκα σ’ ένα γεμάτο πέτρες άγνωστο ακρογιάλι μας. Για δεκατέσσερις μέρες περπάτησα μέσα από αγκάθια και υψώματα φορτωμένος με το ηθικό και την καραμπίνα μου.

Στο πέρασμά μας ξεσηκώνουμε τον κόσμο. Μέσα στην καλοσύνη των ψυχών βλέπω τη ρίζα αυτής της στοργικής φροντίδας μου για τα βάσανα του ανθρώπου και για το πόσο είναι δίκαιο να το γιατρέψουμε: Οι κάμποι είναι δικοί μας... Ξέρω θα εξαφανιστώ. Όμως δεν θα εξαφανιζόταν μαζί με εμένα η σκέψη μου ούτε θα με τρόμαζε το σκοτάδι μου. Κι όσο θα έχουμε μορφή ανθρώπου, θα οικοδομούμε. Ξεπλήρωσέ το αυτό το χρέος σε μένα, ή σε άλλους… Ήδη ξέρω τις – σιωπηλές – επιπλήξεις σου μετά το ταξίδι μου…
Στρατόπεδο του Ντος Ρίος, 18 Μάη 1895. (Στον Μανουέλ Α. Μερκάντο, «το φίλο της ψυχής μου», «τον πιο αγαπημένο μου αδελφό»).

Εγώ αναλογίστηκα τον πόλεμο: η ευθύνη μου αρχίζει μ’ αυτόν, αντί να τελειώνει. Για μένα η πατρίδα δεν θα είναι ποτέ θρίαμβος, αλλά αγωνία και καθήκον. Ήδη κοχλάζει το αίμα. Τώρα πρέπει να δώσουμε στη θυσία σεβασμό και έννοια ανθρώπινη και αξιαγάπητη: Πρέπει να κάνουμε ορατό – και απρόσβλητο- τον πόλεμο. Αν ο πόλεμος με διατάξει – όπως και είναι η μοναδική επιθυμία μου – να μείνω μέσα σ’ αυτόν. Αν με διατάξει – καρφώνοντάς μου την ψυχή – να πάω μακριά από εκείνους που πεθαίνουν όπως θα ήξερα εγώ να πεθάνω, θα έχω το κουράγιο να το κάνω. Όποιος σκέπτεται τον εαυτό του δεν αγαπάει την πατρίδα…

Θα σηκώσω όρθιο τον κόσμο. Όμως η μοναδική επιθυμία μου θα ήταν να πολεμήσω εδώ, με τον τελευταίο μαχητή. Και να πεθάνω σωπαίνοντας. Για μένα ήρθε ήδη η ώρα. Όμως μπορώ ακόμα να υπηρετήσω αυτή την μοναδική καρδιά των δημοκρατιών μας. Οι ελεύθερες Αντίλες θα σώσουν την ανεξαρτησία της Αμερικής μας και την ήδη αμφίβολη και τραυματισμένη τιμή της αγγλικής Αμερικής και ίσως θα επιταχύνουν και θα στεριώσουν την ισορροπία του κόσμου. Κοίταξε αυτό που κάναμε – εσύ με τα μέτρα της νιότης σου κι εγώ με τα δείγματα της ξεσκισμένης καρδιάς μου.

Ας κάνουμε πάνω από τη θάλασσα – μ’ αίμα κι αγάπη – αυτό που κάνει στο βάθος της θάλασσας η οροσειρά από φωτιά των Άνδεων... Αντίο, σε σένα και στους ευγενικούς κι επιεικείς φίλους μου. Σας χρωστάω την ευδαιμονία του μεγαλείου και της αγνότητας μέσα σ’ αυτό το τραχύ και άσχημο ανθρώπινο σύμπαν. Ύψωσε δυνατά τη φωνή σου: γιατί, αν πέσω, θα είναι επίσης για την ανεξαρτησία της δικής σου πατρίδας.
(Στον Φεντερίκο Ενρίκες-ι-Καρβεχάλ).

Ας πεθάνουμε οι μεν και ας ετοιμαστούν εκείνοι που δεν έχουν το δικαίωμα να πεθάνουν να βάλουν το όπλο στο χέρι των νέων στρατιωτών της ελευθερίας μας. Όρθιοι, όπως στην άκρη ενός τάφου, ας ανανεώσουμε τον όρκο των ηρώων.
10 Οκτώβρη του 1889.

«Γράμματα του Χοσέ Μαρτί» (Επιλογή αποσπασμάτων: «Οικοδόμος»).
Επιμέλεια: ΤΟΝΙ ΝΤΕ ΛΑ ΡΟΣΑ - Μετάφραση: Μαρία Χατζηγιάννη
Δημοσιεύτηκε στην «ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ μηνιαία επιθεώρηση τέχνης», τεύχος 24, Οκτώβρης 1985. Η  σύνθεση με τη φιγούρα του ποιητή περιλαμβάνεται στην έκδοση.

Ο Χοσέ Χουλιάν Μαρτί-ι-Πέρες (Χοσέ Μαρτί), εθνικός ήρωας της Κούβας, οργανωτής του απελευθερωτικού αγώνα κατά της ισπανικής κυριαρχίας, συγγραφέας, δημοσιογράφος, ποιητής, γεννήθηκε το 1853 στο Μαρτί-ι-Πέρες και σκοτώθηκε το 1895 στο Ντος Ρίος, στην εθνικοαπελευθερωτική εξέγερση της Κούβας, σε μάχη με τους Ισπανούς. Εξόριστος για την επαναστατική του δράση από το 1871 στην Ισπανία, σπούδασε φιλοσοφία, λογοτεχνία, δίκαιο στα πανεπιστήμια της Μαδρίτης και τη Σαραγόσα. Στα 1875-1879 έζησε στο Μεξικό και τη Γουατεμάλα. Το 1879 επιστρέφοντας στην Κούβα συμμετείχε στην προετοιμασία της εξέγερσης κατά των Ισπανών και εξορίστηκε πάλι στην Ισπανία. Στα 1880-1895 στις ΗΠΑ, ανταποκριτής λατινοαμερικάνικων εφημερίδων, αρθρογραφούσε κατά της πολιτικής και των σχεδίων της ηγεσίας των ΗΠΑ. Το 1892 ίδρυσε το Κουβανικό Επαναστατικό Κόμμα, αποφασιστικό συντελεστή στην οργάνωση της εθνικοαπελευθερωτικής εξέγερσης της Κούβας. Ίδρυσε την εφημερίδα «Πάτρια», όργανο του ΚΕΚ. Έργα: Φιλοσοφικές Ιδέες, Αμπντάλα (1869), Ισμαελίλο (1882), Απλοί στίχοι (1891), Ελεύθεροι στίχοι. Η επίδραση της ποίησής του είναι έντονη στην λατινοαμερικάνικη ποίηση του 20ού αιώνα.

(Πρωτοδημοσιεύτηκε στον Οικοδόμο)

Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2013

ΕΧΕΙΣ ΧΡΕΟΣ




Ψάχνοντας στο αρχείο εφημερίδων των ΑΣΚΙ για κάτι άλλο, ανακάλυψα αυτό το συγκλονιστικό ποίημα, το οποίο δημοσιεύτηκε χωρίς υπογραφή την Κυριακή 13 του Μάρτη 1949, κάτω από τον τίτλο «Αντιστασιακή ποίηση»,  στην δεύτερη σελίδα της εφημερίδας ΠΡΟΣ ΤΗ ΝΙΚΗ (καθημερινή εφημερίδα του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας – ΔΣΕ). Το μεταφέρω με την ορθογραφία της εφημερίδας:

ΕΧΕΙΣ ΧΡΕΟΣ

Έχεις χρέος να μισείς αν το μίσος σου
για το δίκηο του ανθρώπου δουλεύει
να μισείς όποιον πάει στο χωράφι σου
και τον τίμιο ιδρώτα σου κλέβει.

Έχεις χρέος να μισείς αν το μίσος σου
του φονιά το μαχαίρι στομώνει
να μισείς όποιον άσπλαχνα κι άνομα
των παιδιών σου το γέλιο σκοτώνει.

Έχεις χρέος να μισείς αν το μίσος σου
το σκοτάδι της νύχτας σκορπίζει
να μισείς όποιον κλείνει τα μάτια σου
να μη βλέπεις το φως που ροδίζει

Έχεις χρέος να μισείς αν αλλοιώτικα
απ’ το βέβαιο χαμό δεν γλυτώνεις
κι αν μ’ αυτό το θανάσιμο μίσος σου
της αγάπης το κάστρο στεριώνεις.

ΛΕΩΝ ΚΟΥΚΟΥΛΑΣ

Αναζητώντας διαδικτυακά περισσότερες πληροφορίες και φυσικά ποιος το έγραψε διαπίστωσα πως η μοναδική αναφορά σε αυτό το ποίημα βρίσκεται στην ιστοσελίδα του Νίκου Σαραντάκου. Εκεί λοιπόν μαθαίνουμε πως το έγραψε ο  ΛΕΩΝ ΚΟΥΚΟΥΛΑΣ και πως πριν τη δημοσίευση στην εφημερίδα του ΔΣΕ, είχε προηγηθεί αυτή στο τεύχος αρ. 4 του περιοδικού Ελεύθερα Γράμματα, στις 2 του Ιούνη 1945.

(Η φωτογραφία είναι του Σπύρου Μελετζή)

Δευτέρα, 28 Ιανουαρίου 2013

ΦΩΤΗΣ ΑΓΓΟΥΛΕΣ – Μόνο η ψυχή σου/Μείνε (Στη μνήμη του Πάνου Τζαβέλλα)



Μόνο η ψυχή σου

Χρόνια και χρόνια η φυλακή σε παίδεψε σα στρίγγλα.
Απ’ το χλωμό σου πρόσωπο το γέλιο έχει σβηστεί,
μόνο η ψυχή σου, ξάγρυπνη κι ολόρθη σε μια βίγλα,
δε λέει  να κουραστεί.
Γιόμισε νύχτα το κελί απ’ τον φεγγίτη,
κι εσύ ούτε το κατάλαβες. Που να ΄χεις ξεχαστεί;
Ποιες σε τραβούνε ξωτικές, παράξενε εραστή;
Σαν τι να οραματίζεσαι, μαρτυρικέ προφήτη;


Μείνε

Γλίστρησε κρυφά, να μην το πάρει
είδηση ο φρουρός μου π' αγρυπνά,
κι ήρθε στο κελί μου το φεγγάρι.
Ήρθε και με βρήκε λυπημένο
κι ήτανε το χάδι του απαλό,
σαν γυναικείο χέρι αγαπημένο.

Μείνε στο φτωχό μου το κελί,
φεγγαράκι, τι να σε τρατάρω;
Δεν μου μένει πια παρά η ψυχή
κι έχω τόσο ανήφορο να πάρω.

ΦΩΤΗΣ ΑΓΓΟΥΛΕΣ


«ΑΓΓΟΥΛΕΣ, Ποιήματα», εκδόσεις «Σύγχρονη εποχή», Αθήνα 2011


Ένας καλλιτέχνης, αγωνιστής της ζωής και υπερασπιστής των πιο υψηλών  ιδανικών που γέννησε ο άνθρωπος, ο Πάνος Τζαβέλας, έντυσε με νότες τους ευαίσθητους στίχους του Αγγουλέ και ερμηνεύει ο ίδιος το τραγούδι.


Ο Πάνος Τζαβέλλας έφυγε από τη ζωή σαν χτες, στις 27 του Γενάρη 2009. Η ανάρτηση είναι αφιερωμένη στη μνήμη του.

Κυριακή, 27 Ιανουαρίου 2013

Όμορφη και παράξενη πατρίδα




[…]Όμορφη και παράξενη πατρίδα   
Ωσάν αυτή που μου 'λαχε δεν είδα
Ρίχνει να πιάσει ψάρια πιάνει φτερωτά   
Στήνει στη γη καράβι κήπο στα νερά
Κλαίει φιλεί το χώμα ξενιτεύεται   
Μένει στους πέντε δρόμους αντρειεύεται
Κάνει να πάρει πέτρα τηνε παρατά   
Κάνει να τη σκαλίσει βγάνει θάματα
Μπαίνει σ' ένα βαρκάκι πιάνει ωκεανούς   
Ξεσηκωμούς γυρεύει θέλει τύραννους…

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

Απόσπασμα από το «Ο Ήλιος ο Ηλιάτορας»  (1971)

Ο  Δημήτρης Λάγιος έγραψε την μουσική. Στο βίντεο που ακολουθεί ο Γιώργος Νταλάρας ερμηνεύει και παίζει κιθάρα, ενώ τον συνοδεύει με το ακορντεόν ο Ντάσο Κούρτι:


Σάββατο, 26 Ιανουαρίου 2013

ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ - Φεγγάρι




Μέσ' στην απαλοτάτη νύχτα, μέσ' στο νωθρό πελώριο φεγγάρι, που τ' άστρα ήσαν άστιλπνα και λιγοθυμισμένα, η παρεούλα είχε παρμένη την κιθάρα της, και θέλησε να πλανηθεί στην τύχη· πρόβαλε αργά κατηφορίζοντας, πέρα, απ' τη Σχολή των Ευελπίδων, κι έστριψε, και τράβηξε προς τη Λεωφόρον Αλεξάνδρας. Μέσ' στο γαλάζιο φόντο του βραδιού, ήταν χυμένη μιαν αλλόκοτη σιωπή, σαν και τα πράγματα όλα να ήταν ποτισμένα μυστηριώδη φίλτρα, σαν αφιόνια, και να καραδοκούσαν κάποια λύτρωση, κάποιο παυσώδυνο βαθύ, τελειωτικό. Εδώ-εκεί περνούσαν κι άλλες παρεούλες, κορίτσια σφιχταγκαλιασμένα ένα με τ' άλλο, παιδιά μ' ένα κρυφό φιλί στα χείλη, και μ' ασημένια μέτωπα στιλπνά· κι όλ' οι άνθρωποι ήταν σα να κολυμπούσαν στο φεγγάρι, καθώς τα ψάρια μέσ' στη γυάλα, και να εκινούντο ρυθμικά κι αυτόματα, χωρίς αυθυπαρξία, σαν η συνείδησή τους να ήτανε, κι αυτή, φευγάτη ή κοιμισμένη...

Η παρέα τράβηξε καταμεσίς του δρόμου, μέσ' στα ράγια, κι έφτασε ως μια μάντρα, κι έκατσε να πιει, να μερακλώσει...

'Ηταν Σαββατόβραδο, που τα τελεμένα τα κορμιά ζητάν ανάπαψη, και τα ροζιασμένα δάχτυλα ξεχνάν τους κόπους, και θυμούνται την αγάπη... Και καθώς ήταν έτσι το φεγγάρι ολάργυρο, σα νόμισμα φρεσκοκομμένο (είχαν απόψε πάρει τη βδομάδα), κάθισαν γύρω στο τραπέζι, και μάζωξαν του κόσμου τις καρέκλες, και ξαπλωθήκαν, χέρια και πόδια μπερδεμένα, ψαθάκια, καβουράκια πεταμένα, μαλλιά αφηνιασμένα, μαύρα τσουλούφια, κυματιστά κι εβένινα...

Το παιδί έτρεξε ναν τα περιποιηθεί, κι άπλωσε μια πετσέτα στο τραπέζι.
- Πού 'σαι, φέρε μας ένα κατοσταράκι στα τέσσερα, και κάνα μεζέ...
- Ψητό, σαλάμι, αυγά της ώρας; Μας φέραν σήμερα και φέτα, που 'ναι μεγαλείο!
- Γεια σου! φέρε μας φέτα, κάνε μας και καμπόσα αυγά τηγανητά... Πού 'σαι! και ψωμί...
- Αμέσως! να σας κόψω και καμιά ντοματοσαλατίτσα;...
- Μπράβο! Είσαι θεός, αδερφούλη... Και κάνε σύντομα...

Κι η παρέα απλώθηκε, τεντώθηκε, κουλουριάστηκε, έσκασε στα γέλια, είπε αστεία, καλαμπούρισε, τσακώθηκε, βλαστήμησε, κι ύστερα αρχίνησε να τσαγγρουνίζει την κιθάρα:
Ταμ, τιμ, τιμ - ταμ, τιμ, τιμ - ταμ, τιμ, τιμ...

………………………………………………………………………….

Σιγά σιγά, το τραγούδι φούντωσε, δυνάμωσε και υψώθη συμπαγές μέσ' στο φεγγάρι· οι συμπυκνωμένες νεανικές φωνές αρμονίσθηκαν, εμπλέχτηκαν, παντρεύτηκαν όλες μαζί, και τίναξαν τη φλογερήν επίκλησή τους, προς το κατάπληκτο κι επιεικές φεγγάρι...

Άλλος είχε βάνει το καπέλο του στραβά, κι άλλος πίσω, κι έλαμπε το μέτωπό του, - κι άλλος είχε βγαλμένο το σακάκι, και τόχε στον ώμο του ριγμένο· κι όλοι τραγουδούσανε μαζί:

- Και η νύχτα έπαιρνε το τραγούδι με τα γαλανά, τα οπάλινα χέρια της, και το τοποθετούσε στην καρδιά της· και τα μάτια των άστρων έτρεχαν αόρατα δάκρυα μέσ' στο διάστημα, και πού και πού, κι ένας διάττων απεσπάτο μέσ' απ' την οικογένεια των άστρων, σα να μη βαστούσε πλέον, κι αυτοκτονούσε μέσ' στο χάος σιωπηλά... Κι ο καημός, κι η νοσταλγία, είχαν έτσι πήξει γύρω απ’ τη μελπόμενη κιθάρα, που κάθε της παλμός, κι ο πλέον ελάχιστος, δημιουργούσε γύρω πλήθος κύκλους, κι έφτανεν ως πέρα, καθώς το πέσιμο μιας στάλας στο νερό...

- Φέρε κρασί! Κρασί...

Και το κρασί εκομίζετο θριαμβευτικά και γιόμιζε σπινθηριστά τα παχυκρύσταλλα ποτήρια, κι οι αναπνοές ήταν ανήσυχες, τα γόνατα λυμένα, κι ένα στήθος πρόβαλλε γυμνό απ' τ' ανοιχτό πουκάμισο, με τ' αχνό χρώμα της επιθυμίας... Κι η επιθυμία φαινόταν να είχε έτσι κορώσει, κι η σάρκα να ήταν έτσι κεντρισμένη, πού το φεγγάρι έγιν' ένας ασημένιος πόθος, και φλόγισε τη μεθυσμένη νύχτα…

- Κρασί! Κρασί! Κρασί...

…………………………………………………………………………………

Μέσ' στην απαλοτάτη νύχτα, πού τ' άστρα ήσαν άστιλπνα και λιγοθυμισμένα, μέσ' στο νωθρό παράξενο φεγγάρι - το βράδυ εκείνο κι οι άνθρωποι ήταν σχεδόν καλοί.-

ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ


Δημοσιεύτηκε  τον Αύγουστο του 1922 στο περιοδικό Μούσα.

Από το βιβλίο «ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ - Κάπου περνούσε μια φωνή», επιμέλεια Νίκου Σαραντάκου, εκδόσεις ΕΡΑΤΩ, Αθήνα 2011

Παρασκευή, 25 Ιανουαρίου 2013

Φωτογραφικό αφιέρωμα στον Νίκο Καββαδία




Μερικά φωτογραφικά στιγμιότυπα από τη ζωή και το έργο του ποιητή Νίκου Καββαδία, όπως εμφανίζονται στο πολυσέλιδο αφιέρωμα του ένθετου «επτά ημέρες» της εφημερίδας  Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, την Κυριακή 28 του Φλεβάρη 1999. (Κλικ στις εικόνες για να διαβάσετε τις λεζάντες).

Πέμπτη, 24 Ιανουαρίου 2013

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΤΖΙΟΥΛΑΣ - Οι νεκροί μας




Τα παλικάρια δεν πεθαίνουν στο κρεβάτι,
μήτε γερνούν, δεν έχουν τόση υπομονή,
μα απ’ τη ζωή παράκαιρα, άξαφνα φευγάτοι,
γίνουνται θύμηση βαθιά που μας πονεί.

Χάνονται οι ακριβοί μας ο ένας με τον άλλον
απιστομιόνται δίχως ούτε βογγητό,
παιδιά που εζήλεψαν τη δόξα των μεγάλων
και που στη μάχη αξίζουν ίσαμ’ εκατό.

Μπήκατε στον αγώνα σα σε πανηγύρι
τραβώντας πρώτοι και γλυτώνοντας στερνοί.
Ω, που δεν ήταν τόσο γρήγορα να γείρει
για σας ο ήλιος, ούτε η μέρα η φωτεινή!

Μπροστάρια του λαού του ίσαμε χτες δεσμώτη,
δεν είχατε άλλο από το ζήλο το θερμό
και κάματε θυσία τη φλογερή σας νιότη
για των χιλιάδων αδερφιών το λυτρωμό.

Πεθάνατε γι αυτό της γης μας το κομμάτι,
για της πατρίδας μας ακέριας την τιμή
κι ακόμα για το δίκιο τ’ άγιο του χωριάτη,
για της φτωχολογιάς τ’ ατίμητο ψωμί.

Στο χώμα το δικό μας μείνατε με βούλες
στην τρυπημένη σας μαντύα εδώ κι εκεί.
Θα σας σκεπάζουν με τη χλόη τους οι ραχούλες
και θα σας κλαιν με τη φλογέρα οι πιστικοί.

Μα εμείς, που πρώτα λογαριάζουμε το χρέος,
δε θα τ’ αφήσουμε το δάκρυ να χυθεί,
μόνο έτσι που σας ηύρε ο θάνατος, ωραίος
μέσα μας άσειστοι θα στέκεστε κι ορθοί!

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΤΖΙΟΥΛΑΣ

(Όπως δημοσιεύτηκε στον Ριζοσπάστη, την Κυριακή 29 του Σεπτέμβρη 1974)

Εκδήλωση με θέμα «Η λατινοαμερικάνικη ποίηση»


Πρόσκληση για μια ενδιαφέρουσα εκδήλωση με θέμα «Η λατινοαμερικάνικη ποίηση» λάβαμε από τον Σύλλογο «Γ. ΚΟΡΔΑΤΟΣ». Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί την Κυριακή 27 Γενάρη, στις 6.30 το απόγευμα, με ομιλητές:
Ν. Καραβέλος: Η ποίηση του Πάβλο Νερούδα.
Jaime Svart: Η ποίηση του Χοσέ Μαρτί.
Δ. Καλτσώνης: Οι κοινωνικοί αγώνες ως υπόβαθρο της Λατινοαμερικάνικης ποίησης.
Συντονίζει ο δημοσιογράφος Π. Καπετανόπουλος.
Θα ακολουθήσει καλλιτεχνικό πρόγραμμα και προβολή ταινίας για τη ζωή του Νερούδα.


Κυριακή 27 Γενάρη, 6.30 το απόγευμα, ΚΑΦΕ ΗΜΙΩΡΟ (Λεωφόρος Ειρήνης 23 – Ηλιούπολη). Διοργάνωση: Σύλλογος «Γ. Κορδάτος»

Τρίτη, 22 Ιανουαρίου 2013

Όταν ο Βάρναλης παρωδούσε τον Kipling



Ο Κώστας Βάρναλης συνήθιζε να «απαντά» σε ποιήματα άλλων ποιητών, με αποτέλεσμα, κάθε φορά που συνέβαινε αυτό (όπως στο «Πόλις» του Κ. Π. Καβάφη), ο τυχερός αναγνώστης να απολαμβάνει έναν ιδιότυπο «διάλογο». Κάποιες φορές οι «απαντήσεις» του έπαιρναν την μορφή παρωδίας, όπως  για παράδειγμα στο «Η προσευχή του ταπεινού» του Ζαχαρία Παπαντωνίου. Όμως η φαρμακερή πένα του ποιητή δεν περιορίστηκε εντός των ελληνικών συνόρων.

Ο Rudyard Kipling (Ράντγιαρντ Κίπλινγκ)  (1) Άγγλος ποιητής και λογοτέχνης, με παγκόσμια φήμη, γεννήθηκε το 1865 στη Βομβάη (Ινδία) και πέθανε το 1936 στο Λονδίνο. Έγραψε ποιήματα, διηγήματα, παιδικές ιστορίες και ταξιδιωτικές εντυπώσεις. Τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ. Από τα πιο γνωστά ποιήματά του (ίσως  το πιο γνωστό) θεωρείται το «If» (Αν).

Με το ποίημά του «ο Ράντγιαρντ Κίπλινγκ, την εποχή της αποικιοκρατίας,  δίνει ευγενικές συμβουλές για το πώς θα γίνει καλός χριστιανός, πολιτισμένος και Καλός Πολίτης ο Άγγλος συμπατριώτης του. Αυτός που κατά τη θέληση του Εγγλέζου πλουτοκράτη και για την εξυπηρέτηση των ιμπεριαλιστικών του επιδιώξεων, σκοτώνει, βασανίζει, λεηλατεί […] μα ταυτόχρονα είναι θρήσκος. Για άφεση αμαρτιών, με τη γραφή στο χέρι, πηγαίνει κάθε Κυριακή στην εκκλησία όπου συμμετέχει ‘ψυχή τε και σώματι’». (2)



IF

IF you can keep your head when all about you
Are losing theirs and blaming it on you,
If you can trust yourself when all men doubt you,
But make allowance for their doubting too;
If you can wait and not be tired by waiting,
Or being lied about, don't deal in lies,
Or being hated, don't give way to hating,
And yet don't look too good, nor talk too wise:

If you can dream - and not make dreams your master;
If you can think - and not make thoughts your aim;
If you can meet with Triumph and Disaster
And treat those two impostors just the same;
If you can bear to hear the truth you've spoken
Twisted by knaves to make a trap for fools,
Or watch the things you gave your life to, broken,
And stoop and build 'em up with worn-out tools:

If you can make one heap of all your winnings
And risk it on one turn of pitch-and-toss,
And lose, and start again at your beginnings
And never breathe a word about your loss;
If you can force your heart and nerve and sinew
To serve your turn long after they are gone,
And so hold on when there is nothing in you
Except the Will which says to them: 'Hold on!'

If you can talk with crowds and keep your virtue,
' Or walk with Kings - nor lose the common touch,
if neither foes nor loving friends can hurt you,
If all men count with you, but none too much;
If you can fill the unforgiving minute
With sixty seconds' worth of distance run,
Yours is the Earth and everything that's in it,
And - which is more - you'll be a Man, my son!

Rudyard Kipling (3)

Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2013

ΤΕΥΚΡΟΣ ΑΝΘΙΑΣ – Από «τα σφυρίγματα του αλήτη»



Αλήτη! Απόψε είν’ η βραδιά τόσο καλή, τόσο καλή.
Μπορείς να πας να κοιμηθείς σ’ ένα παγκάκι, αλήτη.
Πλάτυνε η σκέψη τη ζωή τόσο πολύ, τόσο πολύ,
πώκανε ο άνθρωπος τη γη κι όλο το σύμπαν σπίτι.

Δεν έχεις δάκρυα να θρηνείς, ούτε κουράγιο να πονείς,
ούτε κραυγές υστερικές να βγαίνεις πέρα ως πέρα.
Είσ’ ένα κύμα σιωπηλό μιας τρικυμίας παντοτεινής,
που γαληνεύει ανήσυχα στην ήσυχη εσπέρα.

Κι όταν θα βρεις το λυτρωμό σ’ ένα παγκάκι ξαπλωμένος,
και θα σιγήσει ο σίφουνας κι η θύελλα της ζωής σου,
αλήτη, δε θα πεις ποτέ πως ήσουν κουρασμένος
απ’ τον αγώνα το σκληρό της άρυθμης ψυχής σου.

Αλήτη, απόψε είναι η βραδιά τόσο καλή, τόσο καλή.
Μπορείς να πας να κοιμηθείς σ’ ένα παγκάκι, αλήτη!
Πλάτυνε η σκέψη τη ζωή τόσο πολύ, τόσο πολύ,
που έκανε ο άνθρωπος τη γη κι όλο το σύμπαν σπίτι.

ΤΕΥΚΡΟΣ ΑΝΘΙΑΣ

Από τη Νεοελληνική Ποιητική Ανθολογία «ΠΑΠΥΡΟΥ», Αθήνα 1971

Κυριακή, 20 Ιανουαρίου 2013

Jorge Luis Borges - Ποίημα στους φίλους




Δεν μπορώ να σου δώσω λύσεις
για όλα τα προβλήματα της ζωής σου,
ούτε έχω απαντήσεις
για τις αμφιβολίες και τους φόβους σου ˙
όμως μπορώ να σ’ ακούσω
και να τα μοιραστώ μαζί σου.

Δεν μπορώ ν’ αλλάξω
το παρελθόν ή το μέλλον σου.
Όμως όταν με χρειάζεσαι
θα είμαι εκεί μαζί σου.

Δεν μπορώ να αποτρέψω τα παραπατήματα σου.
Μόνο μπορώ να σου προσφέρω το χέρι μου
να κρατηθείς και να μη πέσεις.

Οι χαρές σου, οι θρίαμβοι και οι επιτυχίες σου
δεν είναι δικές μου.
Όμως ειλικρινά απολαμβάνω να σε βλέπω ευτυχισμένο.

Δεν μπορώ να περιορίσω μέσα σε όρια
αυτά που πρέπει να πραγματοποιήσεις,
όμως θα σου προσφέρω τον ελεύθερο χώρο
που χρειάζεσαι για να μεγαλουργήσεις.

Δεν μπορώ να αποτρέψω τις οδύνες σου
όταν κάποιες θλίψεις
σου σκίζουν την καρδιά,
όμως μπορώ να κλάψω μαζί σου
και να μαζέψω τα κομμάτια της
για να την φτιάξουμε ξανά πιο δυνατή.

Δεν μπορώ να σου πω ποιος είσαι
ούτε ποιος πρέπει να γίνεις.
Μόνο μπορώ
να σ' αγαπώ όπως είσαι
και να είμαι φίλος σου.

(απόσπασμα)

Jorge Luis Borges

 Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Ποιήματα, μετάφρ. Δ. Καλοκύρης , Ελληνικά Γράμματα, 1995

Σάββατο, 19 Ιανουαρίου 2013

Αποχαιρετισμός



Κρύφτηκα στις γκρίζες σκιές του απόβραδου
να μη με δεις όταν θα πίνω φεύγοντας
το νερό από τους μύλους των ματιών σου.
Απεχθάνομαι τους αποχαιρετισμούς
και τα λόγια από θλίψη. Μοιάζουν με
ανοιχτές μαύρες ομπρέλες μέσα στη νύχτα
που κρύβουν το φως των αστεριών.

Είμαι βέβαιος πως ήξερες για το ταξίδι μου.
Σου το ψιθύρισαν τα ξυπόλητα παιδιά
που ψάχνουν τη ζωή μέσα σε σιχαμερούς κάδους
απόβλητων ονείρων.
Το έγραψαν οι φύλακες με αίμα
από τη φλέβα των πιο όμορφων στιγμών μας,
πάνω στους βρώμικους τοίχους
του κελιού των φόβων μας.

Καμπουριασμένες γριές οι ερινύες
με μαστιγώνουν στριγκλίζοντας
κρύβοντας τα αποκρουστικά πρόσωπά τους
πίσω από φορτωμένα σύννεφα θείας δίκης.
Απονομή δικαιοσύνης.
Τιμωρία.

Έτσι, αποκαμωμένος, σε αποχαιρετώ
περιμαζεύοντας εικόνες  από ένα ένδοξο παρελθόν.
Ελάχιστες αποσκευές ενός σύντομου ταξιδιού.
Απλώνοντας στον ήλιο της προσμονής
τα σπασμένα φτερά του ανεκπλήρωτου.
Αφήνοντας πίσω μου ίχνη βαθιά σαν τις πληγές σου,
λασπωμένα μονοπάτια μιας βουρκωμένης άνοιξης.

Κάνει αιώνες να ξημερώσει...

Θ.Κ.Ν.

Παρασκευή, 18 Ιανουαρίου 2013

ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΤΣΑΡΟΣ - Όταν…


Όταν ακούω να μιλάν για τον καιρό
όταν ακούω να μιλάνε για τον πόλεμο
όταν ακούω σήμερα το Αιγαίο να γίνεται ποίηση
να πλημμυρίζει τα σαλόνια
όταν ακούω να υποψιάζονται τις ιδέες μου
να τις ταχτοποιούν σε μια θυρίδα
όταν ακούω σένα να μιλάς
εγώ πάντα σωπαίνω.
Όταν ακούω κάποτε στα βέβαια αυτιά μου
ήχους παράξενους ψίθυρους μακρινούς
όταν ακούω σάλπιγγες και θούρια
λόγους ατέλειωτους ύμνους και κρότους
όταν ακούω να μιλούν για την ελευθερία
για νόμους ευαγγέλια και μια ζωή με τάξη
όταν ακούω να γελούν
όταν ακούω πάλι να μιλούν
εγώ πάντα σωπαίνω.
Μα κάποτε που η κρύα σιωπή θα περιβρέχει τη γη
κάποτε που θα στερέψουν οι άσημες φλυαρίες
κι όλοι τους θα προσμένουνε σίγουρα τη φωνή
θ’ ανοίξω το στόμα μου
θα γεμίσουν οι κήποι με καταρράκτες
στις ίδιες βρώμικες αυλές τα οπλοστάσια
οι νέοι έξαλλοι θ’ ακολουθούν με στίχους χωρίς ύμνους
ούτε υποταγή στην τρομερή εξουσία.
Πάλι σας δίνω όραμα.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΤΣΑΡΟΣ

Πέμπτη, 17 Ιανουαρίου 2013

ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ, Ένας φτωχούλης της λογοτεχνίας (και μια αφιέρωση του Γιάννη Ρίτσου)




Ο πρόωρα χαμένος Κεφαλονίτης συγγραφέας και το σημαντικό λογοτεχνικό του έργο. 

Το 2004 συμπληρώθηκαν 100 χρόνια από τη γέννηση του πρόωρα χαμένου Κεφαλονίτη (Νιοχωρίτη) συγγραφέα Γιώργου Δενδρινού, ποιητή, διηγηματογράφου και νουβελίστα, που γεννήθηκε στο Καλόν Ορος, στο Νιοχώρι Ερύσσου Κεφαλονιάς το 1904 και πέθανε ξεχασμένος σε μια παράγκα έξω από το σανατόριο «Σωτηρία» στις 26 του Αυγούστου Ι938.

Η επέτειος της γέννησής του σημειώθηκε πέρσι με εκδηλώσεις των Δήμων Πυλάρου, Ερύσσου και Αργοστολίου, σε συνεργασία με το Σύλλογο Φιλολόγων Κεφαλονιάς-Ιθάκης. Τον Γιώργο Δενδρινό τίμησε και η Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών, σε συνεργασία με τους Συλλόγους των Απανταχού Νιοχωριτών «Τα Γαγιάνα», Φαρακλάδων Κεφαλονιάς «Η Εύγερος» και την Ομοσπονδία Κεφαλονίτικων και Ιθακησίων Σωματείων Αττικής.

Ενας φτωχούλης της λογοτεχνίας

Μόλις ο Γιώργος Δενδρινός τελείωσε το Δημοτικό Σχολείο του Νιοχωριού ξενιτεύτηκε στην Αθήνα για να βιοποριστεί, δουλεύοντας ως υπάλληλος ενός συγγενή του, από τον οποίο είχε τις χειρότερες αναμνήσεις. Παρακολούθησε για λίγο τη νυχτερινή σχολή του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός» για άπορα παιδιά. Βιοπάλεψε ως πωλητής υφασμάτων σε Δυτική Αττική, Μάνδρα, Ασπρόπυργο, κ.α. Παράλληλα διάβαζε πολύ. Ηταν αυτομόρφωτος, όπως και ο Παναΐτ Ιστράτι.

Αρχισε να γράφει στα 20 χρόνια του. Το 1924 και το 1928 συμμετείχε με διηγήματά του σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς του λαϊκού περιοδικού «Φαντάζιο» και του «Παρνασσού», μαζί με τους επίσης τότε πρωτόβγαλτους Γιάννη Σκαρίμπα και Μενέλαο Λουντέμη, με το ψευδώνυμο Σεφλώρ, από το Φλωριάς, οικογενειακό παρατσούκλι προερχόμενο από το μικρό όνομα του παππού του. Ενα διήγημά του βραβεύτηκε από το «Φαντάζιο», πράγμα που αποτέλεσε τη μόνη πραγματική χαρά της μέχρι τότε ζωής του.

Το 1930 τον παρουσίασαν εγκωμιαστικά τα «Ελληνικά Γράμματα» του Κωστή Μπαστιά, δημοσιεύοντας και διηγήματά του που κάνανε αίσθηση. Τότε, όμως, ενεργοποιείται μια παλιά πλευρίτιδα την οποία άρπαξε έφηβος, που εξελίσσεται σε φυματίωση και που τον παιδεύει στα λίγα χρόνια που του απομένουν έως το θάνατό του.

Τα πρώτα βιβλία

Το 1933 πρωτοτυπώνει το πρώτο του βιβλίο στου «Γκοβόστη», τη συλλογή διηγημάτων του «Ο άνθρωπος που τα δεχόταν όλα», που το ξανατύπωσε το 1981 ο αείμνηστος Φίλιππος Βλάχος στα «Κείμενα». Το Ι937, λίγο πριν πεθάνει, τυπώνει επίσης στου «Γκοβόστη» τον «Μαμούθ», σατιρικο-δραματική νουβέλα, που προλογίζει ο ποιητής Γιώργος Κοτζιούλας και τη χαρακτηρίζει «τέλεια σύνθεση», μαζί και με το διήγημά του «Ειρήνη υμίν». Το βιβλίο αυτό μαζί με το έως τότε ανέκδοτο «Ιχώρ» κυκλοφόρησαν με επιμέλειά μου (1993, «Δελφίνι») και εισαγωγή μου για τη ζωή και το έργο του συγγραφέα. Ο «Ιχώρ» είναι, κατά τον ίδιο, «χιουμοριστική νουβέλα, με υπόθεση πραγματικοφανταστική».

Ακόμα, μια συλλογή ποιημάτων του, «Ενώ κτυπάν οι 12», κυκλοφόρησαν οι Γιώργος Κοτζιούλας και Κώστας Καλατζής, μετά το θάνατό του, με προλεγόμενά τους, από το περιοδικό «Νεοελληνική Λογοτεχνία». Πρόκειται για επιλογή ποιημάτων του που έγινε το Ι940.

Τέλος, οι εκδόσεις «Στιγμή» τύπωσαν το 1988 μια συλλογή 80 σελίδων, που περιλαμβάνει το «Ειρήνη υμίν», παρμένο από την πρώτη έκδοση του «Μαμούθ» (1937), μαζί με τη μέχρι τότε ανέκδοτη μικρή νουβέλα του «Η βιτρίνα», παρμένη από το Αρχείο Γιώργου Δενδρινού, που τότε είχε ο Φίλιππος Βλάχος, μια συνέντευξή του από το ίδιο Αρχείο, κι ένα σύντομο βιογραφικό του σημείωμα, με επιμέλεια του Ε. Χ. Γονατά. Μετά το θάνατο του Φ. Βλάχου, το Αρχείο Γιώργου Δενδρινού περιήλθε στον γράφοντα.

Κάναμε αναφορά των μέχρι τώρα εκδοθέντων έργων του Γ. Δενδρινού, εξαιρώντας τα σκόρπια διηγήματά του σε περιοδικά της εποχής. Τα ανέκδοτα έργα του Γ. Δενδρινού - ποίηση, πεζά και θέατρο - είναι αρκετά, παρά τη λιγοστή ζωή του, και θα αποτελούσαν τρεις μικρούς τόμους. Εδώ να σημειώσω πως για να ασχοληθώ με το έργο του Δενδρινού με παρότρυνε, το 1959, ο αλησμόνητος Μιχάλης Μ. Παπαϊωάννου.

Ο Κοτζιούλας για τον Δενδρινό

Πέρσι με χορηγία του Δήμου Ερύσσου επανεκδόθηκε ο τόμος με τα έργα «Μαμούθ» και «Ιχώρ» (ανάτυπο των εκδόσεων «Δελφίνι»), που περιλαμβάνει τον πρόλογο του Γ. Κοτζιούλα. Στο εισαγωγικό σημείωμά του για το «Μαμούθ», ο Κοτζιούλας λέει:

«Αμα θα 'ρθει ο καιρός να καταρτίσουν το μαρτυρολόγιο της ελληνικής λογοτεχνίας -αυτόν το φοβερό κατάλογο που θα αρχίζει με ονόματα ενός Παπαδιαμάντη, ενός Βιζυηνού, ενός Κρυστάλλη και θα τελειώνει με παραδείγματα, ελπίζω, των ημερών μας - είμαι βέβαιος πως εκεί θα βρεθεί κάποια θέση και για τον Γιώργο Δενδρινό».

Το έργο του αυτό ο Γ. Δενδρινός το αφιερώνει στον τόπο που γεννήθηκε με τα εξής λόγια: «Το έργο μου τούτο, το μικρό, στον τόπο που γεννήθηκα - στα δέντρα, στο χώμα, στους γκρεμούς και σ' όλα τ' άψυχα και σ' όλα της φύσης τα στοιχειά, που δε με πικράνανε ποτέ - το αφιερώνω».

Και το αφιερώνει μόνο «σ' όλα τ' άψυχα», γιατί κάποια «έμψυχα» - και προπαντός ο πρωτόγονος, πολύ αντιδραστικός πατέρας του - τον πίκραναν πολύ. Ο πατέρας του τον καταδίκασε σε θάνατο από την πείνα, όταν στα μέσα της δεκαετίας του '30, ο Γιώργος βρέθηκε, βγαίνοντας από τη «Σωτηρία», άρρωστος στο χωριό. Ο Παναγής Δενδρινός, του Φλωριά, απαγόρευε ακόμα και στους στενούς συγγενείς, να του πάνε τρόφιμα και γάλα, λέγοντας: «Ο μπουρσεβίκος, (σ.σ. ο μπολσεβίκος ήθελε να πει), που έμαθε και γράφει, μας κάνει τον έξυπνο».

Σε συνέντευξή του, που προτάσσεται στην έκδοση των «Κειμένων» του «Ανθρώπου που τα δεχόταν όλα», σε ερώτηση πού έμαθε τα πρώτα γράμματα, ο Γ. Δενδρινός απάντησε:

«Εκεί. Τα πρώτα γράμματα, όπως λέτε, τα διδάχτηκα πάνω σ' ένα πιάτο! Είχαμε κάτι πιάτα από εγγλέζικη φαγιάνσα με μπλε σκεδιάσματα, φερμένα από την Πόλη ή από την Πάτρα. Και γυρωτρόγυρα, στο φεστόνι τους, είχανε σταμπαρισμένο τον ελληνικό αλφάβητο. Με γράμματα και κείνονε, βαθιά μπλε σαν τα σκεδιάσματα. Και κάθε ώρα φαγιού ο πατέρας μου, μου μάθαινε την άλφα βήτα. Το θυμάμαι. Και είναι η μόνη αγαθή πράξη του πατέρα μου για μένα».

Ο «Ιχώρ» των ανθρώπων

Ο «Ιχώρ» (ένα ρομάντζο), γραμμένο το 1936, αφιερώνεται «ΣΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ». Πρόκειται για φαντασίωση ζοφερή αλλά και αστεία, για σατιρικό δράμα, αλλά και για «προφητεία» για τον επερχόμενο ιμπεριαλιστικό Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τις συνέπειές του, με αναφορά και στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο:

«Ω, ο πόλεμος ήτουν αποφασισμένος. Από χρόνια! Ετοιμαζότουν. Στολιζότουνε. Ξάλλαζε. Μονάχα η αφορμή έλειπε για να 'βγει στην πιάτσα. Τέλος βρέθηκε. Ο αρχιδούκας... Το Σεράγεβο... Η Σερβία...

Του Αδη γέννημα η αφορμή. Σάμπως να βροντοσκίστηκαν τα παγερά σκοτάδια του, από καφτερό άστραμμα. Κι αναριγήσαν οι λόγκοι, οι κάμποι, τα βουνά. Χέρι σκελετώδικο, παμμέγιστο, απλώθηκε, άρπαξε την ανθρωπότητα και την έσφιξε θανατερά. Υστερα, χαχανίζοντας τήνε σφεντόνισε στης Κόλασης το βρωμερό καταπιόνα».

Ο «Μαμούθ» της καταστροφής

Στο «Μαμούθ», το φινάλε είναι μια πρωτοφανής πλημμύρα, ένας κατακλυσμός, σαν κι αυτές που ζούμε τακτικά στην πρωτεύουσα, εξαιτίας της οποίας ο κεντρικός ήρωάς του,ο κύριος Μίθρας, χρεοκοπεί, εξευτελίζεται και τελικά επιστρέφει στη ζούγκλα, στην πρωτόγονη κατάσταση τ' ανθρώπου.

Ο συγγραφέας, από τεχνική άποψη, προτιμάει, όπως δηλώνει, τον «Μαμούθ». Αλλά το «Ιχώρ» το αγαπάει περισσότερο, γιατί ταιριάζει περισσότερο με την ιδιοσυγκρασία του. «Σαρκάζει και κλαίει. Μαστιγώνει και σπαράζει. Δεν αγαπάει λοιπόν πάντα κανείς το πιο πολύ το καλύτερο ή το ομορφότερο παιδί του. Και γω αγαπώ αυτό το δύσμορφο που δείχνει τη γλώσσα του και βαράει στον κόσμο πετριές» (Στην προαναφερόμενη συνέντευξή του, σελίδα 16).

Ενα ακόμα δείγμα γραφής από το «Ιχώρ», από την αρχή του κεφαλαίου ΙΓ, με την περιρρέουσα ατμόσφαιρα του «άλλου κόσμου», με την επανάσταση των «Ταπεινών»:

«Φτερουγοφόροι σκυθρωποί κι αγριομάτηδες, κάτεχαν όλα τα πόστα. Σύντομα παραγγέλματα δινόντανε, από τους αξιωματούχους και μυστικές διαταγές. Κουστωδίες ερχούντανε, φέρνοντας σφιχτοδεμένους Ταπεινούς. Και κουστωδίες φεύγανε για να φέρουν άλλους.

Ψιθυριζότουνε πως τους κλειούσανε σε υπόγεια τρισκότεινα κι ογρά. Τσίτσιδους τους γυμνώνανε.Κι αρχίναε το βασάνισμα...

Στις πατούσες τούς χτυπάγανε, με δυνατά λουριά, που 'χανε στις άκρες τους χοντρούς, μολυβένιους κόμπους. Πάνου σε περόνους τους ξαπλώνανε και τους πατάγανε, στα στήθια και στην κοιλιά. Τους βάναν αυγά, καυτά, στις μασχάλες. Τους χαρακιάζανε τη σάρκα με δοντερά ξουράφια κι αλατίζανε τις χαρακιές, ή τις περεχούσανε με λάδι ζεματισμένο! Τους ζορίζανε και τρέχανε, ξυπόλυτοι, πάνου σε μυτερά καρφιά. Τους σπούσανε τα δάχτυλα. Τους στρεβλώνανε τα χέρια και τα ποδάρια, από τους αρμούς.

Και ήταν οι ερωτήσεις όμοιες για ολουνούς. Και ίδιες ήτανε κι οι απαντήσεις εκεινώνε».

Αναλογίες συγκλονιστικές με τα συμβαίνοντα και του σημερινού, δικού μας κόσμου.

Το παιχνίδι και οι παραλλαγές μεταξύ πραγματικού και φανταστικού, η μετάβαση από τα δρώμενα στη Γη σ' αυτά του «άλλου κόσμου», με τα πρώτα να αποτελούν τις αιτίες και όσων συμβαίνουν στον δεύτερο, στον ουράνιο καθρέφτη του γήινου κόσμου κατά τον Παναγή Λεκατσά, παραπέμπουνε στη «Θεία Κωμωδία» του Δάντη αλλά και στα ομηρικά έπη, πραγματικό-φανταστικό.

Ο Ρίτσος για τον Δενδρινό

Κλείνουμε το σημείωμα για τον ξεχασμένο αλλά σημαντικό αυτό δημιουργό με ένα ποίημα που του αφιέρωσε ο Γιάννης Ρίτσος, ο οποίος, όντας φυματικός, γνώρισε τον Δενδρινό στο Νοσοκομείο «Σωτηρία». Το ποίημα, με τίτλο «Πιέτε», περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Γ. Σταυράκη «1902-2002, ένας αιώνας "Σωτηρία"».

«Πιέτε»



«Σ' ένα φίλο που πάει...

Πρωί οι καμπάνες ακουστήκανε πικρά

πάνου απ' τη σιωπηλή δεντροστοιχία

καθώς παράπονα, κι αντήχησαν και σβήσανε

στην ησυχία.



Γιορτή! κι αργά - για το εκκλησάκι της ερμιάς –

το δρόμο πέρασαν σκυφτές και κουρασμένες

κάποιες γριές μαυροντυμένες, κάποιες νιες

αρρωστημένες.



Γιορτή!... και γιόρταζες εσύ φίλε γλυκέ.

- Πιέτε παιδιά... βάλτε κρασί... βάλτε να πιούμε

πιέτε... ποιος ξέρει; κι ίσως να 'ναι μου η στερνή...

κι ίσως... ποιος ξέρει; ω! ας μη το πούμε.



Πιέτε!... και πίναν, και γελούσαν οι χλωμοί,

κι ανάβαν οι όψεις οι θλιμμένες,

Πιέτε! και κλαίγαν στις κιθάρες, στα τραγούδια τους,

κρυφά οι ψυχές τους πονεμένες.



Πιέτε παιδιά!... κι όλο κερνούσες και τραγούδαγες

κι όλο γελούσανε τα χείλη σου θλιμμένα,

Πιέτε - κι ω πόνος!... μια στιγμή έφυγες μη σέιδουνε

που 'χες τα μάτια δακρυσμένα».


Το άρθρο (με αρχικό τίτλο «Γνήσια λαϊκός δημιουργός»)  του  Βαγγέλη Σακκάτου, μέλους της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, της Γερμανικής Ομοσπονδίας Συγγραφέων και της Γερμανικής Ενωσης Δημοσιογράφων, δημοσιεύτηκε στον «Ριζοσπάστη» τον Αύγουστο του 2005.